μια σκέψη

Στην αγγειογραφία του Αμάσεως απεικονίζεται η διαδικασία του τρύγου και της οινοποίησης.
Διαφέρει σε κάτι από τις αντίστοιχες σημερινές εργασίες ;



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013



ΤΟ  ΚΡΑΣΙ 
Του Τάκη Νέδα


Από τη Γαλλία –τον τόπο των πιο περίεργων πραγμάτων- διαβιβάστηκε σ’ όλο τον ελληνικό τύπο μια είδηση, που όσο κι’ αν είναι περιορισμένη σε έκταση και λιγόλογη, είναι όμως πολύ σοβαρή, αν λάβουμε υπόψη μας το πραγματικά πρωτότυπο της ουσίας της.  Μας μιλάει για το κρασί, για το κρασί, που γίνεται αίμα στις φλέβες των γέρων και κέφι στα κεφάλια των νέων. Για το κρασί που ξανανοιώνει τους γέρους –αλλά Βορονώφ- και ζωογονεί τους άρρωστους όσο κανένα φάρμακο. Να τι μας λέει η είδηση:
            «Έγινε στις 26 Ιουνίου στο Σαιν-Ζουλιέν μια κρασογιορτή, που οργανώθηκε από αντρόγυνα ηλικίας 30 – 70 χρονών. Οι γριές φορέσανε τα νυφικά τους φορέματα κι’ οι γέροι αρχίζουν το χορό για να δείξουν πως οι δυνάμεις τους κρατιούνται καλά». Η είδης σταματάει εδώ. Και είναι τόσο ζωντανή, τόσο παραστατική, που υπάρχει κίνδυνος ν’ αναστατώσει τη γιατρική επιστήμη και να δημιουργήσει κοινωνικό σκάνδαλο. Γιατί πρέπει να πούμε πως στην περίπτωση αυτή υπάρχουν και κείνοι που έχουν αντίθετες γνώμες. Υπάρχουν γιατροί, καθηγηταί και παντός είδους επιστήμονες που διεκήρυξαν με μελέτες και ομιλίες σε συνέδρια, πως οτο οινόπνευμα βλάφτει τους οργανισμούς. Και για να αποδείξουνε τους ισχυρισμούς τους παρατάξανε σειρές από επιστημονικά επιχειρήματα. Κι άρχισε μια περίοδο να επικρατεί η γνώμη τους και να σαμποτάρονται τα κρασιά. Μιλούσε η επιστήμη λέγανε. Μα τώρα; Τώρα δε μιλάει η επιστήμη. Μιλάει η πράξη, μιλάει η πραγματικότητα , μιλάει η ζωντανή καρδιά του γέρου που πετάει σαν πουλί μ’ όλα τα εβδομήντα του χρόνια, και η διάθεση της γριάς που βάνει τα νυφικά της και ποζάρει δροσερή και ξανα-νοιωμένη…

            Τι θ’ απαντήσουν σ’ αυτό οι αντίθετοι; Λόγια….. Αλλά τα λόγια δεν είναι τίποτα. Τα λόγια τα έσβησε η αντοχή του γέρου. Τα έπνιξε η ντουβρωμάρα της γριάς. Τα ξετίναξε και τα ποδοπάτησε το πήδημα του γέρου στην πατούσα του τσάμικου. Τα παρέλυσε η καθαρή φωνή της γριάς στο λαϊκό τραγούδι…

              Ναι, κύριοι. Το κρασί ξανανοιώνει. Το κρασί βοηθάει τον οργανισμό, τον εργαζόμενο άνθρωπο, τον αστενάχωρο χωριάτη. Τον τονώνει. Και του δίνει όρεξη και διάθεση. Του κάνει να ξυπνήσουν τα εσωτερικά του νεανικά ένστικτα, και του δίνει ότι δεν μπόρεσε ο Βορονώφ με τις μαϊμούδες του. Τον κάνει να ξεχνιέται και να ζει.. Να ζει λίγες έστω ώρες ευχάριστες. Αυτό είναι η αλήθεια… Ένας παπάς είπε κάποτε σε έναν που έπινε στην ταβέρνα κρασί, πως αν δεν έπινε θα μπορούσε με τα λεφτά που δίνει για το κρασί να κάθεται σε παλάτι. Κι’ ο θυμόσοφος μπεκρής του απάντησε: Καλύτερα να πίνω στην ταβέρνα και να ξεχνάω τους καημούς μου, παρά να κάθουμε σε παλάτι και να τους θυμάμαι…..
            Κι’ είχε δίκιο……



ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΩΝ, 02\09\1934

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013



ΤΑΒΕΡΝΑ

Του Τάκη Νέδα


Η ταβέρνα έχει κι’ αυτή την ιστορία της. Γύρω απ’ αυτήν έχουν δημιουργηθεί θρύλοι και παραμύθια, έχουν γραφτεί τα ζωντανότερα έργα, προ παντός τον τελευταίο καιρό. Με τη μουντή, μισοσκότεινη και λίγο μυρουδάτη –από την καπνίλα- όψη της, κράτησε για αιώνες πολλούς τα σκήπτρα της καλλιτεχνίας και της εμπνεύσεως. Στον ξασβεστωμένο τοίχο της φιγουράριζαν, ζωντανή έκθεση, μαζί με τον Διάκο και τον Κολοκοτρώνη και οι πάνες της αράχνης, προφυλακτικό στο κλασσικό σκίτσο του «πωλώντος τοις μετρητοίς» και «επί πιστώσει». Και πάνω απ’ όλα αυτά, επιβλητικά πρόβαλε η δικτατορική επιγραφή, που ήτανε και φίρμα του μαγαζιού: Όσοι φίλοι μ’ αγαπάτε, βερεσέ μη μου ζητάτε. ποιητής Παπαδόπουλος μας έδωκε την πιο ζωντανή μορφή της ταβέρνας:
Ένα ιερό βαρύ σαν εκκλησία γεμίζει κάθε βράδυ από πιστούς που απέριττα προσφέρουνε θυσία όχι σε Βούδες, σε Μωάμεθ και Χριστούς…
Τέτοια, βαρειά, υποβλητική, ήτανε η ταβέρνα στα παλιότερα χρόνια. Μα σήμερα –αλλοίμονο!- ο οργασμός της «εξελίξεως» που μετέβαλε τα πάντα, άλλαξε και την όψη της ταβέρνας, τη χάλασε. Δεν είναι πια το «ιερό βαρύ σαν εκκλησία» και δεν είναι φτωχό, όπως ο ίδιος ο ποιητής το θέλει. Είναι ένα σαλόνι πολυτελείας, με τζαζ-μπαντ και ραδιόφωνο. Αντίς για τον Κολοκοτρώνη και τον Διάκο, έχει στον πολύχρωμο τοίχο της, γυμνές χορεύτριες και ρομαντικές θαλασσογραφίες. Στα τραπέζια της, τα σκεπασμένα με τραπεζομάντιλα της ώρας, κάθουνται γυναίκες, και λερώνουν τα ποτήρια με το ρουζ των χειλιών τους… Οι γέροι μπεκρήδες, που θέλουν την ταβέρνα αγνή, ούτε πλησιάζουν καθόλου… Κλείνουνται μέσα σε μπακάλικα και καθισμένοι απάνω σε κάσες του πετρελαίου, πίνουν το κρασάκι τους, προσπαθώντας να βρούν, στο μπακάλικο τουλάχιστο, κάτι από τη μεγαλοπρέπεια της ταβέρνας. Μα άδικα… Και κείνο είναι εξευρωπαϊσμένο, είναι κάτι ξένο προς την ψυχή του αγαθού γέροντα.
Ο ποιητής, που θέλει την ταβέρνα «ιερό βαρύ σαν εκκλησία», λέει πάρα κάτω:
Φτωχό, φτωχό, αντίς ταπέτο έχει τη γη
Αντίς παραπετάσματα λινάτσες…
Τώρα πού να βρεθούν αυτά; Οι ταβέρνες, έχουν παραπετάσματα από άνθη, έχουν πατώματα, κόντρα πλακέ, και μοιάζουν μάλλον με χοροδιδασκαλεία. Ο αιώνας μας έκαμε και τις λέξεις να χάσουν τη σημασία τους. Ταβέρνες, σήμερα, λένε τα εστιατόρια πολυτελείας.
Αλλά τι τα θέλετε… Η ταβέρνα, έχει ποίηση, έχει φιλοσοφία… Κι’ όσο κι’ αν συστηματικά πάμε να της αλλάξουμε τη μορφή, δε μπορεί παρά να ξαναζήσει. Το ξύλινο τραπέζι με τα σκαμνιά του γύρω-γύρω, θα μαζέψει ξανά τους ανθρώπους με τις βαρειές ψυχές, θα δεχτεί πάλι τους καλλιτέχνες… Είναι μια ανάγκη κι’ αυτό… Κι αν σήμερα τρέχουμε σ’ απομακρυσμένες συνοικίες ή σε χωριά για να βρούμε μια ταβέρνα πραγματική, αργότερα πιστεύω να την έχουμε κοντά μας. Γιατί η βαρυγκεστημένη ψυχή, που αναζητάει την ταβέρνα το ξεκούρασμα και τη λήθη, θα επαναστατήσει. Κι’ όταν οι καλλιτέχνες κι’ οι μπεκρήδες κινηθούν, η ταβέρνα θα γίνει… Οι άνθρωποι που «ζητούν τη λησμονιά στο θάνατο κοντά», δε μπορούν αλλού να καθήσουν… Θέλουν απομόνωση, ησυχία, σκοτάδι… Τα λαμπερά φώτα κι’ οι μουσικές, είναι μόνο για τους πλούσιους, για του ήσυχους, για τους ακούραστους. Οι άνθρωποι που δουλεύουν, οι πονεμένοι, οι στενοχωρημένοι, οι καλλιτέχνες, θέλουν ησυχία και σκοτάδι. Το φως τους πειράζει τα μάτια, η μουσική τους ζαλίζει. Και τους ξεζαλίζει μόνο η τόνωση που παίρνουν από το κρασί και την ησυχία.


ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΩΝ, 07/10/1934

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013



ΤΟ ΣΤΑΦΥΛΙ

Του Τάκη Νέδα

Ένα φρούτο που μέσα στους αιώνες πήρε κάποια εξέχουσα θέση. Ούτε λίγο ούτε πολύ, έγινε θέμα στους ποιητές, υμνήθηκε από τη λαϊκή μούσα, και τραγουδήθηκε ακόμα από τους κανταδόρους της γειτονιάς, σαν αντιπροσωπευτικός τύπος του πιο ενδιαφέροντος στη ζωή πράγματος, της γυναίκας  και της αγάπης της.
……. Έχει η λαλιά της
δροσεράδα σταφυλιού,
κι’ είν’ το φιλί της
μεθυστικό σα ρητινίτης…..

Έτσι τα θέλει ο μεγάλος Ινδός ποιητής Ραμπιτρινάθ Ταγκόρ. Ολοζώντανα και παραστατικά… Σαν ερωτευμένος ζητάει να χρωματίσει όσο μπορεί πιο ζωντανά τα προσόντα της αγαπημένης του. Και καταλήγει στο σταφύλι, που πραγματικά βρίσκει εκείνο που ζητάει…

Μα και η λαϊκή μούσα, ο καθρέπτης της εξέλιξης κάθε κοινωνίας κι’ ο ζωντανότερος παραστάτης του ωραίου, μιλώντας για όνομα της άφθαρτης και καθαρής ψυχής του χωρικού τραγουδήθηκε το σταφύλι όπως του άξιζε:
….. Έλα νοικοκύρη να τρυγήσουμε,
κόκκινα σταφύλια να πατήσουμε….

Τα κόκκινα σταφύλια είναι ο ροδίτης. Αυτά που είναι τόσο αγαπητά στο λαό, δεν μπορούσαν, παρά να υμνηθούνε και να τραγουδηθούνε.. Μα κει που η λαϊκή μούσα μπήκε μέσα στη βαθύτερη ουσία του πράγματος είναι σ’ άλλο τραγούδι:
…… Το κλήμα θέλει κλάδεμα
ν’ ανθίσει να καρπίσει
και το κορίτσι φίλημα
να μη σε λησμονήσει ….

Η αγάπη με τη λησμονιά της, αποτέλεσε πάντοτε το κύριο θέμα στα διάφορα μουσουργήματα, τόσο του λαού, όσο και των καλλιτεχνών. Γιατί κει μέσα βρίσκεται, ξεκαθαρισμένος ο πόνος, η θλίψη, η περηφάνεια κι’ ο σαρκασμός… Και το αμπέλι με τον καρπό του, βρέθηκε κι’ αυτό από το λαό κατάλληλο για το ζωντανότερο ξέσπασμα….

Για τον παραλληλισμό και τη συμβουλή…

Από την ίδια βάση ξεκίνησε κι’ ο συνθέτης της καντάδας του δρόμου. Ζήτησε κι αυτός να βρει κάτι που να δίνει ολοζώντανη την εικόνα και βαθύτερη την έννοια του ποθητού. Κι’ έγραψε:
….. Έχω σταφύλια, έχω σταφύλια
σαν τα δικά σου χείλια
τα σκανταλιάρικα …

Ο πόθος  στην πιο εκφραστικιά μορφή του ….. Τα χείλια της αγαπημένης του, το πιο αλαφρύ μαζί και βαρύ νοστάλγημα, παραλληλίζονται με τα σταφύλια… Και τα λέει κι’ αυτά σκανταλιάρικα, γιατί πραγματικά σκανταλίζουν… Σκανταλίζουν κείνον που τα βλέπει και δε μπορεί να τάχει, όπως σκανταλίζουν και τα προκλητικά χείλια της αγάπης που τα βλέπει χωρίς να μπορεί να τα απολάψει… Κι’ έχει δίκιο…..



ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΩΝ, 26\08\1934


Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013



Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ

Του Χάρη Αγρίδη

Πώς; Έχει και το κρασί τη φιλοσοφία του; Βεβαίως. Το πέρασμα του κρασιού μέσα στους αιώνες συγκίνησε την ανθρωπότητα όσο κανένα ιδανικό. Από τότες που πρωτόγινε ο κόσμος ως τα σήμερα, το κρασί δεν έπαψε να απασχολεί την ανθρώπινη σκέψη, ενώ πολλές φιλοσοφικές αξίες ξαφανιστήκανε στο χαμό του χρόνου.

Αξίζει όμως να μας απασχολεί το κρασί;

Γύρω από τούτο το ρώτημα είναι όλη η φιλοσοφία του κρασιού. Την απάντηση θα τη βρούμε αν γυρίσουμε να κοιτάξουμε προς τα πίσω. Το κρασί πέρασε πάνω απ’ όλους τους λαούς και τους κατάχτησε χωρίς βία και χωρίς αιματοχυσία. Ο Διόνυσος δεν ήταν μονάχα θεότητα ελληνική παρά έγινε παγκόσμια. Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Φοίνικες, οι Πέρσες, οι Αιγύπτιοι, θεοποιήσανε και λατρέψανε το κρασί. Οι παλιές θρησκείες το υψώσανε για σύμβολό τους και ο χριστιανισμός τούδωσε την πρώτη θέση στη λατρεία της εκκλησίας. Οι σοφοί το τιμήσανε και οι βασιλιάδες το ξεχωρίσανε μέσα απ’ όλα τα αγαθά του καιρού τους. Οι ποιητές το υμνήσανε ο καθένας με το δικό του τρόπο και ο έρωτας το τραγούδησε με ξεχωριστό καημό.

Άλλαξε το ρυθμό του κόσμου το κρασί. Σαν μια τεράστια χοάνη σκορπούσε στον κόσμο φρεσκάδα και ζωντάνια. Κανένα άλλο πιοτό απ’ όσα επινόησε ο άνθρωπος δεν μπόρεσε να σταθεί πλάγι στο κρασί.

Όμως η φιλοσοφία του κρασιού και κάθε φιλοσοφία έχει και την αρνητική της άποψη. Την απάντηση θα τη βρούμε αν κοιτάξουμε την εποχή μας. Κίνδυνος θάνατος βροντοφωνούν οι αρνητές του. Δε βλέπετε γύρω σας τον αλκοολισμό; Μήπως πίνει κρασί; Ρωτούν την προξενήτρα προτού κλείσει το συνοικέσιο. Είναι πρόστυχος, μπεκρής, δεν κάνει για μας. Και διώχνεται ο γαμπρός που έτυχε να τον δούνε κάποτες περαστικό απ’ την ταβέρνα. Οι Ζαρο-Αγάδες και οι Μαθουσάληδες, άλλοι σταυροφόροι του κρασιού. Μας βλέπετε; Πίναμε σ’ όλη τη ζωή μας καθαρό νεράκι. Και τα σεμνά παρθεναγωγεία! καταδικάζουν το κρασί, γιατί λέει σπρώχνει τα κορμιά στο σεξουαλισμό!

Ε! για σταθήτε μας φωνάζει η Επιστήμη. Την τελευταία λέξη θα σας την πω εγώ που ερευνώ την αλήθεια.

Και καταδέχεται η γιατρική επιστήμη να καταπιαστεί στα σοβαρά με το κρασί. Πειράματα, παρατηρήσεις, στατιστικές, συνέδρια όλα με το φακό της επιστήμης για το κρασί. Κι όπως ανακαλύψαμε πριν λίγο τις βιταμίνες, έτσι σήμερα αναγνωρίζομε τη θεραπευτική του κρασιού. Και ενώ ως τα χτες πιστεύαμε πως ο αλκοολισμός έρχεται από το κρασί, σήμερα σωριάζεται αυτή η θεωρία γιατί η Επιστήμη απόδειξε πως ο αλκοολισμός έρχεται από άλλα πιοτά. Κι όμως κάθε τροφή θα σε βλάψει αν της κάνεις κατάχρηση, το ίδιο και το κρασί σαν πίνεις χωρίς περιορισμό.

Πιείς δεν πιείς κρασί κερδισμένος θα βγεις.


ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΩΝ, 01/12/1934



Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013



ΑΙΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΥΣ

Του Δημ. Παντελιά

Δύσκολος άνθρωπος κι’ αυτή η γυναίκα του κυρ Δημητρού. Νοικοκυρά σπάνια, σκύλα στη δουλειά, σκλάβα. Τι της μπήκε τώρα στα γεράματα να σκοτώνεται με τον άνδρα της; Το κρασί λέει. Άϊ και μήπως είναι και κανένας μπεκρής ο κυρ Δημητρός; Μια ζωή ολάκερη δούλευε μπογιατζής. Δουλευτής και οικονόμος, ζούσε καλά με τη γυναίκα του, την κυρά Καλλιόπη, έβαλε και κάτι στην άκρη. Κι ακόμα τώρα εξηντάρης άνθρωπος, με κάτι μικροεργολαβίες και με κάτι μερεμέτια βγάζει το μεροκάματο και δεν τρώνε έτοιμα. Παιδιά δεν έχουν, και μ’ αυτά που βγάζει περνάνε φίνα, γιατί και η κυρά Καλλιόπη είναι νοικοκυρά και οικονόμα. Μα τι θέλεις; Μπήκε στο σπίτι η γκρίνια.

-      Πώς κατάντησες μωρέ, κάθε βράδυ κάθε βράδυ στην ταβέρνα; Πού να της δώσει να καταλάβει ο κυρ Δημητρός. Μιλιά δεν έβγαζε η γλώσσα του. Δεν βαριέσαι;

-      Το κρασί είναι αίμα για τους γέρους. Πέρασα τα εξήντα. Γλυκά θέλεις να τρώω ή να κλείνομαι στον καφενέ; Έπειτα η Ταβέρνα είναι πιάτσα, είναι νταραβέρι, είναι κοινωνία η Ταβέρνα.

Μα η κυρά Καλλιόπη το δικό της.

Κι’ ο η κυρ Δημητρός πίνοντας με την παρέα, έλεγε το παράπονό του στους φίλους.

-      Ας έλειπε η γκρίνια όταν πηγαίνω πιωμένος στο σπίτι κι ας μούβγαινε το ένα μάτι.

Όχι πως μεθούσε ο κυρ Δημητρός, μα κάποτες, το Σαββατόβραδο έπινε κάνα δυο παραπάνω. Ποιόν πείραζε ;

Κι όταν τραβούσε για το σπίτι σουρωμένος, είχε πάντοτε έτοιμο κανένα νέο, κανένα χωρατό, έτσι για να ξεγελάσει την κυρά Καλλιόπη, να την καλοκαρδίσει και να μην του γίνει πάλι στενός κορσές. Και χτυπούσε σιγά την αυλόπορτα για να του ανοίξουν.

Μα η κυρά Καλλιόπη, σατανάς μεταμορφωμένος, από τον χτύπο καταλάβαινε πόσα ποτήρια άδειασε ο κυρ Δημητρός. Και δος του το παλιό βιολί. Και ο κυρ Δημητρός τραβούσε σκυφτός στην κουζίνα για να δειπνήσουν.

Ένα βράδυ, θες γιατί είχε πιεί κάτι παραπάνω, θες γιατί παραπάτησε –άνθρωπος είταν- μπαίνοντας στην αυλή σκουντούφλησε σε μια γλάστρα της κυρά Καλλιόπης και ην έσπασε. Τι είταν αυτό ; Δεν έσπαγε καλύτερα το κεφάλι του ;

-      Να στραβέ να. Να ξεκούτη. Να μούργο. Να μπεκρή να. Να που θα πας χαμένος με το κρασί και θα κλείσεις το σπίτι σου.

-      Σκουντούφλησα βρε γυναίκα σου λέω. Δεν είμαι μεθυσμένος.

Μα η κυρά Καλλιόπη δεν χωράτευε. Θάβαζε μπρος το σκοπό της. Του τόχε πει για φοβέρα, μα θα τώκανε τώρα. Μα κι’ αν ο Μανώλης ο ταβερνιάρης θέλει να κλείσει τα σπίτια του κόσμου για να πουλάει κρασί, έχομε κι αστυνομία.

-      Τέτιο πράμα μονάχα να μην κάνεις γυναίκα, γιατί θα γίνωμε από δυο χωριά. Τέτοιο ρεζιλίκι αν μου κάμεις, θα χωρίσωμε.

Μα η κυρά Καλλιόπη είχε πάρει την απόφαση.

-      Ένοια σου και θα δεις.

Το άλλο βράδυ περνώντας για το σπίτι του ο κυρ Δημητρός, μπήκε στην ταβέρνα του Μανώλη. Λεβεντόγερος, καλόκαρδος και χωρατατζής καθώς είταν, τον ήθελε όλη η παρέα. Είχε πάντα κάτι νέο να πει, και στα πολιτικά πρώτος στη κουβέντα. Κι’ όταν μιλούσε για κάποιον άλλο συντεχνίτη του μπογιατζής πούφτασε να γίνει αρχηγός σε μεγάλο Κράτος στην Ευρώπη, αμολιώταν η γλώσσα του κι’ απόδειχνε πώς από τους πραχτικούς θα σωθεί ο κόσμος έτσι που κατάντησε.

-      Ένα ποτήρι παιδί στον κυρ Δημητρό. Είπε ένας της παρέας. Μα αντίς για το παιδί, στηλώθηκε όρθιος με τα χέρια πίσω ο ταβερνιάρης ο Μανώλης.

-      Δεν έχει ποτήρι για τον κυρ Δημητρό. Εξόν αν φέρει άδεια από την κυρά Καλλιόπη.

Άστραψε και βρόντησε το κεφάλι του κυρ Δημητρού. Αχ η κακούργα. Αχ η κακούργα. Τόπε και τώκαμε.

Μα ο Μανώλης δεν ήθελε να ρεζιλέψει τον κυρ Δημητρό. Τόφερε τάχα στ’ αστεία, κι’ ακούμπησε στο τραπέζι το ποτήρι που κρατούσε πίσω του. Μονάχα ο κυρ Δημητρός κατάλαβε. Ήπιε ένα κρασί, και βρίσκοντας μια αιτία έφυγε.

-      Κάτι νωρίς απόψε τούπε η κυρά Καλλιόπη, κοιτάζοντας πονηρά.

-      Τώρα θα μου το πληρώσεις Κι’ αρπάζοντας από τα μαλλιά την τράβηξε στην κουζίνα.

Μα σταμάτησε ως εκεί. Τριανταπέντε χρόνια ζωή με την κυρά Καλλιόπη, λόγο δεν αλλάξανε. Πώς να σηκώσει χέρι ; Και ξεθύμανε με φοβέρες.

Τσιμουδιά η κυρά Καλλιόπη. Τι να πει; Μπόρα είναι και θα περάσει.

Ο κυρ Δημητρός ξέκοψε απ’ την ταβέρνα του Μανώλη, τον έχασε κι’ η παρέα. Κάνα δυο φίλους που τον αντάμωσαν τους είπε πως ο γιατρός του απαγόρεψε το κρασί. Τι παρέα να κάμει αφού δεν πίνει; Μα… θα ξανάρθει όταν γίνει καλά! Και μέσα του έλεγε κακούργα τι μούκαμες.

Οι φίλοι του πίστεψαν πως δε μπορεί ο κυρ Δημητρός, γιατί αφ’ όντας ξέκοψε από την ταβέρνα έγινε αλλοιώτικος. Το καθημερινό φρεσκάρισμα που τούδινε η παρέα στην ταβέρνα τούλειψε. Καινούργιους φίλους θάπιανε τώρα ο κυρ Δημητρός εξηντάρης άνθρωπος; Και πού θα τους εύρισκε; Εκεί που τρώνε γλυκά και ρουφάνε ξέρασμα με το καλαμάκι; Στο σπίτι του νευρικός, αμίλητος κι’ ανόρεχτος. Η κυρά Καλλιόπη τόβλεπε και δος του περιποιήσεις στο Δημητρό.

-      Στενοχωρεμένος σήμερα Δημητρό. Τι θέλεις να σου δώσω;

-      Το φουστάνι σου να το φορέσω, έτσι που με κατάντησες.

Την κυρά Καλλιόπη άρχισαν να τη ζώνουν τα φίδια. Μήπως δεν τούκαμε καλά που ον ρεζίλεψε στην παρέα του; Και τι κατάφερε με τούτο; Έμπασε τη γρίνια στο σπίτι της. Θάρθει και η αρώστια σιγά σιγά. Και τι έπινε ο Χριστιανός; Ότι πίνει όλος ο κόσμος. Άι, κι αυτός πάλι θάπρεπε να το πάρει μαράζι; Ας πάει στην ταβέρνα. Ποιος τον εμποδίζει; Πάνω στο υμό της είπε ένα λόγο. Αυτός ας έκανε ότι έπρεπε. Ας την έδερνε επιτέλους. Τι περίμενε; Να πάει να του πάρει το μπαρντόν η κυρά Καλλιόπη; Α αυτό δεν γίνεται. Και σαν αργούσε το βράδυ να χτυπήσει η πόρτα, σκεφτόταν η κυρά Καλλιόπη. Ας είταν Παναγία μου νάρχονταν μεθυσμένος…

Κι’αυτό έγινε κάποιο βράδυ. Το κατάλαβε η κυρά Καλλιόπη από το χτύπο της πόρτας κι’ αναγάλιασε η ψυχή της. Τάπα στο μεθύσι ο κυρ Δημητρός.

-      Γυναίκα ήπια σήμερα.

-      Καλά έκαμες Δημητρό μου. Άντρας είσαι. Να πίνεις. Να πίνεις όσο θέλεις. Το κρασί είναι αίμα για τους γέρους.



ΠΗΓΗ : Εφημερίς των ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΩΝ, Κυριακή 12 Αυγούστου 1934     



Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013




ΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΥΓΟ

Α. ΚΟΚΚΙΝΟΠΟΥΛΟΥ
Χημικού Οινολόγου


Μπήκε ο Αύγουστος μήνας που καθώς λένε στα χωριά είναι ο μήνας που τρέφει τους έντεκα γιατί τον μήνα τούτο γίνονται όλες οι σοδειές σχεδόν. Στην Κρήτη και στην Πελοπόννησο έχει αρχίσει τώρα το τρύγημα της σουλτανίνας και της σταφίδας και σε όλα τα χωριά στην Ελλάδα το μάζεμα των καλαμποκιών, οσπρίων, καπνού. Κάθε καλλιέργεια αρχίζει τώρα να δίνει τους εκλεκτούς της καρπούς.

Ο αμπελουργός περπατάει το αμπέλι του και το καμαρώνει, βλέποντας τα σταφύλια που έχουν αρχίσει να ωριμάζουνε. Εκείνος μάλιστα που το ράντισε και το θειάφισε το βλέπει ακόμη καθαρότερο και δροσερότερο και αρχίζει τις προετοιμασίες του για να είναι έτοιμος για τον τρύγο.

Πριν ακόμα αρχίσει να ετοιμάζει τις αποθήκες του και τα διάφορα δοχεία που θα χρησιμοποιήσει για τον τρύγο, καλοκοιτάζει το αμπέλι του μήπως θέλει καμιά τελευταία επέμβαση και το βοηθάει στην ωρίμανση, όταν μάλιστα το αμπέλι είναι βαλτερό και έχει πολλά σταφύλια. Στην περίπτωση αυτή πρέπει κάθε αμπελουργός να κάμει ένα τελευταίο ξεφύλλισμα και να ξεχωρίσει όσα σταφύλια είναι μπερδεμένα, για να κρέμονται ένα, ένα χωριστά. Βγάζει όλα τα φύλλα που βρίσκονται χαμηλά στο κλήμα για να αερίζονται τα σταφύλια, και μερικά λίγα φύλλα από το πάνω μέρος για να περνάει ο ήλιος. Αν βρίσκονται σταφύλια που με το βάρος τους λυγίσανε τη βέργα και ακουμπάνε στη γη, αυτά τα σηκώνει και τα στηλώνει στις αμολυτές. Έτσι ωριμάζουνε κανονικά και δεν σαπίζουν στο χώμα. Τα σάπια σταφύλια δεν πρέπει να πατηθούν με τα καλά, γιατί παθαίνει το κρασί από αρρώστιες και θολώματα.

Αφού λοιπόν ο αμπελουργός ρίξει την τελευταία ματιά στο αμπέλι του και διορθώσει όσα είπαμε, πρέπει να αρχίσει ύστερα να τακτοποιεί την οιναποθήκη του, τα βαρέλια του και τα διάφορα δοχεία που χρησιμοποιεί στον τρύγο.

Η πρώτη του δουλειά είναι να κάμει τον καθαρισμό της αποθήκης που θα βάλει το κρασί. Αυτή η αποθήκη πρέπει να είναι μονάχα για τη δουλειά αυτή και όχι για κατόϊ, για τούτο να μη χρησιμοποιείται για κοτέτσι. Να μη βάζει και το ξύδι μέσα στην αποθήκη που έχει και τα βαρέλια του με το κρασί, όπως γίνεται δυστυχώς στα περισσότερα μέρη στην Ελλάδα, γιατί τα μικρόβια που φτιάνουνε το ξύδι μπαίνουνε πολλές φορές και στο κρασί και το ξυνίζουν. Το πάτωμα της αποθήκης πρέπει να το έχει στρώσει με τσιμέντο κι αν τούτο δεν μπορεί να γίνει, να είναι τουλάχιστον ίσιο και να καθαρίζεται εύκολα. Οι τοίχοι, οι γωνιές, το ταβάνι να ασβεστωθούνε με βούρτσα ή με ψεκαστήρα. Το ίδιο και τα ξύλα που στηρίζονται τα βαρέλια. Το ύψος που θα αραδιασθούν τα βαρέλια στην αποθήκη πρέπει να είναι ως μισό μέτρο για να καθαρίζεται εύκολα ο χώρος από κάτω.

Το καθάρισμα των βαρελιών είναι η πιο σπουδαία δουλειά για την καλή οινοποίηση, και την επιτυχία του καλού κρασιού. Κάθε αμπελουργός πρέπει να ξέρει ότι άμα έχει καθαρό βαρέλι, έχει μια μεγάλη εξασφάλιση για τη διατήρηση του κρασιού του.

Για το καθάρισμα των βαρελιών συνιστούμε δυο τρόπους. Ο πρώτος είναι το απλό καθάρισμα που γίνεται σε βαρέλια που είχαν καλό κρασί και δεν έχουν μικρόβια. Το άλλο είναι το καθάρισμα που γίνεται σε βαρέλια που είχαν ξυνισμένο κρασί ή κομμένο και έχουν ξυνίλα ή άλλη άσχημη μυρωδιά. Στην περίπτωση αυτή το καθάρισμα των βαρελιών λέγεται απολύμανσις.

Εάν λοιπόν το βαρέλι είχε καλό κρασί και δεν έχομεν υποψίες ότι έχει χαλάσει την εποχήν που έμεινε αδειανό, γιατί και τούτο συμβαίνει πολλές φορές να πάρει ξυνίλα το βαρέλι χωρίς να έχει κρασί μέσα, αλλά μόνο από τις λάσπες, τότε ο οινοποιός αφού βγάλει τις οινολάσπες πλένει με καθαρό νερό και ρίχνει μέσα ασβέστη πέτρα, 2 – 3 οκάδες για βαρέλι των 100 οκάδων. Ρίχνει ύστερα και αρκετό νερό το δουλεύει και το αφήνει μια μέρα κουνώντας το μερικές φορές. Ύστερα το πλένει με μπόλικο νερό, το ξύνει από μέσα με σκληρή βούρτσα και το αφήνει να στεγνώσει. Αφού στεγνώσει καλά κάνει κατόπι ένα καλό θειάφισμα με θειαφοκέρι ή με θειάφι καθαρό, που το ανάβει μέσα στο βαρέλι και προσέχει να μην πέσει μέσα το θειάφι που θα λιώνει  από το κάψιμο και η στάχτη.

Αν το βαρέλι είναι ξυνισμένο τότε το ξεφουντώνει έξω από την αποθήκη και αφού ξύσει καλά τα φόντια και τις δούγες τις βάζει μέσα σε βραστό νερό, τις αφήνει ένα τέταρτον της ώρας και κατόπιν δένει πάλι το βαρέλι και κάνει ένα θειάφισμα. Όταν στεγνώσει το βάζει στη θέση του. Τα βαρέλια αυτά απολυμαίνονται και με ατμό, αν υπάρχουν τα μέσα.
Αφού λοιπόν καθαριστούν τα βαρέλια, αραδιάζονται στη στίβα και καθαρίζεται η αποθήκη από τις οινολάσπες, ασβεστώνεται πάλι η αποθήκη και τα ξύλα της στίβας καταβρέχονται με διάλυση γαλαζόπετρα. Τα δυο φούντια των βαρελιών και τα στεφάνια μπογιατίζονται με λαδομπογιά και τα σύνεργα είναι έτοιμα για τον τρύγο.

Με τον ίδιο τρόπο καθαρίζονται και τα άλλα δοχεία, κάδες, πατητήρια και ότι άλλο θα χρειαστεί για το μούστο.



ΠΗΓΗ : ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΩΝ, Κυριακή 05/08/1934