μια σκέψη

Στην αγγειογραφία του Αμάσεως απεικονίζεται η διαδικασία του τρύγου και της οινοποίησης.
Διαφέρει σε κάτι από τις αντίστοιχες σημερινές εργασίες ;



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΡΑΣΙ  ΚΑΙ  ΑΜΠΕΛΙΑ  ΣΤΟ  ΒΑΣΙΛΕΙΟ  ΤΗΣ ΠΥΛΟΥ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΑΝΑΚΤΟΡΟ  ΤΟΥ  ΝΕΣΤΟΡΟΣ
ΒΟΥΛΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ
Πανεπιστήμιο Αθηνών

Στη λεκάνη του Αιγαίου το αμπέλι είναι αυτοφυές. Η εποχή της εξημέρωσης του είδους δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί, γιατί με βάση τα τυπικά δείγματα που μπορούμε να έχουμε από τη Βοτανική, δεν γίνεται να ξεχωρίσουμε τις άγριες από τις ήμερες ποικιλίες του. Η Ελληνική λέξη «οίνος» και ο μυκηναϊκός τύπος της Fοίνος [wo-no] που ανήκουν σε ομάδα λέξεων της ίδιας σημασίας, που τις βρίσκουμε σ’ έναν πλατύ κύκλο γλωσσών της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής. Και η λέξη «άμπελος», που δεν μαρτυρείται άμεσα μυκηναϊκός τύπος της, εκτός από κάποιο κύριο όνομα που είναι παράγωγο της [a-pe-ri-ta-wo : ΑμπελιτάFων] και το επίθετο [wi-no-qo-so : FοίνοικFς = Οίνοψ], πιστεύεται ότι αποτελεί δάνειο από μια μεσογειακή γλώσσα.
Το κρασί παριστάνεται μ’ ένα ιδεόγραμμα, που νομίζει κανείς ότι μοιάζει σαν αμπέλι με απλωμένους κλώνους πάνω σε ξύλινη κληματαριά.
Το ιδεόγραμμα του οίνου

Υπάρχει άλλη λέξη στα μυκηναϊκά για το αμπέλι [we-je-we: νιήFes, όνομ. Ενικού *υιεύς] που δεν θα την είχαν αντιληφθεί οι επιστήμονες, αν δεν υπήρχε η μνεία της σε ένα αρχαίο λεξικό [του Ησυχίου (Δ’ αιών μ. Χ.), όπου σημειώνεται το εξής λήμμα: «υιήν την άμπελον» -ονομ. *υιής, αντίστοιχος αρκαδικός ή κυπριακός τύπος του *υιεύς].
Σε πινακίδα της Κνωσού (Gv 863) αναφέρονται αμπέλια [wo-je-we], 420 ρίζες και συκιές 104, και σε κάποια φθαρμένη πινακίδα της Πύλου (Er 880) αναφέρονται 1100 τουλάχιστον αμπέλια [we-je-(we)] και πάλιν μετά από αυτά συκιές.
Ο βασιλιάς της Πύλου θα μπορούσε αν ήθελε να βγει στην Ταράτσα του παλατιού του και να έχει από εκεί θαυμάσια θέα σε μια μεγάλη έκταση της δυτικής ακτής της Πελοποννήσου, στο νοτιότερο τμήμα της. Από το άλλο μέρος, κατά τα βορειοανατολικά, η ματιά του θα σταματούσε πέρα στις δαντελωτές κορφές του όρους Αιγάλεον ύψους 1218 μ. Και στα νότια πάλι ο βασιλιάς θα έβλεπε το βουνό που λέγεται σήμερα Λυκόδημος στα νότια του Ναβαρίνου. Ο κόλπος του Ναβαρίνου σχηματίζει ένα υπέροχο λιμάνι που προστατεύεται από το νησί Σφακτηρία. Ο γιαλός είναι αβαθής, αλλά παρέχει θαυμάσια αγκυροβόλια ακόμα και για μεγάλα πλοία. Οι αρχαίοι, βέβαια, όσον καιρό δεν χρησιμοποιούσαν τα πλοία τους, τα τραβούσαν έξω στην στεριά.
Σ’ όλη αυτή τη γη που σήμερα είναι η ίδια, απλώνονταν περιβόλια και κήποι γεμάτοι από αμπέλια και άλλα φρούτα και λαχανικά. Οι Μυκηναίοι εργάτες πηγαινοέρχονταν και μοχθούσαν ανάμεσα στα περιβόλια. Όταν δεν ήταν απασχολημένοι στην πόλη, εργάζονταν κατά κανόνα σε αυτά. Μερικοί είχαν και κάποιο κομμάτι γης δικό τους, ένα λαχανόκηπο, ένα μικροσκοπικό περιβόλι, κοντά στο σπίτι τους που ήταν κτισμένο με τσατμά από οπτόλινθους ή ωμόπλινθους και δοκάρια. Οι πιο πολλές πόλεις της εποχής εκείνης μοιάζουν πολύ περισσότερο με μεγαλοχώρια παρά με κλασικές πολιτείες. Ολόκληρος ο μυκηναϊκός κόσμος στηρίζεται σε αγροτικές βάσεις:
Παρ’ όξω απ’ την αυλή, σιμά στη θύρα, έχει περιβόλι,
τεσσάρων ζευγαριών παντού καλοφραγμένο, που
δέντρα πλήθος φαίνονται αψηλά και φουντωμένα,
εκεί απιδιές, ροδιές, μηλιές με τα λαμπρά τα μήλα,
συκιές γλυκόκαρπες κι ελιές γερές και φουντωμένες.
Σ΄ αυτή την περιγραφή της 7ης ωδής της Οδύσσειας αντιστοιχεί και η περιγραφή του περιβολιού του γερο-Λαέρτη, έξω από τα τείχη της Ιθάκης και ιδιαίτερα η σειρά Gv των πινακίδων των Μυκηναϊκών χρόνων με τα ιδεογράμματα της ελιάς, της συκιάς και των αμπελιών. Όταν γίνεται και σ’ αυτά λόγος για σταφύλια και ελιές, καθορίζουν οι πινακίδες με τα ιδεογράμματα με ακρίβεια πως πρόκειται για εδώδιμους καρπούς και όχι κρασί ή λάδι. Όλοι οι αγρότες εργάζονται σκληρά με την τσάπα, την αξίνα ή το σκαλιστήρι, σκάβουν, βωλοκοπούν, βοτανίζουν καθαρίζουν τη γη από τα ζιζάνια, κορφολογούν τα κλήματα, τρυγούν και απλώνουν σε αλώνια τα σταφύλια ή τα κρεμούν για να ξεραθούν.
Από τα μέσα του Αυγούστου αρχίζει ο τρύγος και συνεχίζει μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου. Η ύπαιθρος αντιβουίζει τότε από τις φωνές και τα τραγούδια των γυναικών, που κόβουν τα σταφύλια, και των ανδρών που μεταφέρουν τα γεμάτα καλάθια. Τα περισσότερα αμπέλια (Woϊnades) απλώνονται στις βουνοπλαγιές, πίσω από τις ξερολιθιές, που στεφανώνονται με αγκάθια: φυλάγονται από τις αλεπούδες και τους τράγους. Τα κλήματα (we-ve-we) τυλίγονται συχνά σε μεγάλα δέντρα ή στηρίζονται σε μικρούς πασσάλους. Ξέρουν ωστόσο να τα φυτεύουν γραμμωτά, σε απόσταση ένα μέτρο και ογδόντα με δυο μέτρα το ένα από το άλλο, να τα στηρίζουν και να κάνουν κληματαριές ή να τα αφήνουν να σέρνονται στο χώμα.
Το Φθινόπωρο τα οργώνουν, τα κλαδεύουν με προσοχή τον χειμώνα, τα σκαλίζουν την Άνοιξη, τα βλαστολογούν στις αρχές του Καλοκαιριού και τα διατηρούν καθαρά όλες τις εποχές. Μόλις κόψουν τα σταφύλια τα βάζουν σ’ ένα αλώνι για δέκα μέρες και κατόπιν στη σκιά για πέντε ακόμη μέρες για να ζαχαρώσουν. Όταν θέλουν να κάνουν μούστο τα πατούν φρέσκα σ’ ένα μεγάλο κάδο, τον ληνό, που ήταν κατασκευασμένος από λαξεμένη πέτρα ή από ψημένη άργιλο. Ο μούστος τρέχει και μεταγγίζεται σε μια λεκάνη, που βρίσκεται από κάτω. Ψηλά πιθάρια θα γεμίσουν με εκατόν είκοσι ως διακόσια λίτρα μούστο ή θα τα τοποθετήσουν σε ξύλινα βαρέλια.
Ο μούστος ζυμώνεται, γίνεται ζύμωση και βράζει για 40-50 ημέρες όπου γίνεται η μετάγγιση. Είναι η στιγμή για μεγάλες χαρές. Οι Μυκηναίοι δοκιμάζουν, για πρώτη φορά, το αίμα του θεού του πατητηριού του Διονύσου. Η γιορτή του κρασιού είναι μια ξεχωριστή βραδιά μέσα στη μονοτονία της ζωής. Χιλιάδες άνθρωποι χορεύουν ξέφρενα ώσπου να αποκάμουν. Στήνουν χορό κοντά στο πατητήρι ή στον κάδο με το κρασί ή γύρω από τα ιερά δέντρα, που είναι κάτι περισσότερο από χορός είναι πραγματική τελετή. Στα βουνά της Βοιωτίας τρέχουν οι Μαινάδες, που τις ξετρελαίνει η παρουσία του θεού. Θα τον ξαναγιορτάσουν με διαλογικά τραγούδια (από αυτά γεννήθηκε ο διάλογος της Τραγωδίας) και χορούς τον Γενάρη, όταν το κρασί θα έχει γίνει και τον Μάρτη ή τον Απρίλη, όταν θα ξαναφουντώσουν τα αμπέλια. Κρασί στους καταλόγους, που περιλαμβάνουν συνήθως σιτηρέσια, δεν εμφανίζεται, ίσως ήταν πολυτέλεια. Όμως στη Πύλο έχουμε έγγραφο (Gn 428), όπου σημειώνεται χορήγηση κρασιού σε μικρές ποσότητες, ή μεγαλύτερη ποσότητα που χορηγείται σε κάποιον είναι 48 λίτρα –μπορεί όπως αυτός να αντιπροσώπευε ομάδα. Δυο άλλες ομάδες παίρνουν μόνον από 9,6 λίτρα καθεμιά.
Ένα πολύ ευρύχωρο οίκημα στο ανακτορικό συγκρότημα στον Άνω Εγγλιανό, όπου βρέθηκαν αγγεία μεγάλης περιεκτικότητας, αναγνωρίστηκε από τους αρχαιολόγους ως οιναποθήκη και τούτο επιβεβαιώθηκε από την παρουσία σφραγισμάτων που φέρουν αποτυπωμένο το ιδεόγραμμα του κρασιού και χιλιάδες ποτήρια δίοπα. Στο κύριο Δωμάτιο του ανακτόρου περιέχονταν 35 πιθάρια για κρασί διευθετημένα σε σειρές. Σ’ ένα από αυτά υπάρχει και η λέξη μελίτιος [me-ri-ti-jo], δηλαδή κρασί με μέλι. Ας σημειωθεί επίσης ότι σε ορισμένα από τα 60 πήλινα σφραγίσματα που βρέθηκαν στην Αποθήκη του Οίνου υπήρχε ιδιαίτερο εγχάρακτο σημείο της Γραμμικής Β’ Γραφής δηλωτικό του κρασιού. Η Αποθήκη περιγράφεται στην Οδύσσεια γ’, 390-392.
Στα αντικείμενα των ανασκαφών από το Παλάτι του Νέστορος και των παρακειμένων νεκροταφείων που εκτίθενται στο Μουσείο της Χώρας Τριφυλίας περιλαμβάνονται και τα κεραμεικά όπου επικρατεί το χαρακτηριστικό Μεσσηνιακό δίδυμο κύπελλο, γνωστό ως δέπας αμφικύπελλον. Από τους τάφους της Τραγάνας έχουμε αρκετά αγγεία, αντιπροσωπευτικά δείγματα του πρώτου Μυκηναϊκού ρυθμού (1550-1500 π. Χ.), όπως γραπτά κύπελλα τύπου Keftiu με μεσαίο ανάγλυφο δακτύλιο, που μιμούνται μεταλλικά πρότυπα. Υπάρχουν δυο χρυσά κύπελλα από την Περιστεριά και τρία άλλα μικρότερα χρυσά κύπελλα με έκτυπες σπείρες, δείγμα του μεγάλου πλούτου στη θέση αυτή κατά την Πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή.
Τα πολλά ποτήρια στο παλάτι δείχνουν την ευρεία χρήση του κρασιού και σε θρησκευτικές τελετές, σε θυσίες, αλλά κυριότερα οι Μυκηναίοι πρόσφεραν κρασί στον ξένο για να τον καλωσορίσουν και να τον υποδεχτούν σαν άρχοντα.
Εκτός από το κρασί στις προμήθειες του χειμώνα οι άνθρωποι της εποχής εκείνης έβαζαν να ξεραθούν και μερικά σταφύλια που τα έλιαζαν και τα έκαναν σταφίδες. Ο χωριάτης που έπινε λίγο κρασί, έδινε αντί για πληρωμή σε είδος ολόκληρη σχεδόν την παραγωγή του στους ανθρώπους των ιερών και των ανακτόρων, ως προσφορά και ως φόρο.
Το σκουρόχρωμο ελληνικό κρασί αναδίδει ατμούς, είναι πλούσιο σε οινόπνευμα και είναι συχνά αρωματισμένο. Όταν δεν το προσφέρουν για σπονδή στις θεότητες και δεν το πίνουν στα επίσημα Συμπόσια, το εξάγουν σ’ όλους τους παράκτιους πληθυσμούς της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Διευκολύνει πάρα πολύ τις εμπορικές δοσοληψίες. Θολώνει το μυαλό των ηλιθίων, όπως του Κύκλωπα Πολύφημου, και διεγείρει τον ζήλο και την αγάπη των πολεμιστών, όπως του Αχιλλέα ή του Οδυσσέα. Είναι πιθανόν ότι μερικά από τα είκοσι πάνω-κάτω είδη κρασιών που ήταν γνωστά στο Αρχιπέλαγος κατά τον Μεσαίωνα, της Μονεμβασίας, το μοσχάτο, το αθήρι, το σαμιώτικο, ο ανθοσμίας (ένα γλυκό κρασί που έχει φθάσει μέχρι τα Madeira της Πορτογαλίας) ανάγονται στην απώτατη αρχαιότητα.
Οι Μυκηναίοι αρωμάτιζαν το κρασί και χαίρονταν το άρωμα κάποιου παλιού κρασιού, όπως το άρωμα του τριαντάφυλλου, της βιλέτας, του νάρκισσου, του ζουμπουλιού. Χαίρονταν με τη μυρωδιά του ξύλου του κέδρου, του έβενου και των άλλων δέντρων που έφτιαναν τα βαρέλια του κρασιού. Δεν ξέρουμε αν θεωρούσαν τους μαύρους καρπούς και το λάδι της αγριοδαμασκηνιάς (ράμνος) ως αρωματική, καθαρτική ή χρωστική ύλη.
Είχαν πολύ διαφορετική από τη δική μας αντίληψη των γεύσεων και των χρωμάτων και έτσι η μαγειρική, η ιατρική και η μαγεία διαδραματίζουν και συγχέουν τους ρόλους τους. Ακόμη και για τον Πλάτωνα είναι τρεις τέχνες ή τεχνικές που είναι δύσκολο να τις ξεχωρίσουμε.
Όλοι οι λαοί της Εγγύς Ανατολής από την Αίγυπτο ως την Βαβυλωνία και από τη Μ. Ασία ως την Πελοπόννησο θεωρούσαν τα αρώματα σαν την ψυχή των πραγμάτων, ως την πιο ευαίσθητη έκφραση της προσωπικότητας των ανθρώπων και των θεών. Η ευχαρίστηση ή η αποστροφή που ένιωθαν τα ρουθούνια τους γι’ αυτά τα «αιθέρια έλαια», όπως τόσο σωστά τα ονόμαζαν, είχαν εν μέρει θρησκευτικό ή μυστικιστικό χαρακτήρα. Οι μυρωδιές σαν μια απέραντη γραφή τους βοηθούσαν για να δώσουν κάποια σημασία στον κόσμο. Φορτωμένες με σύμβολα, αξίες και τελικούς σκοπούς δεν προορίζονταν όπως σήμερα να διεγείρουν τις αισθήσεις: μιλούσαν στο μυαλό και στην καρδιά.
Ο κόσμος του Αιγαίου ήξερε από πολύ νωρίς να φυτεύει, να μπολιάζει και να κλαδεύει με πολύ προσοχή στα κτήματα. Την εποχή του Τρωικού πολέμου, οι Αιγαίοι έπιναν κρασί μέσα σε μεγάλες κούπες με δυο λαβές και έτρωγαν σταρένιο ψωμί. Ήξεραν να φτιάχνουν ένα αρωματισμένο φαγητό με όλες τις μυρωδιές της Ελληνικής γης και να προσφέρουν ένα μυρωδάτο κρασί, που δεν ξέρει κανείς αν ήταν ποτό, ηδύποτο ή το αίμα του Διονύσου. Ήθελαν να φέρουν έναν άνθρωπο κοντά στον άλλο ή να τους κάνουν πιο ανθρώπινους. Αυτή ήταν η τέχνη να δέχονται. Αρκεί να διαβάσουμε την περικοπή από την ωδή Λ της Ιλιάδας, όπου την ωραία Εκαμήδη να ετοιμάζει ένα ορεκτικό για το γέρο-Νέστορα, το βασιλιά της Πύλου. Βρίσκουμε όλα σχεδόν τα στοιχεία στις πινακίδες: πάνω σ’ ένα ωραίο στιλβωμένο μαυρόποδο και χάλκινο τραπέζι, σερβίρει κρεμμύδι «γευστικό προσφάγι για να πίνουν» χλωρό μέλι, παλιό πράμνειο κρασί, κατσικίσιο τυρί, άσπρο αλεύρι.
Τα κείμενα δίνουν την εντύπωση ενός λαού εκλεπτυσμένου, ενός θαυμάσιου πολιτισμού, που τον διατρέχει το βλέμμα του Δία και οι φτερωτές πτέρνες του Ερμή. Μια χώρα πτωχική, άγονη, σχεδόν γεμάτη βράχια, ερημιές και βαλτοτόπια. Πώς αυτή η χώρα έγινε τόσο μεγάλη και τόσο πολιτισμένη, τόσο σπουδαία; Και δεν μιλούμε για τα χρυσά προσωπεία και τους χρυσούς θησαυρούς των Μυκηναίων αλλά για την κληρονομιά που άφησαν στον κόσμο: ένα πνεύμα, δηλ. ιδέες, εφευρέσεις, μια ηθική. Και ακόμη περισσότερο ένα θρησκευτικό, πολιτικό, δικαστικό, τεχνικό, στρατιωτικό λεξιλόγιο με το οποίο ακόμη εκφράζεται. Από τους Έλληνες προέρχεται ακόμη η αγάπη για την ελεύθερη συζήτηση για την αντιπαράθεση των ιδεών, την άμιλλα, τον ανταγωνισμό και από μια εποχή, την Μυκηναϊκή, διδάχτηκε τόσα πολλά η Ευρώπη, μια εποχή όπου μερικοί τολμηροί αμφισβητούσαν την εξουσία, ταξίδευαν και ανακάλυπταν άλλες χώρες και άλλους ήρωες να πιούν κρασί μαζί τους, να αντιπαρατεθούν ή να διασκευάσουν και να εκπολιτιστούν.


ΠΗΓΗ: ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ, ΤΟΜΟΣ ΛΘ’ (39) 1998-2003

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013


Κατά μήνα Πυανοψιώνα

Της ΣΕΜΕΛΗΣ ΠΙΝΓΙΑΤΟΓΛΟΥ
Αν. καθηγ. Κλασικής Αρχαιολογίας
στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης






Ο μήνας Πυανοψιών είναι πλούσιος σε εορταστικές εκδηλώσεις, καθώς ο πληθυσμός της Αττικής φρόντιζε να εξασφαλίζει τη θεϊκή προστασία για τις γεωργικές εργασίες με τις οποίες άρχιζε τον Οκτώβριο ο κύκλος της ετήσιας παραγωγής. Οι γιορτές ήταν είτε αυθόρμητες λαϊκές, και αποσκοπούσαν στην ευετηρία, την ευόδωση της συγκομιδής, είτε θεσπισμένες από την πολιτεία, και εξυπηρετούσαν πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει η πρώτη γιορτή του Πυανοψιώνος, τα Προηρόσια. Στις πέντε Πυανοψιώνος οι δυο ανώτεροι ιερείς της Ελευσίνας, ο ιεροφάντης και ο κήρυξ, ανάγγελαν δημόσια την έναρξη της γιορτής. Την ημέρα αυτή αποδιδόταν στη Δήμητρα η καθιερωμένη προσφορά πριν από την άροση των αγρών, με σκοπό να τελεσφορήσει η καρποφορία τους. Όλοι οι Έλληνες ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν στην Ελευσίνα τη δεκάτη της σοδειάς τους, όπως μαθαίνουμε από επιγραφή της εποχής του Πελοποννησιακού πολέμου. Στην ίδια εποχή ανάγεται και η τραγωδία Ικέτιδες του Ευριπίδη, στην προλογική ρήση της οποίας η Αίθρα, η μάνα του Θησέα, δηλώνει ότι έφθασε στην Ελευσίνα για να προσφέρει την προκαταρκτική της άροσης θυσία. Η συνήθεια αυτή, που πρέπει να αναβίωσε αυτά τα χρόνια, ήταν οπωσδήποτε αρχαιότερη της ενσωμάτωσης της Ελευσίνας στην Αττική, θα πρέπει δηλαδή πιθανότατα να χρονολογηθεί στις αρχές του 6ου αι. π. Χ. Για να κατοχυρωθούν οι Αθηναίοι για την είσπραξη της δεκάτης έπλασαν τον μύθο ότι η γιορτή θεσπίστηκε έπειτα από χρησμό του δελφικού μαντείου για τη σωτηρία όλων των Ελλήνων από το λοιμό: οι Αθηναίοι έπρεπε να θυσιάζουν στη Δήμητρα εκ μέρους των υπολοίπων, οι οποίοι κατά συνέπεια όφειλαν να στέλνουν στην Αθήνα το ποσό που τους αναλογούσε. Το ιερατείο της Ελευσίνας εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του προς το δελφικό προσφέροντας θυσία και παραθέτοντας γεύμα στον Πύθιο Απόλλωνα δυο μέρες αργότερα.
Πυανόψια
Η γιορτή, όπως είναι προφανές, δεν ήταν ένα λαϊκό ξεφάντωμα, γι’ αυτό άλλωστε δεν σχολιάζεται στις αττικές κωμωδίες, σε αντίθεση με τη γιορτή που ακολουθούσε, τα Πυανόψια, σε ένα έθιμο της οποίας, την ειρεσιώνη, αναφέρεται επανειλημμένως ο Αριστοφάνης. Στις επτά Πυανοψιώνος, μέρα των γενεθλίων του Απόλλωνα, οι αγρότες φρόντιζαν να εξασφαλίσουν τη συνδρομή του. Του πρόσφεραν ένα χυλό που κατακεύαζαν από πυάνα (κουκιά) και άλλους εδώδιμους καρπούς και δημητριακά. Το είδος αυτό της θυσίας καθιερώθηκε, σύμφωνα με τον αιτιολογικό μύθο, από τον Θησέα, όταν επέστρεψε σώος από την Κρήτη με τους συντρόφους του. Τότε πρόσφερε στον θεό τις προμήθειες που του είχαν απομείνει, εκπληρώνοντας έτσι ένα παλαιότερο τάμα του.
Την ίδια μέρα στόλιζαν ένα κλαδί ελιάς με τούφες λευκού και κόκκινου μαλλιού, καθώς και διάφορους καρπούς. Παιδιά περιέφεραν αυτό το σύμβολο της ευφορίας, που λεγόταν ειρεσιώνη, από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας: «η ειρεσιώνη φέρνει σύκα και αφράτα ψωμάκια και μέλι με κοτύλη και λάδι για ν’ αλειφτείτε και μια κύλικα αφράτο μεθυστικό κρασί για ν’ αποκοιμηθείτε». Αφού τελείωνε αυτή η περιφορά, που σκοπό είχε να φέρει την ευλογία σε κάθε σπιτικό, κρεμούσαν το κλαδί στην είσοδο του ιερού του Απόλλωνα.
Η γιορτή αυτή με τις λαϊκές καταβολές συνδέθηκε εκ των υστέρων με τον Απόλλωνα, ο οποίος εκ πρώτης όψεως δεν έχει σχέση με τη γονιμότητα. Ωστόσο, ήταν θεός ανεξίκακος, δηλαδή απομάκρυνε γενικώς το κακό, και μάλιστα προστάτευε τους σπαρμένους αγρούς από ανεπιθύμητους και φθοροποιούς επισκέπτες, όπως οι ακρίδες και οι αρουραίοι, ιδιότητα που δηλώνεται από τις λατρευτικές επωνυμίες του Παρνόπιος (πάρνοψ: η ακρίδα) και Σμινθεύς (σμίνθος: ο αρουραίος).

Οσχοφόρια

Την ίδια μέρα γιόρταζαν οι Αθηναίοι μια γιορτή του τρύγου, τα Οσχοφόρια (και Ωσχοφόρια). Από ένα ιερό του Διονύσου στο άστυ ξεκινούσε μια αλλόκοτη πομπή. Προπορεύονταν δυο νέοι, ξεχωριστοί σε γενιά και πλούτο, ντυμένοι γυναικεία, κρατώντας στα χέρια κλαδιά αμπελιού φορτωμένα σταφύλια, τους όσχους, που έδινα το όνομα και στη γιορτή. Ακολουθούσαν, στη σειρά: χορωδία που έψαλλε τα «οσχοφορικά μέλη», ο κήρυξ με στεφάνι στο διακριτικό του σύμβολο, το κηρύκειο, και οι δειπνοφόροι, γυναίκες που μετέφεραν τρόφιμα, απαραίτητα για το δείπνο που ακολουθούσε. Η πομπή κατευθυνόταν στο ιερό της Αθηνάς Σκιράδος στο Φάληρο, το λεγόμενο Οσχοφόριο. Εκεί, μετά τις καθιερωμένες σπονδές, οι προσκυνητές έπρεπε όλοι μαζί κραυγάζοντας να εκφράσουν θρίαμβο και χαρά («ελελεύ»), αλλά καυ σύγχυση και πόνο («ιού, ιού»). Τέλος, έπαιρναν μέρος σε ένα συμπόσιο, κατά τη διάρκεια του οποίου ακούγονταν διηγήσεις, μάλλον από τις δειπνοφόρους.
Τα παραπάνω αξιοπερίεργα χαρακτηριστικά της γιορτής αιτιολογούνταν με επεισόδια από το ταξίδι του Θησέα στην Κρήτη και την επιστροφή του. Για παράδειγμα, η μεταμφίεση των νέων παρέπεμπε στο μύθο του Θησέα που είχε ντύσει κοριτσίστικα δυο αγόρια και έτσι πήρε μαζί του στην Κρήτη, όχι επτά νέες αλλά πέντε, οπότε τα δυο επιπλέον αγόρια του φάνηκαν πολύτιμα αργότερα, κατά την επιχείρηση διαφυγής τους από την Κρήτη. Οι δειπνοφόροι γυναίκες μιμούνταν τις μάνες των δεκατεσσάρων παιδιών που κληρώθηκαν για να σταλούν στην Κρήτη ως βορά του Μινώταυρου. Αυτές, σύμφωνα με το μύθο, αφενός έφεραν στο Φάληρο πριν από τον απόπλου στα παιδιά τους τρόφιμα, και αφετέρου, για να στρέψουν αλλού την προσοχή τους, τους διηγούνταν ιστορίες. Εξάλλου, ο κήρυξ στεφάνωνε όχι τον εαυτό του αλλά το κηρύκειο, σε ανάμνηση του κήρυκα που, σταλμένος στην Αθήνα να αναγγείλει την άφιξη του Θησέα, βρήκε την πόλη να θρηνεί τον θάνατο του Αιγέα. Έτσι σε ένδειξη πένθους, το στεφάνι νίκης που του έδωσαν για τη χαρμόσυνη είδηση της σωτηρίας του Θησέα δεν το φόρεσε ο ίδιος αλλά το πέρασε στο ραβδί του. Επίσης, οι κραυγές των πιστών εξέφραζαν τόσο τη χαρά για την επιστροφή του Θησέα όσο και τον πόνο για τον άδικο χαμό του πατέρα του Αιγέα.
Η αναφορά δυο θεών σε σχέση με τη γιορτή έθεσε το ερώτημα ποιος από τους δυο, ο Διόνυσος ή η Αθηνά, είναι η τιμωμένη θεότητα. Οι όσχοι, η εποχή του τρύγου και η αφετηρία της πομπής παραπέμπουν στον Διόνυσο, ωστόσο η τέλεση της γιορτής γινόταν μέσα σε ιερό της Αθηνάς. Πολύτιμα στοιχεία για τη γιορτή διέσωσε μια επιγραφή που βρέθηκε στην αθηναϊκή αγορά. Σύμφωνα με αυτήν, την ευθύνη της διεξαγωγής της γιορτής την είχε το αττικό γένος των Σαλαμινίων, που είχε εγκατασταθεί στην Αττική. Οι Σαλαμίνιοι πρέπει να έφεραν από την πατρίδα τους μια τοπική θεά των αμπελιών, τη Σκιράδα, την οποία εξακολούθησαν να λατρεύουν στην Αττική ως Αθηνά Σκιράδα πιά, ενώ ταυτόχρονα συνέδεσαν τη λατρεία της με τον κατ’ εξοχήν θεό του κρασιού. Η σχέση του Διονύσου και του οίνου είναι βέβαια αναμφίβολη, η σύνδεση όμως της Αθηνάς με το αμπέλι και το κρασί δεν είναι τόσο προφανής. Ωστόσο μαρτυρείται στις παραστάσεις μερικών θραυσμάτων μελανόμορφων πινάκων που είχαν αφιερωθεί την υστεροαρχαϊκή εποχή στην αθηναϊκή Ακρόπολη. Σ’ αυτές η καθιστή θεά επιβλέπει άνδρες να μαζεύουν σταφύλια, υποδηλώνοντας με την παρουσία της ότι ο τρύγος βρίσκεται υπό την προστασία της.
Την επόμενη μέρα, στις οκτώ Πυανοψιώνος, είχε την τιμητική του ο ήρωας των Αθηναίων, ο Θησέας. Τα Θήσεια ήταν μια γιορτή που θεσπίστηκε από τον Κίμωνα το 475 π. Χ. στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να αποκαταστήσει τη λατρεία του Θησέα στην Αθήνα. Μια από τις πρώτες πράξεις του Κίμωνα ως πολιτικού ήταν να εκστρατεύσει εναντίον της Σκύρου, ορμητήριο πειρατών τότε, και να την καταλάβει. Αφορμή της επιχείρησης ήταν η εκπλήρωση ενός δελφικού χρησμού σχετικού με την ανεύρεση των οστών του Θησέα, ο οποίος σύμφωνα με την παράδοση είχε πεθάνει στη Σκύρο, τη μεταφορά τους στην πατρίδα και την απόδοση σε αυτά λατρευτικών τιμών. Τα οστά τοποθετήθηκαν σε ένα ιερό κοντά στην Αγορά, το Θησείον. Τότε καθιερώθηκαν τα Θήσεια ως μεγάλη δημόσια γιορτή, που περιελάμβαναν την πομπή, θυσία πολυάριθμων θυμάτων και αθλητικούς αγώνες. Από επιγραφή του 160 π. Χ. φαίνεται ότι το πρόγραμμα των αγώνων, τουλάχιστον στην εποχή που χρονολογείται η επιγραφή, είχε περισσότερο στρατιωτικό χαρακτήρα –αναφέρονται, π.χ., έπαθλα για σαλπιγκτές, αγγελιαφόρους, ομάδες ευανδρίας και ευοπλίας- και δεν μπορεί να αφορούσε όλους τους Αθηναίους.
Την επόμενη μέρα, ενάτη του μήνα, γιορτάζονταν τα Στήνια, τα οποία τιμούσαν τη Δήμητρα και την Κόρη. Για το τυπικό της γιορτής οι πληροφορίες μας περιορίζονται αφενός στο ότι οι πρυτάνεις προσέφεραν θυσία στις δυο θεές εκ μέρους της βουλής και του δήμου, και αφετέρου στο ότι οι γυναίκες αντάλλασσαν μεταξύ τους, πειράγματα, ύβρεις και λοιδορίες. Αυτή η γνωστή και από άλλες γιορτές της Δήμητρας αισχρολογία είχε σκοπό να ενεργοποιήσει τις γονιμικές δυνάμεις της γης μέσω της μαγικής δύναμης των λέξεων.



Θεσμοφόρια
Τα Στήνια επισκιάστηκαν από τα Θεσμοφόρια, τη μεγάλη τριήμερη γιορτή προς τιμή των Θεσμοφόρων θεών, Δήμητρας και Κόρης, που γιορτάζονταν στην Αθήνα δυο μέρες αργότερα. Η γιορτή, αποκλειστικά γυναικεία, τελούνταν αυτή την εποχή του έτους σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Στην Αθήνα η γιορτή άρχιζε στις ένδεκα Πυανοψιώνος. Η πρώτη ημέρα ήταν η Άνοδος. Οι Αθηναίες ανηφόριζαν τη βορειοδυτική πλευρά της Ακρόπολης για να καταλήξουν στο Θεσμοφόριο, το ιερό των Θεσμοφόρων θεών, που πρέπει να γειτνίαζε, αν δεν ταυτιζόταν, με το Ελευσίνιο, το παράρτημα του ιερού της Ελευσίνας στο άστυ. Η ανάβαση ήταν επίπονη, καθώς μετέφεραν ό,τι τους χρειαζόταν κατά την τριήμερη παραμονή τους στο ιερό. Την πρώτη μέρα, έπρεπε να γίνουν όλες οι προετοιμασίες, να στήσουν τις σκηνές που θα κατέλυαν, να φτιάξουν τα στρώματά τους από ειδικά φυτά, ικανά να απομακρύνουν τα φίδια, αλλά και άλλα ενοχλητικά έντομα και ερπετά.
Η δεύτερη μέρα λεγόταν Νηστεία, εξαιτίας της αποχής από τροφή. Οι γυναίκες κατά τη διάρκειά της φρόντιζαν να έρχονται σε επαφή με τη γη, καθισμένες απευθείας στο χώμα, προκειμένου να ενεργοποιήσουν τις γονιμοποιητικές δυνάμεις της. Η απομάκρυνση των γυναικών από τις οικογένειές τους δημιουργούσε αναστάτωση στην αθηναϊκή κοινωνία, με αποτέλεσμα να μη λειτουργούν αυτήν την ημέρα τα δικαστήρια και να μη συνέρχεται η βουλή. Ανάμεσα στις θεότητες που επικαλούνταν οι πιστές ήταν και η Καλλιγένεια, η θεά που βοηθούσε την απόκτηση καλών απογόνων. Από αυτήν πήρε το όνομά της η τρίτη ημέρα της γιορτής, κατά την οποία οι γυναίκες δεν παρακαλούσαν μόνο για τη γονιμότητα της γης αλλά και για τη δική τους ευτοκία, έφερναν στις θεές αναίμακτες προσφορές και θυσίαζαν χοίρο. Την ευθύνη της διοργάνωσης και της προμήθειας τροφής και χρημάτων αναλάμβαναν δυο εύπορες γυναίκες από κάθε δήμο, οι λεγόμενες άρχουσες.
Κατά τη διάρκεια της Καλλιγένειας πρέπει να τελούνταν η πιο σημαντική ιεροπραξία της γιορτής: Σε κάποια προηγούμενη γιορτή της Δήμητρας, τα Σκύρα, ή ίσως, σύμφωνα με τη νεότερη άποψη της Simon, τα Στήνια, οι γυναίκες έριχναν χοιρίδια, μαζί με άλλα συμβολικά αντικείμενα, όπως ζυμαρένια ομοιώματα φιδιών, ανδρικών γεννητικών οργάνων και κουκουναριών, μέσα σε χάσματα γης των ιερών, τα λεγόμενα μέγαρα. Κατά τα Θεσμοφόρια, αγνές γυναίκες, οι λεγόμενες αντλήτριες, ανέσυραν τα υπολείμματα των χοιριδίων από τα μέγαρα, τα απέθεταν στους βωμούς του ιερού και στη συνέχεια τα σκόρπιζαν στα χωράφια προκειμένου να προκαλέσουν την ευφορία τους. Επειδή οι μαγικές γονιμικές διαδικασίες δεν έπρεπε να παρεμποδίζονται με κανενός είδους δεσμά, έλυναν κατά τη διάρκεια της γιορτής τα δεσμά των φυλακισμένων. Οι θεσμοί που έδωσαν το όνομα στη γιορτή ήταν, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, «αυτά που είχαν κατατεθεί» στα μέγαρα και τα ανέσυραν οι αντλήτριες, ενώ υπάρχει και η άποψη ότι οι νόμοι που έφερε η Δήμητρα στους ανθρώπους για να πορίζονται την τροφή.
Το γεγονός ότι τα Θεσμοφόρια ήταν η γιορτή μιας κλειστής ομάδας, και μάλιστα των γυναικών, έδωσε λαβή για σκωπτικά σχόλια στους αρχαίους συγγραφείς, σε σχέση, για παράδειγμα, με τη νηστεία της δεύτερης μέρας ή την κρυφή κατανάλωση κρασιού από τις γυναίκες, με αποκορύφωμα βέβαια τις Θεσμοφοριάζουσες, μέσα στον ξέφρενο κύκλο των οποίων τοποθετεί τη δράση της κωμωδίας του ο Αριστοφάνης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
L. Deubner, Attische Feste (1932).
H. W. Parke, Festivals of the Athenians (1977).
E. Simon, Festivals of Attica. An Archaiological of Commentary (1983).
Για την επιγραφή των Σαλαμινίων: W.S. Ferguson, Hesperia 7, 1938, I κε.
Για την Αθηνά ως θεά του τρύγου: S. Fritzilas, Athena beim Weinlesefest, Hefte des archaiologischen Seminars der Universitat Bern I7, 2000, Ι5 κε.



ΠΗΓΗ: Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Επτά Ημέρες, Κυριακή 07/10/2001

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013


Τα Δηλιακά Διονύσια

Tης Zωής ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Aρχαιολόγου


Τον μήνα Γαλαξιώνα (Μάρτιο – Απρίλιο), την εποχή του έτους που οι αρχαίοι ναυτικοί ξεκινούσαν τα ταξίδια τους στο Αιγαίο, τελούνταν στο μεγάλο νησιωτικό ιερό της Δήλου τα Διονύσια, μια γιορτή με εντυπωσιακά τελετουργικά στοιχεία και σημαντικές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.
Την περίοδο της δηλιακής ανεξαρτησίας (314 – 316π. Χ.), τα Διονύσια εορτάζονταν κατά το μήνα Γαλαξιώνα, τον αντίστοιχο του αττικού Ελαφηβολιώνα, οπότε στην Αθήνα εορτάζονταν τα εν άστει Διονύσια, με τα οποία τα Δηλιακά Διονύσια είχαν πολλά κοινά στοιχεία. Το κεντρικό και εντυπωσιακότερο στοιχείο της δηλιακής εορτής ήταν η φαλλοφορία’ το άγαλμα, ένα πουλί με φαλλόσχημο κεφάλι, μεταφερόταν πάνω στο φαλλαγωγείο ή άμαξα, πιθανόν ένα καΐκι με ρόδες. Σύμφωνα με τις επιγραφές, σε διάφορα σημεία της διαδρομής γινόταν ειδική διαμόρφωση για να περάσει η πομπή, ενώ είναι πιθανό ότι κάποια στιγμή η άμαξα έπλεε στο νερό. Μετά την ολοκλήρωση της πομπής, η οποία κατέληγε στο μεγάλο βωμό του θεού στα νότια του Θεάτρου όπου πιθανόν γινόταν θυσία, ξεκινούσαν οι αγώνες.
Στα Διονύσια της Δήλου τελούνταν δραματικοί και χορικοί αγώνες. Στους χορικούς αγώνες διαγωνίζονταν δύο χοροί που, τουλάχιστον για την περίοδο της ανεξαρτησίας, απαρτίζονταν από παιδιά ελεύθερων Δηλίων. Υπήρχε το σύστημα της συγχορηγίας, εφόσον δυο ζεύγη πολιτών ήταν χορηγοί για δυο κύκλιους διθυραμβικούς χορούς.
Μετά τους χορικούς, ακολουθούσαν οι δραματικοί αγώνες. Και εδώ εφαρμοζόταν ένα είδος συγχορηγίας: για τους κωμικούς αγώνες αναφέρονται δυο ομάδες τριών χορηγών (δυο πολίτες και ένας μέτοικος) από τις οποίες νικούσε η μια’ το ίδιο σύστημα εφαρμοζόταν και στους τραγικούς. Ποιο ήταν το έπαθλο των νικητών χορηγών στη Δήλο δε γνωρίζουμε. Σώζονται δυο χορηγικά ενεπίγραφα μνημεία από την περίοδο της δηλιακής ανεξαρτησίας, από τα οποία το μνημείο του Καρύστιου (τέλη 4ου, αρχές 3ου αι. π. Χ.), στη νότια πλευρά του ναΐσκου του Διονύσου, είναι το εντυπωσιακότερο. Πρόκειται για ένα έναν πεσσό με ανάγλυφες παραστάσεις στις τρεις πλευρές: στην κύρια, δυτική πλευρά, εικονίζεται κόκορας με λαιμό και κεφάλι σε σχήμα φαλλού (κάπως έτσι θα πρέπει να φανταστούμε και το άγαλμα που μεταφερόταν στη διάρκεια της πομπής πάνω στο πλοίο-άμαξα), ενώ στις πλευρικές όψεις εικονίζονται μέλη του διονυσιακού θιάσου να βαδίζουν προς την κεντρική παράσταση. Στην άνω πλευρά του πεσσού υπάρχει κοιλότητα για την τοποθέτηση του φαλλού.
Η πληθώρα των αρχαιολογικών ευρημάτων που σχετίζονται με το δράμα, ειδικά τον 2ο και 1ο αι. π. Χ., μαρτυρεί για την αγάπη των κατοίκων της κοσμοπολίτικης Δήλου για το θέατρο: ψηφιδωτά δάπεδα με σκηνές της νέας κωμωδίας, προσωπεία διαφόρων τύπων του δράματος, τρίποδες, μουσικά όργανα που σχετίζονται με το θέατρο, ειδώλια διαφόρων δραματικών τύπων (γραΐδια, δούλοι, προαγωγοί, εταίρες, αγροίκοι, πορνοβοσκοί), ανάγλυφα, πλαστικά αγγεία σε σχήμα προσωπείου, τοιχογραφίες με θεατρικά θέματα.
Η αγάπη των κατοίκων της Δήλου για το θέατρο αντικατοπτρίζεται και στα επιγραφικά ευρήματα. Σύμφωνα με τους χορηγικούς καταλόγους της δηλιακής ανεξαρτησίας, στη Δήλο εμφανιζόταν ένας μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών (διονυσιακών τεχνητών). Ερευνώντας την καταγωγή τους διαπιστώνουμε ότι και οι τρεις μεγάλες ενώσεις διονυσιακών τεχνιτών της εποχής (Κοινά Αθήνας, Ισθμού και Νεμέας, Ιωνίας και Ελλησπόντου) έδειχναν έντονο ενδιαφέρον για τις γιορτές στο νησί. Στους δηλιακούς χορηγικούς καταλόγους αναφέρονται από κοινού οι τεχνίτες που εμφανίστηκαν στα Απολλώνια και τα Διονύσια, όχι όμως οι νικητές των αγώνων αλλά όσοι έκαναν δωρεάν κάποια επίδειξη, τιμώντας το θεό και την πόλη. Από τους τεχνίτες αυτούς, οι ηθοποιοί, οι ποιητές τραγωδιών και οι ποιητές κωμωδιών και ορισμένοι από τους διθυραμβοποιούς και τους αυλητές, θα είχαν επισκεφθεί την Δήλο με αφορμή τα Διονύσια. Επίσης, ονόματα διονυσιακών τεχνιτών αυτών των ειδικοτήτων μας είναι γνωστά και από τα ψηφίσματα με τα οποία η πόλη τιμά κάποιον από τους τεχνίτες για την προσφορά του. Οι τεχνίτες μπορούσαν, ανταποδίδοντας τις τιμές, να προσφέρουν στο δηλιακό ιερό κάποιο από τα αντικείμενα που τους χάρισαν τη νίκη, όπως δυο ηθοποιοί που αφιέρωσαν τα προσωπεία τους στον ναό του Απόλλωνα ή όπως ο αυλητής Σάτυρος, που αφιέρωσε στo θεό τους αυλούς του.


ΠΗΓΗ: Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Επτά Ημέρες, Κυριακή 1/4/2001

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013


Κατά  μήνας Ανθεστηριώνα και Eλαφηβολιώνα


Της Σεμέλης ΠΙΝΓΙΑΤΟΓΛΟΥ
Αν. καθηγήτριας Κλασικής Αρχαιολογίας
στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Είκοσι τρεις του Ανθεστηριώνος. Αρχές Μαρτίου. Οι κάτοικοι της Αθήνας και των γειτονικών δήμων συρρέουν στις όχθες του Ιλισού, στο ιερό του Δία Μειλίχιου για να γιορτάσουν τη μεγάλη πατροπαράδοτη γιορτή του, τα Διάσια. Ο Δίας αυτός δεν είναι ο ολύμπιος βασιλιάς, αλλά ένας θεός με χθόνιο χαρακτήρα, που έχει ανάγκη από θυσίες εξιλασμού για να κατευνασθεί η οργή του και να γίνει καλόβουλος, Μειλίχιος, όπως τον ονομάζουν ευφημιστικά. Επειδή έχει σχέση με τη γη τον φαντάζονται με μορφή φιδιού ή σαν σεβάσμιο γέροντα που συνοδεύεται από φίδι, να μοιάζει με τον Πλούτωνα όχι μόνο στη φύση αλλά και στη μορφή. Οι πιστοί φέρνουν στο ιερό του τις προσφορές τους, έτσι όπως συνήθιζαν ανέκαθεν στον τόπο τους, ομοιώματα ζώων από ζυμάρι ή καρπούς.  Μερικοί προσφέρουν και αιματηρές θυσίες, κατά κανόνα ολοκαυτώματα, όπως πρέπει σε θεούς του κάτω κόσμου. Ιερός νόμος καθορίζει τη διαδικασία της θυσίας του προβάτου που φέρνουν στο Δία Μειλίχιο του Ιλισού οι κάτοικοι της Ερχιάς, ενός δήμου της Αττικής κοντά στα σημερινά Σπάτα. Αφού εξασφάλιζαν οι πιστοί την ευμένεια του θεού με τις κάθε λογής προσφορές, το υπόλοιπο της μέρας κυλούσε μέσα σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα. Έστηναν για παράδειγμα, ένα φαγοπότι, όπως ο Στρεψιάδης στις Νεφέλες του Αριστοφάνη (στ. 408-9), ή χάριζαν δώρα στα παιδιά, όπως κάνει ο Στρεψιάδης, δωρίζοντας ένα αμαξάκι στον εξάχρονο γιό του (στ. 864). Δεν διάλεξε τη μέρα αυτή στη τύχη, αφού ο Δίας Μειλίχιος ήταν, όπως όλοι οι χθόνιοι θεοί, στοργικός προστάτης των παιδιών.


Θεωρία στη Δήλο


Κατά τον Ανθεστηριώνα γιορτάζει η Δήλος τον μουσηγέτη θεό της, και οι Αθηναίοι δεν μπορεί να λείπουν από τα Δήλια, τη μεγάλη γιορτή των Ιώνων. Η επίσημη αντιπροσωπεία τους, η θεωρία, πλαισιώνεται από ομάδες χορευτών για να πάρουν μέρος στους αγώνες που οργανώνονται εκεί «για να τέρπουν με πυγμαχία, με χορό και με τραγούδι τον Απόλλωνα» (Ομηρικός ύμνος στον Απόλλωνα 149-150). Η αττική τετράπολις, τέσσερις συνασπισμένοι γύρω από τον Μαραθώνα δήμοι, στέλνει και αυτή στη Δήλο τη δική της θεωρία, η οποία αναχωρεί μόνο εφόσον οι θυσίες που τελούνται στο ιερό του Απόλλωνα στον Μαραθώνα, το Δήλιον, δώσουν ευνοϊκά σημεία.







Τα μεγάλα ή «εν άστει» Διονύσια


Πρώτες μέρες του Ελαφηβολιώνος. Αρχές της Άνοιξης. Οι Αθηναίοι ετοιμάζονται πυρετωδώς να γιορτάσουν μια από τις μεγαλύτερες γιορτές τους. Ιερείς, ποιητές, μουσικοί, πλούσιοι πολίτες, ο απλός λαός, Αθηναίοι πολίτες και μέτοικοι, όλοι με κάποιο τρόπο έχουν το μερίδιό τους στην πολυήμερη γιορτή του Διονύσου Ελευθερέως, δηλαδή του Διονύσου Ελευθερών, μιας πολίχνης στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας. Η εισαγωγή της αγροτικής αυτής λατρείας στο άστυ αποδίδεται στον Πεισίστρατο, κατά τον 6ο αι. π. Χ. , ενέργεια που εντάσσονταν στο πλαίσιο των πολιτικών σκοπιμοτήτων του τυράννου, να κερδίσει δηλαδή με το μέρος του τον αγροτικό πληθυσμό της Αθήνας. Η εισαγωγή της λατρείας ήταν παρεπόμενο της πολιτικής ένωσης των Ελευθερών με το άστυ, όπως έγινε και με τη διείσδυση άλλων τοπικών λατρειών, π.χ. της ελευσινιακής. Ανάλογες γιορτές προς τιμήν του Διονύσου γιόρταζαν πολλοί δήμοι της Αττικής και η γιορτή της Αθήνας είχε στη λατρεία ως πρότυπο τις γιορτές αυτές των δήμων. Η διάκριση ανάμεσα σε Διονύσια εν άστει και σε αγροτικά Διονύσια άρχισε να γίνεται από τη στιγμή που διοργανώθηκαν τα αθηναϊκά και ξεπέρασαν σε μεγαλείο όλα τα άλλα. Την ευθύνη της διοργάνωσης την είχε, όπως μαθαίνουμε από τον Αριστοτέλη, ο επώνυμος άρχων, πληροφορία ενδεικτική της όψιμης εισαγωγής της γιορτής, εφόσον στις αρχαίες γιορτές των Ιώνων το ρόλο αυτό τον έπαιζε ο θρησκευτικός αξιωματούχος, ο βασιλεύς.
Σύμφωνα με την παράδοση, τη λατρεία εισήγαγε στην Αθήνα ο Πήγασος, ο ιερέας του Διονύσου στις Ελευθερές, φέρνοντας από εκεί το άγαλμα του θεού. Αυτό το ξύλινο αρχαιότροπο άγαλμα το φύλαγαν οι Αθηναίοι σε ναΐσκο που ανήγηραν μέσα στο ιερό του θεού, στη νότια πλαγιά της Ακρόπολης, εκεί όπου αργότερα ίδρυσαν και το διονυσιακό θέατρο. Το τέμενος άρχισε να διαμορφώνεται στα μέσα, ή λίγο αργότερα, του 6ου αι, π.Χ. Ο περιηγητής Παυσανίας, τον 2ο αι. μ. Χ., είδε μέσα σ’ αυτό δυο ναούς, τον παλαιό με το «αρχαίον ξόανον» του θεού, και ένα νεώτερο, που στέγαζε το χρυσελεφάντινο λατρευτικό άγαλμα του θεού, έργο του γλύπτη Αλκαμένη, του περίφημου μαθητή του Φειδία. Χάρη σε ένα απόσπασμα της Αντιόπης, της ευριπίδειας τραγωδίας που εκτυλίσσεται στις Ελευθερές, σχηματίζουμε μια ιδέα της μορφής του αγάλματος: «Στύλον θεού» το ονομάζει ο ποιητής, ο θεός δηλαδή παριστανόταν, όπως και στη Θήβα, ως ένας στύλος, ένας πάσσαλος, στον οποίο αργότερα πρόσθεταν ενδύματα και προσωπείο.



Η έλευση του θεού


Η σειρά των εκδηλώσεων της γιορτής, που περιελάμβανε, εκτός από τα τελετουργικά δρώμενα, και αγώνες, δεν μπορεί να οριστεί με μεγάλη βεβαιότητα. Είναι όμως λογικό ότι προηγούνταν οι πράξεις που είχαν προκαταρκτικό χαρακτήρα. Ως προς τη λατρεία λοιπόν, έπρεπε να προηγηθεί η επανάληψη της έλευσης του θεού από τις Ελευθερές. Για το λόγο αυτό, κάθε χρόνο μετέφεραν προηγουμένως το ξόανο σε ένα μικρό ναό στη περιοχή της Ακαδήμειας, που βρισκόταν επάνω στο δρόμο από τις Ελευθερές, και το τοποθετούσαν κοντά στην εσχάρα, τον υπόγειο βωμό του θεού. Ακολουθούσε ην λεγομένη «εισαγωγή από της εσχάρας», δηλαδή η επαναφορά του αγάλματος τελετουργικά από τους εφήβους, υπό το φως των δαδών, πίσω στο θέατρο, σε ανάμνηση της πρώτης μεταφοράς του από τις Ελευθερές.
Με τα Διονύσια συνδέθηκαν επίσης τα Ασκληπιεία, που περιελάμβαναν θυσία προς τιμή του Ασκληπιού, έπειτα βέβαια από την εισαγωγή της λατρείας του θεραπευτή θεού στην Αθήνα, το 420 π. Χ. Στον ορισμό της ημέρας της θυσίας, μια ημέρα πριν από τα Διονύσια, όπως και στην επιλογή της θέσης του Ασκληπιείου, ακριβώς δίπλα στο τέμενος του Διονύσου, πρέπει να έπαιξε κάποιο ρόλο ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής, που δέχτηκε τον θεό στην Αθήνα και γι’ αυτό του δόθηκε η προσωνυμία «Δεξίων». Όσον αφορά τώρα στους αγώνες, έπρεπε να προηγηθεί ο προαγών, «…επίδειξις ων μέλλουσι δραμάτων αγωνίζεσθαι εν τω θεάτρω (…) εισίασι δε δίχα προσώπων οι υποκριταί γυμνοί» (σχόλιο στον Αισχίνη, Κατά Κτησιφώντος 67), γινόταν δηλαδή παρουσίαση από τον ποιητή των θεμάτων των δραμάτων του και των υποκριτών (ηθοποιών) χωρίς θεατρικά κουστούμια και προσωπεία. Για τη θυσία στον Ασκληπιό και τον προαγώνα γνωρίζουμε ότι γινόταν στις 8 Ελαφηβολιώνος. Οι άλλες προκαταρκτικές εκδηλώσεις υποθέτουμε ότι μοιράζονταν μέσα στην ίδια και την επόμενη μέρα.
Για τη γιορτή μαρτυρείται και μια πομπή, που τελούνταν μάλλον στις 10 του μήνα, είχε άγνωστη για μας πορεία και κατέληγε σε θυσίες στο τέμενος του Διονύσου. Οι πιστοί έφερναν τις προσφορές τους προς το θεό, ενώ το έμβλημα τη πομπής ήταν ο φαλλός, όπως και στα αγροτικά Διονύσια, στοιχείο ενδεικτικό της καταγωγής της αστικής γιορτής. Εκτός από τα πολυάριθμα ζώα της θυσίας, στην πομπή μεταφέρονταν και πολλές αναίμακτες προσφορές από άνδρες και γυναίκες. Νέες κοπέλες ευγενικής καταγωγής κρατούσαν χρυσά κάνιστρα με τις απαρχές, τους πρώτους καρπούς. Εκτός από τους κανηφόρους συμμετείχαν και οβελιαφόροι, δηλαδή άνδρες που ανά δυο μετέφεραν στους ώμους τους οβελίες άρτους, δηλαδή μακρόστενα καρβέλια. Οι Αθηναίοι πολίτες έπαιρναν μέρος ως ασκοφόροι και οι μέτοχοι ως σκαφηφόροι. Την πομπή ακολουθούσαν και οι χορηγοί των αγώνων ντυμένοι με φανταχτερά ενδύματα. Ο Αλκιβιάδης, γράφει ο Αθήναιος, όταν ήταν χορηγός, έπαιρνε μέρος στην πομπή ντυμένος στην πορφύρα και, καθώς έμπαινε στο θέατρο, προκαλούσε με την εντυπωσιακή του εμφάνιση τον θαυμασμό όχι μόνο των ανδρών αλλά και των γυναικών.
Η γιορτή περιελάμβανε επίσης διθυραμβικούς και δραματικούς αγώνες, τις δαπάνες των οποίων επωμίζονταν πλούσιοι Αθηναίοι πολίτες, σύμφωνα με το θεσμό της χορηγίας. Οι διθυραμβικοί αγώνες διεξάγονταν πριν από τους δραματικούς, μεταξύ δέκα χορών ανδρών και δέκα χορών παίδων που έστελναν οι δέκα φυλές. Ο διθύραμβος ήταν ένα τραγούδι με μυθικό αφηγηματικό περιεχόμενο, που ψαλλόταν από ανδρικό χορό και η σύνδεσή του με το Διόνυσο μαρτυρείται ήδη από τον 7ο αι. π. Χ. : «ως Διώνυσοι’ άνακτος καλόν εξάρξαι μέλος οίδα διθύραμβον…» (Αρχίλοχος. Απόσπ. 77d) επινοημένο από τον Αρίωνα στην Κόρινθο, καθιερώθηκε και αναμορφώθηκε στην Αθήνα στα χρόνια των Πεισιστρατιδών. Για πρώτη φορά διθυραμβικοί αγώνες στα Μεγάλα Διονύσια μαρτυρούνται το 509/508 π. Χ. Το ποιητικό αυτό είδος πέρασε από διάφορα στάδια. Την τάση των διθυραμβοποιών της εποχής του να υποτάσσουν τον λόγο στη μουσική του αυλού σατίρισε ο Αριστοφάνης ονομάζοντάς τους «ασματοκάμπτας»
Ο χορηγός του οποίου ο χορός νικούσε, έπρεπε να αναθέσει στον θεό το έπαθλο που έπαιρνε από την πολιτεία, δηλαδή έναν τρίποδα. Οι τρίποδες στηρίζονταν κατά κανόνα δεξιά και αριστερά της ομώνυμης οδού των Τριπόδων. Μια ιδέα για την εικόνα που παρουσίαζε αυτός ο δρόμος δίνει το μοναδικό ακόμη όρθιο στη θέση του χορηγικό μνημείο που ανήγειρε επί άρχοντος Ευαινέτου (335/4 π. Χ.) ο Λυσικράτης, όταν νίκησε ως χορηγός ενός χορού παίδων της Ακαμαντίδος φυλής.


Η γένεση του δράματος

Με τα Διονύσια συνδέεται η πρώτη εμφάνιση των δραματικών αγώνων. Από τις 11 έως 14 του μήνα δίνονταν οι παραστάσεις. Διαγωνίζονταν τρεις τραγικοί ποιητές με μία τετραλογία και πέντε κωμικοί με μία κωμωδία
ο καθένας. Οι πέντε κωμωδίες παίζονταν κατά τη διάρκεια της πρώτης μέρας των δραματικών αγώνων, ενώ οι τραγωδίες και τα σατυρικά δράματα κατά τις επόμενες τρεις μέρες. Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου ο αριθμός των κωμωδιών μειώθηκε από πέντε σε τρεις, γεγονός που είχε ως συνέπεια ανάλογη μείωση και των ημερών των παραστάσεων, καθώς οι κωμωδίες παίζονταν από μια μετά το πέρας των άλλων δραμάτων.
Η γένεση και τα πρώτα βήματα στην εξέλιξη του δράματος αποτελούν προβλήματα που ζητούν ακόμη την επίλυσή τους, καθώς υπάρχει ένα κενό στην πληροφόρησή μας για το καίριο διάστημα ανάμεσα στην πρώτη επίσημη παράσταση δράματος με νικητή τον Θέσπι, το 535/4 π. Χ., μετά στη διδασκαλία, το 472 π. Χ., των Περσών του Αισχύλου, του πρώτου ακέραια σωζόμενου δράματος. Ενώ στον Αισχύλο υπήρχε θεματική ενότητα στα τέσσερα δράματα μιας τετραλογίας, ο Σοφοκλής εισήγαγε την ανάπτυξη των ανεξάρτητων θεματικά δραμάτων. Το τέταρτο έργο των τραγικών ποιητών ήταν ένα σατυρικό δράμα, την εισαγωγή του οποίου στα Μεγάλα Διονύσια αποδίδει η παράδοση στον Πρατίνα από την Φλειούντα την τελευταία δεκαετία του 6ου αι. π. Χ. Το είδος αυτό χάριζε στη γιορτή κάτι από την αλλοτινή της διονυσιακή ατμόσφαιρα: χάρη στην αφέλεια ή τον αχαλίνωτο ερωτισμό των ακολούθων του Διονύσου σατύρων, που αποτελούσαν τον χορό του δράματος, εξασφαλιζόταν ένα κλίμα κεφιού και χαράς που χαλάρωνε τους θεατές μετά την παρακολούθηση των τριών τραγωδιών. Η κωμωδία, απότοκη των φαλλικών γονιμικών ασμάτων κατά τον Αριστοτέλη, ενσωματώθηκε στο πρόγραμμα των Μεγάλων Διονυσίων το 486 π. Χ., με πρώτο νικητή τον ποιητή Χιονίδη.
Μετά τη λήξη των παραστάσεων ακολουθούσε η ανάδειξη των νικητών με μια πολύπλοκη διαδικασία, στην προσπάθεια των Αθηναίων να εξασφαλίσουν αντικειμενική κρίση. Οι δέκα κριτές, που κληρώνονταν ένας από κάθε φυλή, έδιναν όρκο αμεροληψίας και στο τέλος του αγώνα έγραφε ο καθένας τις προτιμήσεις του σε πινακίδιο. Τα δέκα πινακίδια έμπαιναν σε υδρία, από την οποία ο άρχων ανέσυρε τα πέντε, και από τα αναγραφόμενα ονόματα καθοριζόταν το αποτέλεσμα του αγώνα. Το όνομα του νικητή ποιητή ανακοίνωνε στο θέατρο ο κήρυκας και ακολουθούσε η στεφάνωσή του από τον άρχοντα.
Ο εορτασμός ολοκληρωνόταν με συγκέντρωση της εκκλησίας του δήμου στο θέατρο. Σε αυτήν γινόταν ο απολογισμός της γιορτής και οι πολίτες έκριναν την επιτυχία των εκδηλώσεων και τη συμβολή των υπευθύνων σ’ αυτήν, κυρίως του επώνυμου άρχοντα. Εκεί διατύπωναν τα παράπονά τους και τις «προσβολές» δηλαδή τις καταγγελίες τους για έκτροπα ή παρατυπίες που έπεσαν στην αντίληψή τους κατά τη διάρκεια της γιορτής. Η αναγνώριση της επιτυχίας της διοργάνωσης συνοδευόταν με την απονομή στεφάνου προς τον άρχοντα.
Για μια ακόμη χρονιά η μεγάλη γιορτή των Διονυσίων είχε φθάσει στο τέλος της. Οι νικητές γιόρταζαν τη νίκη τους και οι θεατές ξαναγύριζαν στην καθημερινότητά τους, φορτισμένοι από τις εικόνες και τα βιώματα δεκαεπτά δραμάτων. Η πλούσια θεατρική εμπειρία που αποκόμισαν μέσα σε ελάχιστες ημέρες θα έτρεφε τις συζητήσεις τους για αρκετό καιρό, μέχρι την επόμενη μεγάλη γιορτή.

Βιβλιογραφία
L. Deubner, «Attische Feste» (1932).
H. W. Parke, «Festivals of the Athenians» (1977).
E. Simon, «Festivals of Attica. An Archaeological Commentary» (1983).
A. Pickard-Cambridge, «The Dramatic Festivals of Athens» (βέκδοση αναθ. από τους J. Gould και D. M. Lewis, 1968).


ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Επτά Ημέρες Κυριακή 4 Μαρτίου 2001