μια σκέψη

Στην αγγειογραφία του Αμάσεως απεικονίζεται η διαδικασία του τρύγου και της οινοποίησης.
Διαφέρει σε κάτι από τις αντίστοιχες σημερινές εργασίες ;



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Η κρήνη Κισσούσα

Του Πάρι Βαρβαρούση

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Λύσανδρος 28) οι Αλιάρτιοι γιόρταζαν στην κρήνη Κισσούσα τα «Θεοδαίσια» προς τιμήν του Διονύσου και εκεί συνήθιζαν να τελούν τα «προτέλεια» (προσφορά θυσίας) την παραμονή της γαμήλιας τελετής. Κατά την παράδοση, στην κρήνη Κισσούσα οι νύμφες του Ελικώνα έλουζαν το μικρό Διόνυσο. Προφανώς, η πηγή, για να επιλεγεί για τις εορταστικές εκδηλώσεις, θα βρισκόταν σε ειδυλλιακό περιβάλλον και θα ήταν ιδιαίτερα στολισμένη. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι ποια ήταν η ακριβής θέση της.

Οι περιηγητές του 19ου αι.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Θεοδαίσια: η διονυσιακή λατρεία στην κρήνη Κισσούσα της Αλιάρτου

του Πάρη Βαρβαρούση

Στην αρχαία Αλίαρτο είχε καθιερωθεί ιδιαίτερη γιορτή για το Διόνυσο, γνωστή ως Θεοδαίσια. Σε απόσπασμα του Kαλλίμαχου που ανάγεται στα μέσα περίπου του 4ου π.X. αιώνα, αναφέρεται ότι τα θεοδαίσια εορτάζονταν σε μια πηγή της Αλιάρτου, την Κισσούσα: «… η Αλίαρτος τελεί κοντά στην πηγή Κισσούσα την κρητική εορτή Θεοδαίσια» (Καλλίμαχος, Αίτια ΙΙΙ, 40-42).


Τα θεοδαίσια, κατά τον Καλλίμαχο, ήταν μια «κρητική γιορτή», η οποία μεταφέρθηκε στην Αλίαρτο μέσω του Ραδάμανθυ.  Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ραδάμανθυς, γιος του Δία και της Ευρώπης, βρέθηκε αυτοεξόριστος στη Βοιωτία, για ν’ αποφύγει το φθόνο του αδελφού του Μίνωα. Γνωρίστηκε με την Αλκμήνη, τη μητέρα του Ηρακλή, την οποία και νυμφεύθηκε μετά τον θάνατο του συζύγου της Αμφιτρύωνα και ζήσανε μαζί μέχρι το θάνατό τους στην πόλη Ωκαλέα της Αλιαρτίας χώρας, όπως μας ενημερώνει ο  Απολλόδωρος (Βιβλιοθήκη 2,69):  «Δις πας αδάμανθυς κατκει δ ν καλέ». Ο Πλούταρχος (Λύσανδρος 28) σημειώνει ότι τα μνήματα της Αλκμήνης και του Ραδάμανθυ βρίσκονταν κοντά στην πηγή Κισσούσα της Αλιάρτου.



Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012


ΑΛΛΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΟ

Ο Διόνυσος ήταν γιος του Δία και της Δήμητρας ή της κόρης τους, της Περσεφόνης, που την είχε βιάσει ο πατέρας της μεταμορφωμένος σε δράκοντα. Οι Τιτάνες, που ήταν αντίθετοι στην εξουσία του Δία, δεν είδαν με καλό μάτι αυτό το παιδί, έτσι το ξεγέλασαν με κάτι παιχνίδια, το έπιασαν, το έσφαξαν, το κομμάτιασαν, το έβρασαν και το έφαγαν, πρόσφεραν μάλιστα από αυτό και στον
Απόλλωνα, αυτός όμως δεν έφαγε, αλλά πήρε το κρέας και το απόθεσε κάτω από τον τρίποδα του μαντείου του στους Δελφούς, από όπου η Πυθία χρησμοδοτούσε. Εκεί, είπαν ακόμα, πως ο Απόλλων, με εντολή του πατέρα του, έθαψε τα κομμάτια του κατακρεουργημένου Διόνυσου, πράγμα που έγινε αφορμή να λατρεύουν οι άνθρωποι και τον Διόνυσο στον τόπο του Απόλλωνα. Για τη σφαγή του Διονύσου άλλοι είπαν πως οι Τιτάνες ήταν βαλτοί από την Ήρα και άλλοι πως ο νέος θεός, προσπαθώντας να ξεφύγει από τους φονιάδες του, μεταμορφώθηκε σε μοσχάρι, και σ' αυτή τη μορφή τον έπιασαν οι Τιτάνες και τον έσφαξαν. Τότε ο Δίας, με τους κεραυνούς του, έκαψε τους Τιτάνες και τους έκανε στάχτη. Από αυτή τη στάχτη βγήκαν αργότερα οι άνθρωποι πάνω στη γη. Ακόμα ιστορούσαν πως ο Διόνυσος ξαναγύρισε στη ζωή, αφού η μητέρα του η Δήμητρα, ή η Ρέα, μάζεψε τα κομμάτια του και κατάφερε να τα συναρμολογήσει. Άλλοι πάλι είπαν πως η Αθηνά μπόρεσε να περισώσει την καρδιά του Διονύσου ζωντανή και πως αυτή την πήρε ο Δίας και την κατάπιε ή την έδωσε στη Σεμέλη, που την κατάπιε και έτσι ξαναγέννησε τον Διόνυσο.
Στη Γιγαντομαχία ο Διόνυσος μαζί με τον Ήφαιστο και τους Σατύρους, καβάλα πάνω σε γαϊδάρους που γκάριζαν, ξάφνιασαν τους Γίγαντες και τους ανάγκασαν να το βάλουν στα πόδια κατατρομαγμένοι. Τότε ο Διόνυσος εξόντωσε πολλούς από αυτούς με μόνο το άγγιγμα του θύρσου του πάνω τους ή βγαίνοντας μπροστά τους μεταμορφωμένος κι έχοντας φίδια στα μαλλιά του, όπως και οι ίδιοι οι Γίγαντες, μάλιστα σε κάποια στιγμή μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι και
κατασπάραξε τον Γίγαντα Εύρυτο ή Ροίτο
. Ο Διόνυσος, αργότερα που κατέβηκε στην Πελοπόννησο, βρέθηκε αντιμέτωπος και με τον Περσέα, που εξουσίαζε την Αργολίδα και δεν ήθελε άλλον αφέντη στον τόπο του. Σ' εκείνη τη μάχη πήραν μέρος στο πλευρό του Διονύσου η γυναίκα του η Αριάδνη μαζί με τις Μαινάδες και στο πλευρό του Περσέα η Ήρα, που για την περίπτωση φανερώθηκε με τη μορφή του Μελάμποδα. Σαν είδε ο Διόνυσος πως ο Περσέας, κρατώντας την κεφαλή της Μέδουσας, απολίθωσε την Αριάδνη, αγρίεψε και ήθελε να καταστρέψει ολόκληρο το Άργος. Όμως η Ήρα, που το είχε στην προστασία της, βάζοντας μεσολαβητή τον Ερμή, πέτυχε να συμφιλιώσει τον Διόνυσο με τον Περσέα, αφού του υποσχέθηκε ότι θα δώσει στην απολιθωμένη Αριάδνη θέση ανάμεσα στ' αστέρια του ουρανού και θα ορίσει να τιμούν τον Διόνυσο και τον Περσέα σε κοινή γιορτή με χορούς. Άλλοι όμως έλεγαν πως η μάχη συνεχίστηκε, ώσπου νίκησε ο Περσέας κι έριξε νεκρό τον Διόνυσο στα νερά της Λέρνας. Και τον αργολικό κάμπο τον είχε ξεράνει μια φορά ο Διόνυσος. Αυτό το έκανε ο θεός, όπως ιστορούσαν, για να προστατέψει την πατρίδα του, τη Θήβα, από τη στρατιά των Επτά, όταν αυτοί κινούσαν από το Άργος.
Πρώτος ο Διόνυσος είχε ζέψει τα βόδια στο άροτρο και είχε βρει πολλές άλλες ευκολίες για τους ανθρώπους που μοχθούσαν πάνω στη γη. Και στην Ελαΐδα και στη Σπερμώ και στην Οινώ, που τις έλεγαν και Οινοτρόφους ή Οινοτρόπους, δηλαδή τις τρεις θυγατέρες του Άνιου, που ήταν γιος του Απόλλωνα και βασιλιάς της Δήλου, και σ' αυτές ο Διόνυσος έδωσε τη χάρη να κάνουν από τη γη λάδι και στάρι και κρασί. Τον Διόνυσο για τις πολλές του χάρες τον αγάπησε και η Αφροδίτη κι έκανε μαζί του τον Πρίαπο, θεό της γονιμότητας (σ. 185). Ο Διόνυσος με το κρασί και την καλή καρδιά του πέτυχε ακόμα να μεθύσει και τον Ήφαιστο, να τον ανεβάσει στον Όλυμπο και να τον συμφιλιώσει με τη μητέρα του, την Ήρα. Τότε ακριβώς συμφιλιώθηκε και ο ίδιος με τη βασίλισσα των θεών, που ευχαριστημένη από αυτή την υπηρεσία του, έδωσε τη συγκατάθεσή
της να μπει και ο Διόνυσος στην οικογένεια των θεών του Ολύμπου. Ύστερα από όλα αυτά ο πατέρας του ο Δίας όρισε τον Διόνυσο διάδοχό του και ο ίδιος τον ανέβασε στο θρόνο του και τον έκανε βασιλιά των θεών
.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ 
Με το μύθο της γέννησης του Διονύσου, σαν γιου του Δία και της Σεμέλης, με πρότυπο τον «ιερό γάμο» Ουρανού και Γης, υποδηλώνονται οι θετικές και αρνητικές επιπτώσεις των μετεωρολογικών φαινομένων για την αμπελοκαλλιέργεια. Οι επιπτώσεις αυτές υποδηλώνονται και µε τις μυθολογούμενες φιλικές ή εχθρικές σχέσεις του Διονύσου με άλλους ηλιακούς θεούς ή θεούς του ουρανού, όπως ο Ήφαιστος, ο Απόλλων και ο Περσέας. Σε δεύτερο επίπεδο, με τη γέννηση του Διονύσου από το μηρό του Δία, όπως και της Αθηνάς από την κεφαλή του, εξαίρεται το πατριαρχικό πρότυπο. Αντίθετα, το μητριαρχικό πρότυπο εξαίρεται με το μύθο της αναγέννησης και της αθανασίας του Διονύσου, της κατορθωμένης με τις ενέργειες της Ρέας ή της Δήμητρας ή και την έγκριση της Ήρας, όταν ο Διόνυσος πρόκειται να γίνει δεκτός στην οικογένεια των θεών του Ολύμπου: Η Ρέα, η Δήμητρα, η Ήρα, η Σεμέλη (Σεμ-/Θεμ-, Σεμ-νή, Θεμ-έλη, Θέμ-ις) δεν είναι παρά η κατά την αισχύλεια έκφραση πολλών ονομάτων μορφή μία, δηλαδή η παμμήτειρα Γη ως υπέρτατη εξουσία. Οι πολλαπλές σχέσεις του Διονύσου με θεές της γης, υποστάσεις της θεάς Γης και θεές της βλάστησης και γενικότερα της γονιμότητας (Ρέα, Ήρα, Δήμητρα, Σεμέλη, Αφροδίτη, Αριάδνη, Περσεφόνη) υπενθυμίζουν με πολλούς τρόπους τη χθόνια φύση αυτού του θεού και τη σημασία του για το αμπέλι και το κρασί, ακόμα και για τη βλάστηση γενικότερα, πράγμα που φαίνεται και διαφορετικά τόσο στο μύθο, με τους γιους του θεού Άμπελο, Στάφυλο, Οινέα, Οινοπίωνα κτλ., όσο και στη λατρεία, όπου ο ίδιος ο θεός τιμάται και ως Άνθεύς, Άνθιος, Κισσοφόρος, Κισσοχαίτης, Δενδρίτης κτλ. Εξάλλου με τη μεταμόρφωση του Δία σε δράκοντα/φίδι κατά το βιασμό της Περσεφόνης και με τον Πρίαπο σαν γιο του Διονύσου και της Αφροδίτης υποδηλώνεται και η γενικότερη σημασία του Διονύσου για τη γονιμότητα. Οι αναλογίες στις σχέσεις Διόνυσος - Δήμητρα ή Διόνυσος - Σεμέλη και στις σχέσεις Περσεφόνη - Δήμητρα, Άδωνις - Αφροδίτη, Άττις - Κυβέλη εξηγούνται από το γεγονός ότι όλοι οι παραπάνω μύθοι απηχούν ομοειδείς λατρείες και μυστήρια αναφερόμενα στη γη και στη βλάστηση.
Η μανία του Διονύσου και των Μαινάδων (Προιτίδες, Μινυάδες, Αγαύη κ.ά.), οι μεταμορφώσεις του θεού, ο φόνος του Ικάριου ή και του Πενθέα από λάθος και ο διαμελισμός του ίδιου του θεού, ή και των εχθρών του, είναι αφηγηματικά στοιχεία, με τα οποία τονίζεται η οργιαστική λατρεία του Διονύσου, η έκσταση, οι παραισθήσεις από την επήρεια του κρασιού και του χορού και οι συνέπειές τους. Ο διαμελισμός του σώματος του θεού ή ενός από τους εχθρούς του, όπως ο Πενθέας και ο Λυκούργος, ανάγεται στο διαμελισμό του θύματος, στοιχείο γνωστό και από τους μύθους του Ορφέα, του Λυκάονα, του Άψυρτου και του Πελία της Αργοναυτικής Εκστρατείας, περισσότερο όμως από τα Θυέστεια δείπνα, και αποτελεί υπόμνηση σε παλαιότερο τυπικό λατρείας με ανθρωποθυσίες στον «ώμηστή» Διόνυσο, τυπικό που τελευταία αναβίωσή του στα ιστορικά χρόνια μαρτυρείται με τη σφαγή αιχμαλώτων Περσών στο βωμό αυτού του θεού. Από την εκδοχή με το διαμελισμό του θεού σε μορφή μοσχαριού διαφαίνεται ήδη και η υποκατάσταση του ανθρώπινου θύματος με ζώο. Το ότι ο Δίας ή η Σεμέλη καταπίνουν την καρδιά του Διονύσου, είναι πράξη που ανάγεται επίσης στο φαινόμενο της ωμοφαγίας, εξυπηρετεί τη δοξασία της θεοφαγίας και αισθητοποιεί τη δύναμη του κρασιού ως συντελεστή της έκστασης, που για τους αρχαίους λαούς ήταν νοητή σαν καταληψία με την επέλευση ενός πνεύματος μέσα στο σώμα του ανθρώπου (πρβ. τους «δαιμονισμένους»). Ο μύθος του διαμελισμού του Διονύσου και της αναγέννησής του χρησιμοποιήθηκε από θεολογικές και φιλοσοφικές διδασκαλίες σαν συμβολισμός της διάσπασης του ανθρώπου μέσα στο πλήθος των πραγμάτων του κόσμου και της αναγωγής του σε μια οντολογική ενότητα. (Γενικότερα για τα «πάθη» του Διονύσου και την αιτιολόγησή τους με την εκδικητική μανία της Ήρας βλ. σ. 97 κ.ε.).
Η εχθρότητα που αντιμετωπίζει ο Διόνυσος από τους Τιτάνες και τον Περσέα, εφόσον αυτοί νοηθούν σαν ηλιακοί θεοί ή θεοί του ουρανού, έχει πρότυπο την ιδέα ότι ο ήλιος του καλοκαιριού ή άλλα ανάλογα καιρικά φαινόμενα βάζουν σε κίνδυνο ή και εξαφανίζουν τη βλάστηση. Αυτό το στοιχείο έχει μυθολογηθεί και με το θάνατο του επίσης θεού της βλάστησης Λίνου από τον ηλιακό θεό Ηρακλή. (Βλ. τόμο 3, Αργολίδα, Λίνος). Έτσι ο θάνατος του Διονύσου αντιστοιχεί στο θάνατο του Άδωνη και του Άττη, ενώ από την απόρριψή του στα νερά της Λέρνας φαίνεται η τάση για σύνδεση της λατρείας του με τα εκεί πανάρχαια μυστήρια. Όχι . μόνο από τη σύγκρουση του Διονύσου και της Αριάδνης με την Ήρα και τον Περσέα, αλλά και από τις συνδυασμένες με τις δυναστικές έριδες του Άργους διαφορές του Μελάμποδα με τον Προίτο ή τον Αναξαγόρα και του Αμφιαράου με τον Άδραστο υποψιαζόμαστε τις δυσκολίες για την εξάπλωση της λατρείας του Διονύσου στην Αργολίδα και στη βόρεια Πελοπόννησο γενικότερα, την πάλη αυτής της λατρείας με τα κατά τόπους λατρευτικά κατεστημένα, όπως και τους αναπόφευκτους ιστορικούς συμβιβασμούς. (Για όλα αυτά στις λεπτομέρειές τους βλ. τόμ. 3, Αργολίδα: Προίτος και Ακρίσιος, Προίτος και Μελάμπους, Προιτίδες, Επίσης τόμ 4, επτά επί Θήβας, Το ξεκίνημα του Αμφιαράου).
Από τη συνεργασία του Διονύσου με τον Ηφαιστο κατά τη Γιγαντομαχία, από τη μεσολάβησή του για την επιστροφή του Ήφαιστου στον Όλυμπο και τη συμφιλίωσή του με τη μητέρα του, την Ήρα, από τα πλούσια δώρα του Ήφαιστου στο γάμο του Διονύσου με την Αριάδνη και από τη γενικότερη φιλική σχέση τους διαφαίνεται όχι μόνο η γνώση του γεγονότος ότι τα ηφαιστειογενή εδάφη ευνοούν ιδιαίτερα την αμπελοκαλλιέργεια αλλά και άλλες ιδέες γύρω από φυσικά και κυρίως καιρικά φαινόμενα ως συντελεστές στην παραγωγή του σταφυλιού και του κρασιού, πάνω στο συσχετισμό του κρασιού με τη φωτιά, πράγμα που έχει υποδηλωθεί μυθολογικά με πιο παραστατικό τρόπο στη γέννηση του Διονύσου ανάμεσα στα αστραπόβροντα και τους κεραυνούς του πατέρα του. Ανάλογη βάση έχει και η ευνοϊκή στάση του Απόλλωνα απέναντι στον Διόνυσο, ενώ η αναφορά στους Δελφούς, δικαιολογημένη και από τη σχέση του Διονύσου με τη Γη ως πρώτη ιδιοκτήτρια του χώρου, σημαδεύει ιστορικές προσεγγίσεις της λατρείας του Διονύσου και του Απόλλωνα, γνωστές στους αρχαϊκούς χρόνους από τις πολιτιστικές μεταρρυθμίσεις του Περίανδρου της Κορίνθου, την καλλιτεχνική δραστηριότητα του Αρίωνα του Μηθυμναίου κτλ.
 Σε μαγική αντίληψη αναφέρεται το επεισόδιο με τους γαϊδάρους κατά τη Γιγαντομαχία, που το γκάρισμά τους έχει τη σημασία αποτροπής του κακού. Η εκστρατεία του Διονύσου στην lνδία έχει βέβαια πρότυπο την εκστρατεία του Αλέξανδρου και αποτελεί το κύριο θέμα του μεγαλύτερου σωζόμενου έπους του τέλους του αρχαίου κόσμου, των «Διονυσιακών» του Νόννου. Με την προβολή του Διονύσου από το χώρο των καλλιεργειών και πραγμάτων της γης σε φορέα πολιτισμού, η απόσταση για την αναγνώρισή του σε ύψιστο θεό ήταν μικρή. Έτσι ο Διόνυσος συνδέθηκε και με τον κοσμογονικό μύθο της διαδοχής σαν τελευταίος βασιλιάς των θεών. Σχετικά με αυτή την ιδέα είναι και τα φαινόμενα θεοκρασίας, στην ταύτιση του Διονύσου με τον κοσμογονικό Φάνη από τους ορφικούς και με τον Άδη από τον Ηράκλειτο, όπως και στη μαρτυρούμενη μεταγενέστερη λατρεία του Δία Διονύσου. (Για το μύθο της διαδοχής βλ. σ. 21 Κ.ε. και 73 κ.ε.).

ΠΗΓΗ : ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΟΙ ΘΕΟΙ, τομ. 2, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012


Ο ΔIΟΝΥΣΟΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΠΕIΡΑΤΩΝ


Κάποια μέρα έτυχε ο Διόνυσος να βρίσκεται σε μιαν ακρογιαλιά, ανεβασμένος πάνω στα βράχια, και ν' αγναντεύει τη θάλασσα. Έμοιαζε με όμορφο, δυνατό παλικάρι στην πρώτη του νιότη, με μαύρα κατσαρά μαλλιά και μ' έναν πορφυρό μανδύα να σκεπάζει τους ώμους του.
Εκείνη την ώρα βρέθηκε να περνάει ένα καράβι με Τυρρηνούς κουρσάρους. Όταν τον έκοψε από μακριά το μάτι τους, τον πήραν για βασιλόπουλο και αμέσως γνεύτηκαν μεταξύ τους. Έτσι ξεμοναχιασμένος που έστεκε, ήταν μια καλή ευκαιρία να τον αρπάξουν και να ζητήσουν έπειτα λύτρα από τον πατέρα του. Χωρίς να χάσουν καιρό, μάϊναραν τα πανιά, έπεσαν δίπλα στη στεριά,
πήδησαν έξω, τον έπιασαν και τον ανέβασαν στο καράβι. Όσες φορές όμως και να δοκίμασαν να τον δέσουν χεροπόδαρα, τα σκοινιά λύνονταν από μόνα τους και πετάγονταν πέρα. Ο θεός δεν μιλούσε ούτε έφερνε καμιάν αντίσταση, μόνο που χαμογελούσε.
Μονάχα αυτός που κρατούσε το τιμόνι του καραβιού κατάλαβε πως ο αιχμάλωτός τους δεν ήταν θνητός. - Σταθείτε, φώναξε στους άλλους, αυτός που πιάσατε μοιάζει με θεό του Ολύμπου, το καράβι μας δεν τον σηκώνει και πρέπει να τον αφήσουμε γρήγορα ελεύθερο. Μη βάζετε χέρι πάνω του, μήπως μας θυμώσει και μας πνίξει σηκώνοντας φουρτούνες και ανεμοζάλες!
Πού ν' ακούσουν οι κουρσάροι! Ο αρχηγός τους μάλιστα του έβαλε τις φωνές: - Εσύ να κοιτάζεις τη δουλειά σου! . Άνοιξε πάλι τα πανιά και άφησε εμάς τους άλλους, που είμαστε άντρες, να γνοιαστούμε για τούτον. Λογαριάζω να τον πάμε στην Αίγυπτο, ή στην Κύπρο, ή στους Υπερβόρειους, ή και ακόμα πιο πέρα. Κάποτε θα σπάσει και θα μας φανερώσει ποιοι είναι οι δικοί του και πόσο το βιος τους. Πρέπει θεός να μας τον έριξε στα χέρια, για να κερδίσουμε πολλά!
Σηκώνουν λοιπόν τα πανιά και παίρνουν ν' αρμενίζουν. Ξαφνικά, δεν μπορούν να πιστέψουν τα μάτια τους. Το καράβι έχει πλημμυρίσει κρασί στο πανί ψηλά απλώνει κλήμα με πλήθος τα κρεμασμένα σταφύλια στο κατάρτι γύρω, από πάνω ως κάτω, φυτρώνει κισσός οι σκαρμοί των κουπιών στεφανώνονται με λουλούδια. Οι ναύτες τα χάνουν και φωνάζουν στον τιμονιέρη ν' αλλάξει γραμμή και να γυρίσουν πίσω στη στεριά. Είναι όμως αργά πια. Ο θεός μεταμορφώνεται σε λιοντάρι και τους ρίχνεται από την πλώρη με άγρια μουγκρητά την ίδια στιγμή, στη μέση του καραβιού προβάλλει μια αρκούδα, που σηκώνεται στα δυο της πόδια, έτοιμη να τους ριχτεί. Τρομαγμένοι οι κουρσάροι τρέχουν να γλιτώσουν στην πρύμνα, γύρω από τον τιμονιέρη. Αυτός είναι ο μόνος που δεν τα έχει χάσει ξέρει πως ο θεός - όποιος και να είναι - αυτόν θα τον λυπηθεί, γιατί από την αρχή δεν ήθελε να τον πειράξουν.
Το λιοντάρι χύνεται, αρπάζει μέσα στα δόντια του τον αρχικουρσάρο και τον κομματιάζει. Για να μην τους βρει η ίδια τύχη, οι άλλοι πηδούν στη θάλασσα, όπου μεταμορφώνονται σε δελφίνια . Όταν στο καράβι δεν έχουν απομείνει παρά ο Διόνυσος και ο τιμονιέρης μόνο, ο θεός τού φανερώνεται: - Κουράγιο, καλέ μου γέροντα! Είμαι ο Διόνυσος, που γέννησε η Σεμέλη στον Δία.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ

Η χρονολόγηση του Ύμνου στον Διόνυσο είναι αβέβαιη και παίζει από τον 7ο ως τον 4ο αιώνα π. Χ., αν όχι και αργότερα. Ούτε ξέρουμε ποιο λαό έχει στο νου του ο ποιητής, όταν μιλεί για Τυρρηνούς (στ. 8). Τυρρηνοί είναι το όνομα των Ετρούσκων της Ιταλίας, που τις πειρατικές επιδρομές τους τις είχαν δοκιμάσει οι Έλληνες τουλάχιστον από τον 6ο αιώνα π. Χ. Τυρρηνούς όμως ονόμαζαν και τους παλαιότερου ς κατοίκους της Ελλάδας, τους Πελασγούς, που εγκατεστημένοι αργότερα στη Λήμνο δεν ήταν λιγότερο γνωστοί ως κουρσάροι. (Βλ. Ηρόδοτο 6, 137 κ.ε.).
Ο αιχμαλωτισμένος Διόνυσος φανερώνει τη θεϊκιά του υπόσταση πλημμυρίζοντας το καράβι με κρασί και στολίζοντάς το με κλήματα, κισσό και λουλούδια. Και οι μεταμορφώσεις σε άγρια θηρία, ιδιαίτερα σε λιοντάρι, χαρακτηρίζουν το θεό αυτόν. (Πρβ. Ευριπίδη, Βάκχες 1017 Κ.ε., Οράτιο, Ωδές 2, 19, 23, Κ.ε., Νόννο, Διονυσιακά 6, 182 Κ.ε., και 40, 43 κ.ε.). Για να φοβίσει τις κόρες του Μινύα, που δεν ήθελαν ν' ακολουθήσουν τις άλλες γυναίκες του Ορχομενού στις βακχικές του τελετές, ο θεός έγένετο ταύρος και λέων και πάρδαλις και ε των κελεόντων (= τα όρθια δοκάρια του αργαλειού) έρρύη νέκταρ αυτώ καί γάλα (Αντωνίνος Λιβεράλης 10,2).
Σε ποιο ακρογιάλι έστεκε ο Διόνυσος, όταν τον έπιασαν, δεν λέγεται στον Ύμνο. Κατά την παραλλαγή του Απολλόδωρου (3, 37 κ.ε.), βρισκόταν στην Ικαρία και είχε ο ίδιος ναυλώσει το καράβι των Τυρρηνών, για να τον περάσουν στη Νάξο. Όταν εκείνοι, για να τον πουλήσουν, άλλαξαν δρόμο και τράβηξαν κατά την Ασία, ο θεός μεταμόρφωσε το κατάρτι και τα κουπιά σε φίδια και γέμισε το πλοίο με κισσό και ήχους αυλών. - Ο Οβίδιος (Μεταμορφώσεις 3, 597 κ.ε.) τοποθετεί το επεισόδιο στη Χίο, άλλοι αλλού. - Ο Φιλόστρατος (Εικόνες 1, 19) περιγράφει έναν πίνακα, όπου το τυρρηνικό καράβι δοκίμαζε να πέσει πάνω στο καράβι του θεού, που ταξίδευε συντροφιά με τις Μαινάδες. Η τιμωρία των κουρσάρων ήταν η ίδια.
Η αγάπη που δείχνουν τα δελφίνια στους ανθρώπους, καθώς συνοδεύουν τα ταξίδια τους στις θάλασσες, προκάλεσε την πίστη πως ήταν κάποτε άνθρωποι (Πρβ. Λουκιανό, Ενάλιοι Διάλογοι 8,1). Έτσι πλάστηκε η παράδοση που αναφέρει ο Ύμνος μας. Γνωστές είναι και οι ιστορίες πως τα δελφίνια γλίτωσαν από τον πνιγμό τον Μελικέρτη και τον κιθαρωδό Αρίωνα (Ηρόδοτος 1, 24) κουβαλώντας τους στις πλάτες τους. 



ΠΗΓΗ : ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΟΙ ΘΕΟΙ, τομ. 2, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012


ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΑΔΝΗ

Φεύγοντας ο Θησέας από την Κρήτη ύστερα από το φόνο του Μινώταυρου, είχε πάρει μαζί του την Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα, με την υπόσχεση γυρνώντας στην Αθήνα να την παντρευτεί. Όταν ωστόσο έφτασε στη Δία (τη Νάξο), υποχρεώθηκε με πολλή του λύπη να την παραχωρήσει στον Διόνυσο, που την ήθελε δική του. (Βλ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, τόμο 3, Αττική, Θησέας). Η εκδοχή αυτή πλάστηκε το δίχως άλλο από τους Αθηναίους, που ήθελαν ν' απαλλάξουν τον μεγάλο τους ήρωα από την κατηγορία της αχαριστίας, να παρατήσει έρημη στο ξένο νησί τη γυναίκα που είχε απαρνηθεί την πατρίδα της και τους δικούς της για το χατίρι του.

Υπάρχουν αρκετές παραλλαγές για την τύχη της Αριάδνης και για τη διαγωγή του ήρωα και του θεού απέναντί της.

Η πιο παλιά σχετική αφήγηση βρίσκεται στην «Οδύσσεια» και είναι κάπως παράξενη. Ο Θησέας δεν μπόρεσε λέει να χαρεί την Αριάδνη, γιατί πρόλαβε και τη σκότωσε στη Δία η Άρτεμη Διονύσοu μαρτυρίησι. Το πρόβλημα, αν με το «Δία» ο επικός εννοεί τη Νάξο ή το έρημο νησί που βρίσκεται απέναντι στο Ηράκλειο της Κρήτης και λέγεται και σήμερα Ντία, δεν είναι και πολύ σοβαρό. Πολύ πιο δυσάρεστο είναι που αγνοούμε τι λογής ακριβώς ήταν οι μαρτυρίες του θεού. Το μόνο που μαντεύουμε είναι πως πρέπει να ήταν πολύ επιβαρυντικές για την κόρη, για να της αξίζει να τιμωρηθεί με θάνατο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Άρτεμη τη σκοτώνει γιατί είχε προδώσει την παρθενία της ή γιατί είχε σμίξει με τον Θησέα μέσα σ' ένα ιερό του Διονύσου. Οι εξηγήσεις ωστόσο αυτές δεν φαίνεται να ανήκουν στην αρχική ιστορία.

Η επικρατέστερη παράδοση στα αρχαϊκά χρόνια ήταν πως ο Θησέας από κάποιο λόγο είχε φύγει κρυφά από τη Νάξο, αφήνοντας την Αριάδνη κοιμισμένη. Έλεγαν π.χ. πως αγαπούσε άλλη γυναίκα, την Αίγλη, την κόρη του Πανοπέα, ή πως ήταν προσταγή της Αθηνάς να φύγει χωρίς αυτήν το γρηγορότερο - για να παραχωρήσει βέβαια τη θέση του στον Διόνυσο. Σύμφωνα με άλλη
παραλλαγή, ο θεός την είχε βρει στο ακρογιάλι της Νάξου κοιμισμένη ακόμη ή και ξυπνή, να θρηνεί την ερημιά της, και δεν άργησε να την παρηγορήσει
. Έτσι ο Ησίοδος την αναγνωρίζει γυναίκα του θεού αθάνατη και αγέραστη - αυτό ήταν λέει το δώρο του Δία στην αγαπημένη του γιου του. Άλλοι πάλι πίστευαν πως ο Διόνυσος είχε αρπάξει την κόρη με τη βία από τον Θησέα στη Νάξο. - Μια αρκετά σκοτεινή μαρτυρία ιστορούσε πως την κόρη την είχαν φέρει «ναύτες» στη Νάξο, όπου και έζησε μαζί με τον Ώναρο (Ωλίαρο;), τον ιερέα του Διονύσου. Άλλοι έλεγαν πως η Αριάδνη, μόλις ξύπνησε και κατάλαβε πως ο Θησέας είχε φύγει, κρεμάστηκε στην απελπισία της από ένα δέντρο.

Ο Πλούταρχος μάς διασώζει μια παραλλαγή, ιστορημένη από κάποιον Παίονα από τον κυπριακό Αμαθούντα: Γυρνώντας από την Κρήτη, ο Θησέας παρασύρθηκε λέει από τη θαλασσοταραχή και ρίχτηκε στις ακρογιαλιές της Κύπρου. Εκεί αναγκάστηκε να βγάλει προσωρινά έξω στη στεριά την Αριάδνη, που περίμενε παιδί και είχε πολύ ταλαιπωρηθεί από τα κουνήματα του καραβιού μέσα στην τρικυμία. Την ώρα όμως που ανεβασμένος στο καράβι αγωνιζόταν με τους συντρόφους του να το ασφαλίσει, τα κύματα και ο άνεμος τον έσυραν στο ανοιχτό πέλαγος .

Έτσι η Αριάδνη απόμεινε μονάχη στο νησί.  Άδικα οι Κυπριώτισσες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να παρηγορήσουν την ξένη, να μη νιώθει τη μοναξιά της, έφτασαν μάλιστα να της δίνουν γράμματα γραμμένα από τις ίδιες, τάχα πως της τα είχε στείλει ο Θησέας. Εκείνη όλο και μαράζωνε από τον καημό της, ώσπου πέθανε, πριν προφτάσει να γεννήσει.

Πολύ πικράθηκε ο Θησέας, όταν αργότερα γύρισε και βρήκε τη γυναίκα του       νεκρή. Θέλοντας να την τιμήσει, αφήκε στους Κυπριώτες χρήματα, για να θυσιάζουν στον τάφο της, σ' ένα άλσος, που οι Αμαθούσιοι το ονόμαζαν της Αριάδνης Αφροδίτης. Τη μέρα της θυσίας ένας νέος πλάγιαζε και φώναζε και «έκανε ό,τι κάνουν οι γυναίκες που κοιλοπονούν» - ένα έθιμο γνωστό από πολλές περιοχές του κόσμου, ένας άντρας, για να εξαπατήσει τα πονηρά πνεύματα, να παίρνει τη θέση της λεχώνας.

Υπάρχουν μαρτυρίες ότι η Αριάδνη πρόφτασε να χαρίσει στον Θησέα δύο γιους, τον Στάφυλο και τον Οινοπίωνα. Στη Νάξο πάλι, για να εξηγήσουν τις θυσίες που έκαναν στην Αριάδνη, άλλες εύθυμες και άλλες πένθιμες, ισχυρίζονταν πως δύο ήταν οι ηρωίδες με το όνομα Αριάδνη. Τη μία
την είχε παντρευτεί ο Διόνυστος στη Νάξο ο Στάφυλος και ο Οινοπίωνας ήταν δικοί του γιοι. Τα ονόματά τους δείχνουν πως η εκδοχή αυτή είναι πιο σωστή από την προηγούμενη, που τους θεωρούσε γιους του Θησέα. Αυτήν την Αριάδνη  οι Νάξιοι τη γιόρταζαν με χορούς εύθυμους και τραγούδια. Η δεύτερη Αριάδνη ήταν η αρπαγμένη από τον Θησέα και
, όταν εκείνος γύρισε στην Αθήνα, ήρθε και αυτή στη Νάξο, όπου και έμεινε ως το θάνατό της. Οι θυσίες που της πρόσφεραν
ήταν ωστόσο μικρότερες και κάπως πένθιμες.

Η Αριάδνη, που στην Κρήτη λεγόταν Άριάγνη (= η πολύ αγνή) ή Άριδήλα, πιστεύεται πως αρχικά ήταν μινωική θεά της βλάστησης.

ΠΗΓΗ : ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΟΙ ΘΕΟΙ, τομ. 2, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ