μια σκέψη

Στην αγγειογραφία του Αμάσεως απεικονίζεται η διαδικασία του τρύγου και της οινοποίησης.
Διαφέρει σε κάτι από τις αντίστοιχες σημερινές εργασίες ;



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΘΥΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΘΥΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012


Η ΤΡΕΛΛΟΠΑΡΕΑ

Του Νίκου Τσιφόρου 
από το βιβλίο «Ελληνική Μυθολογία  


ΜΙΑ ΦΟΡΑ κι’ ένα καιρό, τα παιδιά κάνανε αταξίες. Βαράγανε τα κουδούνια. Πειράζανε τα κορίτσια στο δρόμο. Πουλάγανε τα βιβλία τους και παίζανε «μπάτσικα». Κλέβανε συκοστάφυλα. Ένα σωρό από κείνα που κάνουν τα παιδιά, και σεις κι’ εγώ και όλοι μας, οι κανονικοί γόνοι των αστών. Τότε, λοιπόν, μας λέγανε «τσόγλανους» και «αλανιάρηδες» και «παλιόπαιδα», μας τραβάγανε τ’ αυτιά, μας τραβάγανε κανά σοπάκι, μας τραβάγανε καμιά μήνυση κι’ αυτό ήταν όλο.
Ήτανε και οι μόρτες. Μια Αθήνα που σε ορισμένες γειτονιές «εμαγκοκρατείτο». Οι βαρείς μάγκες, με τις διμούτσουνες στο ζωνάρι, φόνους στην Ομόνοια, με αβάντες στα παλιόσπιτα και στις γκανιότες των παχνιδιών, με χασίσια, μεθύσια και εκμετάλλευση της πορνείας , με κλέφτες, με απατεώνες, με τα όλα. Έτσι γίνεται σ’ όλες τις πολιτείες, από τη Νέα Υόρκη μέχρι τα Τρίκαλα, ένθα σε δυο στενά σκοτώσανε το Κατσαφλιά… Καλός κόσμος που τα κονομάει από συμβάσεις με μεγάλες εταιρίες και τέτοια «τίμια» και θαυμαστά, μέτριος κόσμος που του βγαίνει το λάδι   να τα φέρει βόλτα και που στέκεται μ’ ανοιχτό το στόμα μπροστά στο πρόβλημα που λέγεται «καινούργια παπούτσια», άλλος αστικός που παίζει τον «ανώτερο» και τα κονομάει από χαρτοπαίγνια κρυφά ή άδηλους πόρους της κυρίας και των δεσποινίδων, (αυτοί σκίζονται πολύ περί τιμιότητος), φουκαραδόκοσμος που κάνει το σταυρό του, πιστεύει στον Κύριο και σε μια «καλυτέραν αύριον» που θα στείλει ο  Κύριος, αλλά ρωτάει μ’ αγωνία αν αυξήθηκε μια δεκάρα το λεωφορείο, μεροκαματιάρηδες τίμιοι, «το ψωμί ψωμάκι», ιδρωμένοι και ταλαιπωρημένοι μέσα στην αφάνειά τους, αστοί που τους χαμογελάει η τύχη, τα κονομάνε ξαφνικά, δεν το περιμένανε και οι ίδιοι και τρελαίνονται και προσπαθούνε ν' αποδείξουνε την «αριστοκρατικήν προέλευσιν και καταγωγήν», και μετά υπόκοσμος, φουκαράς και άτιμος υπόκοσμος, γεμάτος λέπια αμαρτίας, γεμάτος ασυνειδησία, αμορφωσιά, στραβές κατευθύνσεις, πονηριά που γεννήθηκε από σπέρμα τη φτώχια, παραχωρήσεις, εκβιασμό και λύπηση… Έτσι είναι ο κόσμος, έτσι είναι, έτσι θα είναι. Και λέμε εμείς οι έξυπνοι :
- Κύριος από μεγάλη φαμίλια. Καλημέρα αφέντη μου. (Πήγατε στην Επτάνησο με τους ξεπεσμένους αφέντες;).
- Καλημέρα σας εξοχώτατε… (Αυτός άμα θέλει κάνει συμβάσεις, διορίζει, έχει και τίποτις παράσημα).
- Καλημέρα κύριε Δημητράκη μου. (Πολλά λεφτά ο κύριος Δημητράκης).
- Καλημέρα σας. (Καλή θέση, καλό μισθό).
- Τα σέβη μου. (Πόστο από το οποίο πολλά εξαρτώνται).
- Καλημέρα Μήτσο. (Καλός ο Μήτσος, δουλεύει εξαίρετα).
- Γεια σου Θανάση. (Ε παλεύει ο φουκαράς).
- Τιιιιί γίνεται Θόδωρε; (Δύσκολα φέρνει τη μια βόλτα με την άλλη).
- Γεια σου κυρ’ Ζαφείρη… (Ο φουκαράς… άστονε).
- Τι είναι, ρε; (Υπόκοσμος, υπόληψη μηδέν, βρωμιάρης).
 - Κάνε ότι δεν τόνε βλέπεις. (Λέραααα!).
Όμως, μ’ όλα τούτα που γίνανε τα ίδια, εμείς μπήκαμε στο μοντέρνο. Ήρθε από την Αγγλία ένα σκιστό σακάκι που δεν θυμάμαι ποιος τράγος δούκας τώχε παραγγείλει στο ράφτη του και τον δούκα χαϊδευτικά «τέντυ». Και λοιπόν, το πήρανε μυρωδιάόλα τα τσογλάνια, τα βρωμόπαιδα, τ’ αλάνια της Λόντρας, και παραγγείλανε από δαύτα το ίδιο σχέδιο σακάκι κι’ επειδή ήτανε όλα τα τέτοια που το φοράγανε για κρεμάλα, τα ονομάσανε «τέντυ – μπόϋς»… Κι’ εμείς, μεγάλοι μιμητές, πιάσαμε και κάναμε νόμο «Ελληνικό» που τον ονοματίσαμε «περί τεντυμποϋσμού» ίνα σωθεί η κοινωνία.
Τρίχες.
Κανονικά έπρεπε αυτά τα παιδιά που κάνουνε ενοχλητικές για το σύνολο ζωηράδες, να τα στέλνουνε έξη μήνες να σπάνε πέτρα στην οδοποιία. Και σε υποτροπή, ένα χρόνο. Να δεις βάζουνε ή δεν βάζουνε μυαλό. Άλλο λόγω που στα πιο πολλά από δαύτα έχουνε μπαμπά με στύλους, δεν το κάναμε. Και λέμε «τέντυ» τους ζωηρους τσόγλανους, Αμ τι φταίνε τα παιδιά; Πάνε στο σινεμά βλέπουνε τα συνoμήλικά τους Αμερικανάκια κι' Εγγλεζάκια. που κάνουνε τέτοια και χειρότερα κι' αντιγράφουνε. Και η περίφημη λογοκρισία επιτρέπει τη «Ζούγκλα του μαυροπίνακα» και το «Μερικοί το προτιμούν καφτό» και τα «κάου - μπόγια.» που θερίζουνε με το περίστροφο, κι' από την άλλη μεριά απαγορεύει την Ελληνική ταινία το φιλί και το μαγιό ως ανήθικα.. Α, ναι! Σκεπάζουνε και τις καραμπιστόλες και τα γυμνά στήθια μ’ ένα χαρτονάκι έξω από το σινεμά και μέσα τ’ αφήνουνε να δουλέψουνε. Όπερ, δηλαδή άμα κι’ έχεις λεφτά να μπεις, μπορείς να διαφθαρείς, άμα είσαι απένταρος γλυτώνεις και εσύ και η ψυχή σου και τα ρέστα σου όργανα…
Θα με ρωτήσετε τώρα, τί δουλειά έχουνε όλα αυτά με την Ελληνική Μυθολογία και τα αγνά και αδιάφθορα ελληνικά έθιμα». Διότι τα κρυφά δεν πιάνονται. Έτσι; Απ’ έξω να πετάξεις ένα «ντούκο» αγνότητας κι’ από μέσα ας ζέχνεις... Εδώ είναι το  μεγάλο μυστικό.
Η Μυθολογία. δεν έχει «ντούκο» τα λέει σταράτα, όπως είναι, τίμια και γαλάζια, κάτου από τον τίμιο και γαλάζιον Ελληνικό ουρανό. Κι’ ας μας πούνε «Εθνικούς» οι Χριστιανικώτατοι... Καλύτερα Εθνικοί και ντόμπροι. Η Ελληνική Μυθολογία δεν κρύβει το «Άσμα Ασμάτων» όπου τα στήθη ήτανε «σκύμνοι δορκάδος», πίσω από θρησκευτικές δήθεν προθέσεις. Όταν οι θεοί της Μυθολογίας κάνανε βρωμιές και ζωηράδες, το ομολογεί ανοιχτά.
- Ο Τάδε κύριος έκανε τέτοια βρώμικα.
Και το γελάει.
Το λοιπόν, ο θεός Διόνυσος, πρέπει να. του τα πούμε γεμάτα, αμάν μια σκατοπαρέα που είχε! Χειρότερη φάρα μπεκρήδων, ντολτσεβιτατζήδων και έκφυλων δεν γινότανε και καιρός να σας τους παρουσιάσουμε έναν – έναν… Να. τους γνωρίσουνε, να. τους σιχαθούνε οι «εντιμότατοι» και να χασκογελάσουνε οι «φιλοπαίγμονες», να κλείσουνε τα μάτια μέσα σ’ έναν θολό, αρρωστημένο ερωτισμό, οι λάγνοι, να φτύσουνε «στο διάβολο καθάρματα», οι αξιοπρεπείς, και άλλα ευτράπελα και τρομερά.
Μια παρενθεσούλα. Τούτος ο λαός, που κείνη την εποχή ζούσε πιο κοντά στη φύση, είναι ένας λαός ζεστός, μεσογειακός, ερωτιάρης. Φταίει ο ήλιος, τ’ αεράκι η καθαρότητα της ατμόσφαιρας. Και είναι γνωστό, όσο πιο θερμός κι’ ερωτικά έκδοτος είναι ένας λαός, τόσο μεγαλύτερους περιορισμούς βάζει στην ηθική του (ας πούμε «ηθική» το  σεξουαλικό στοιχείο). Παράδειγμα: Οι Μεσογειακοί όλοι (Ισπανοί, Νότιοι Γάλλοι, Ιταλοί, εμείς, οι Τούρκοι, όλη η γειτνιάζουσα με τη Μεσόγειο Ασία και Αφρική), περιορίζουνε και κυνηγάνε τον έρωτα. με νόμο και θρησκευτικές απαγορεύσεις. Αντίθετα., οι Βόρειοι  που δεν είναι ερωτικοί και θερμοί (Σουηδία, Αγγλία, Γερμανία, Δανία κλπ.) δεν έχουνε παρά ελευθερία ερωτική. Δεν τον φοβούνται σαν εκδήλωση και συνέπεια και δεν τον λογαριάζουνε. Μ’ αυτό τον τρόπο οι Μεσογειακοί πάσχουνε όλοι από σεξουαλική δίψα κι’ έτσι βλέπεις να κάνουνε ακρότητες (πειράγματα, βρωμιές, ακόμα κι' εγκλήματα) που δεν γίνονται στο Βορρά παρά μόνο από μερικούς άρρωστους (Δράκοι π.χ) και τίποτ’ άλλο. (Όσοι πήγανε στην Ισπανία ή την Ιταλία θάχουνε δει τη «λύσσα» του σερνικού. Κι' όσοι πήγανε στη Γερμανία θα  είδανε ότι «ποτέ άντρας δεν πειράζει γυναίκα.»).
Έτσι, λοιπόν, φτιαγμένος ο δικός μας λαός, κατασκεύασε τον θεό του τον Διόνυσο και τον φόρτωσε σαν γλεντοκόπο με μια μεγάλη αμαρτωλή παρέα... Μόνος του πώς να γλεντήσει ένας, έστω και θεός; Κι' υποκλιθείτε να σας γνωρίσουμε τα τέντυ - μπόυς και τέντυ - γκέρλς του.
Οι κοπέλες λεγόντουσαν Μαινάδες. Αν θέλετε κι' αλλιώς Βάκχες. Ήτανε Νύμφες. Επειδή και τον αναθρέψανε, του κoλλήσανε μόλις ήρθε στα πράματα.
Τούτες δω οι Μαινάδες φοράγανε τη νεβρίδα, ένα ελαφρό ρουχαλάκι που τ’ άφηνε όλα έξω - τύφλα νάχει το «τόπλες» - βάζανε στεφάνια από αμπελόφυλλα ή κισσό, χοροπηδάγανε σαν ζαρκάδια και σαλτάρανε σαν τους ψύλλους. Το χειρότερο, φωνάζανε, λέει, και χτυπάγανε και κύμβαλα... Πίσω τους τρέχανε κατσίκες, ελάφια, πάνθηρες, λιοντάρια... Αλλά κάνανε τόσο σαματά και τέτοια τρέλα τις έδερνε, που ο κόσμος σιγά - σιγά άρχισε να τις αντιπαθεί. Χορεύανε άγρια, κάνανε όργια και σκίζανε τα ζώα να φάνε τις σάρκες τους ωμές. Έτσι φάγανε και τον Ορφέα.
Αρσενικιά παρέα τους ήτανε οι Σάτυρoι και οι Σειληνοί. Φαίνεται ότι πρώτη πατρίδα τους ήτανε η Αρκαδία και ότι γεννηθήκανε στα δάση και τις σπηλιές των βουνών.
Τούτη η χώρα, ορεινή και κτηνοτροφική, είχε ένα σωρό βοσκούς που γεννήσανε μέσα στην τρομαγμένη φαντασία τους τούτα τα δαιμόνια. Για τούτο και είναι ίδιοι με τράγους. Τριχωτοί με πονηρή τραγίσια μούρη και μυτερή μύτη και τραγίσια τριγωνικά αυτιά, με κέρατα και ουρά και τραγοπάδαρα, με ακράτητο τραγίσιο ερωτισμό… Κατά που λέει ο Ηρόδοτος είναι πονηροί, τεμπέληδες, δειλοί, κάνουνε φιάσκα. στους φοβισμένους ανθρώπους, τρέχουνε σαν τα κατσίκια, κι’ όλο κυνηγάνε τις Νύμφες δια το πονηρόν ... Όμως παίζουνε αυλούς και σύριγγες (είναι το σφύριγμα. του ανέμου στα φύλλα).
Τούτοι δω οι Σάτυροι, τα πονηρά πνεύματα του δάσους όχι μόνο διατηρηθήκανε όλη την προχριστιανική εποχή, αλλά μπήκανε και μέσα στον Χριστιανισμό... Ο Άγιος Ιερώνυμος (Έπιστ Α Βιβλ. ΠΙ) γράφει ότι ο Άγιος Αντώνιος συνήντησε στην έρημο ένα σωρό τέτοια πνεύματα (Ιπποκένταυρο, μετά ένα Σάτυρο κλπ.).
Οι Σάτυροι μπήκανε μέσα στην Αττική κωμωδία ακριβώς λόγω κατασκευής και χαρακτήρος και αναιδέστατης διαγωγής. Στο «περί λεκτικού» του Δημητρίου, αναφέρεται ότι οι Σάτυροι που αρχικά αποτελούσανε τον χορό της κωμωδίας, φτάσανε να ανθρωποποιηθούνε και να γίνουνε οι έξυπνοι του έργου... Και σιγά -  σιγά η μορφή τους έγινε ανθρωπινότερη, γιατί ανάποδα από τις Μαινάδες, καταντήσανε συμπαθητικά όντα. Έτσι πια η σάτιρα είναι κάτι που σου φέρνει χαμόγελο, κέφι, και δεν σε ξενίζει...
Κοντά στους Σάτυρoυς, σχεδόν ίδιοι, με ελάχιστες παραλλαγές, ήτανε οι Σειληνοί. Οι Σειληνοί όμως δεν είναι Έλληνες, αλλά ξένοι, πρόσφυγες από τη Μικρή Ασία και μάλιστα από την Φρυγία (είπαμε ότι μεταγενέστερα ο Διόνυσoς πήρε ένα Ασιατικό λούστρο τόσο που να τον συγχαίoυνε με Ασιάτη θεό). Ήτανε περισσότερο πνεύματα της πηγής και  του ποταμού, αλλά καταφέρανε και γίνανε μια συμμορία με τους Σατύρους. Ο Μαρσύας που πήγε να βουλώσει τον Απόλλωνα στην κιθάρα ήτανε Σειληνός και όταν έχασε ο Απόλλων τον έγδαρε και κρέμασε το τομάρι του σε μια σπηλιά στις Κελαινές. Το ποτάμι που έβγαινε από τούτη τη σπηλιά. το λέγανε Μαρσύα.
'Ίσως το κελάϊδημα του ποταμού να έδωσε στον Μαρσύα τη μουσική του υπόσταση… Γύριζε, λέει, μ’  ένα γαϊδούρι που στην Ασία τόχουνε για « ευγενές ζώον», ήτανε μελαγχολικός και σκεπτικιστής. Κάποτε που τον ρώτησε ο βασιλιάς Μίδας «τι είναι το καλύτερο για τον άνθρωπο», απάντησε ξερά «να μην έχει γεννηθεί, κι' άμα γεννηθεί να πεθάνει συντομώτερο».
Τούτος ο φουκαράς ο Μίδας την πλήρωσε την φιλία του με τον Μαρσύα. Όταν έγινε ο  διαγωνισμός με τον Απόλλωνα και κέρδισε ο Απόλλων, επειδή ο Μίδας ήτανε με το μέρος του Μαρσύα, τον έπιασε και του έκανε τα αυτιά γαϊδουρινά. Ο Μίδας έβαλε ένα Φρυγικό σκούφο και έκρυψε την ντροπή του. Μόνο ο δούλος που τον κούρευε ήξερε το μυστικό του. Αλλά ο δούλος δεν μπορούσε να κρατήσει τη γλώσσα του. Για να μη το πει λοιπόν, σε κανένα και χάσει το κεφάλι, έσκαψε μια τρύπα στη γη και φώναξε μέσα : «Ο βασιλιάς Μίδας έχει αυτιά γαϊδάρου». Ύστερα βούλωσε την τρύπα και έφυγε ευχαριστημένος
Μέσα από την τρύπα, όμως, φύτρωσε μια καλαμιά κι' η καλαμιά άρχισε να σφυρίζει : «Ο βασιλιάς Μίδας έχει αυτιά γαϊδάρου». 'Έτσι, τόμαθε όλος ο κόσμος και έτσι συμπεραίνεται ότι μυστικό που το λες ακόμα, και στη γη φανερώνεται...
Μαζί με τον Μίδα, έγινε γελοίος και ο Σειληνός Μαρσύας... Στην Ελλάδα, τους είχανε πάρει και τους δυο στο μεζέ και μόνο οι Πλατωνικοί δεν θεωρούσανε τον Μαρσύα γελοίο. (Συμπόσιο Πλατ., στ. 215, 216 ). Τον είχανε ένα, είδος μουσουργού ποιότητος, και λέγανε ότι η φάτσα του Σωκράτη έμοιαζε με τη φάτσα του Μαρσύα.
'Όλοι οι Σειληνοί είναι κοντόχοντροι, κοιλαράδες, φαλακροί, τριχωτοί και συνεχώς μεθυσμένοι... Καβαλάνε γαϊδούρια και κάνουνε βρωμιές τραγουδώντας... Και μοιάζουνε λιγάκι με τις γελοιογραφίες των κρασοπατεράδων, στα σημερινά σκίτσα...
Μαζί με τον Διόνυσο έτρεχε παρέα του κι' ένας άλλος θεός,
ο Πρίαπος. Τούτος δω δεν είναι και πoλύ γνωστό στην πολύ αρχαία Ελλάδα και φαίνεται ότι μάλλον κουβαλήθηκε από τον Ελλήσποντο, από την πόλη Πρίαπον (κoντινή στη Λάμψακο, την Κύζικο και το Πάριον). Φαίνεται νάναι γιός του Διονύσου και κάποιας Νύμφης, γιατί έτσι που ήτανε η τρελλοπαρέα δεν βγάζεις άκρη.
Ο Πρίαπος συμβολίζει την παραγωγική δύναμη της φύσης, αλλά και τον ελεύθερο –εμείς θα τον λέγαμε «κτηνώδη»- έρωτα. Δεν αφήνει τίποτα «άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος», που λέμε. Είναι, φυσικά, 'Ιθυφαλλικός. Βρίσκεται μέσα στα υγρά δάση, είναι άσεμνος που δεν σηκώνει άλλο, μεταμορφώνεται συνεχώς και βάρδα μην του πέσει θηλυκό στην πλώρη...
Στην παλιοπαρέα είναι κι' ένα, σωρό άλλοι τέντυ - μπόυς. Ο
Άμπελος, ωραίο αγόρι, που... φαίνεται να τον ευνοεί πολύ ο  Διόνυσος, ο Ηδύοινος (το γλυκό κρασί), ο Οίνος, ο Άκρατος, η Μέθη, ο Μόλπος (το τραγούδι] , ο Ηδυμελής (γλυκοτράγουδο), ο Κώμος, η Κώμωδία ο Διθύραμβος, η Τελετή, ένα σωρό παιδιά, κακομαθημένα και συμπαθέστατα...
Καιρός να γνωρίσουμε και τον Πάνα...
Προομηρικά κι’ αυτός άγνωστος. Ο Όμηρος τον αναφέρει πρώτος. (Ομηρ. Υμν. 19. «Πάνα, δε μιν καλέεσκον, ότι φρένα πάσιν έτερψε»). Γιος του Ερμή και της Νύμφης Δρυόπης ή του Διός και της Καλλιστώς ή του Ερμή και της Πηνελόπης (απάνω σ’  αυτό το τελευταίο βασίζουνε τη μεταγενέστερη είσοδό του στο Ελληνικό Πάνθεον.  Γεννήθηκε, λέει, στο βουνό Κυλήνη κι’ η μάνα του η Δρυόπη τόσο πολύ τρόμαξε μόλις τον είδε να χοροπηδάει τριχωτόν και με κέρατα, που τον εγκατέλειψε και τόβαλε στα πόδια. Τ’ όνομά του προέρχεται από το ρήμα «πάομαι» που σημαίνει «βόσκω, είμαι ποιμήν». Ο Μύλλερ τον θέλει με σανσκριτική πρoέλευση από την σανσκριτική λέξη «παβάνα» που σημαίνει «ο άνεμος που καθαρίζει» (Λατινικά «παβόνιους»). Ο μύθος με τη Νύμφη Πίτυ δικαιολογεί περισσότερο τον Μύλλερ. Ήτανε, λέει, ο Παν και ο Βορέας (ο βοριάς) και την κυνηγούσανε την Πίτυ. Τότε ο Βορέας θύμωσε και τον έσπρωξε από ένα ψήλωμα και η Πίτυ έπεσε. Τότε η Γη λυπήθηκε και τον έκανε δέντρο, το πεύκο. Που στεφανώνει τον Πάνα με τις βελόνες της και βογκάει άμα φυσάει βοριάς...
Ο Παν είναι φίλος της Ηχώς, της Νύμφης. Ίσως επειδή παίζει μουσική (σαν αεράκι που είναι) να του την κολλήσανε. Μια άλλη νύμφη, η Σύριγξ, πήγε και γκρεμίστηκε στο ποτάμι τον Λάδωνα για να μη την τσακώσει ο Πάνας και έγινε καλάμι κι' απ’ αυτήν βγήκανε τα σουραύλια. Ο Πάνας δεν ήτανε ακριβώς θεός. 'Ήτανε κάτι ενδιάμεσο και πέθανε, λέει, επί Τιβερίου... (Πλούταρχος). Όμως ήτανε μια μορφή που ενέπνευσε πολύ τους καλλιτέχνες, ένα πρόσωπο συμπαθητικό και παιχνιδιάρικο, που φόβισε ακόμα και τους Πέρσες στη μάχη του Μαραθώνος, κι' από κει βγήκε η λέξη «πανικός»... Αν πέθανε, θεός συχωρέστον...
Δυο πρόσωπα ακόμα: Ο Αριστεύς και ο Δάφνης. Ο Αριστεύς, γιός του Απόλλωνα και της Νύμφης Κυρήνης, είναι ένας μελαγχολικός θεός των δασών, ήσυχος, ίδιος η κόρη του  Κάδμου, απόχτησε ένα γιό τον Ακταίωνα… Έμαθε στους ανθρώπους τις αγροτικές δουλειές, την Ιατρική, την προφητική, ερωτεύτηκε την Ευριδίκη που για να του ξεφύγει πέθανε από φίδι (η Ευριδίκη είναι η Αυγή), προστάτευσε τα κοπάδια, το κυνήγι, τη μελισσοκομία, την καλλιέργεια, και μια μέρα χάθηκε μέσα στο βουνό Αίμος, μπροστά στα μάτια των ανθρώπων. Ο Αριστεύς είναι Άριστος, γιός του Απόλλωνα.
Ο Δάφνις, γιός του Ερμή, τραγουδούσε στα δάση της Σικελίας κι’ ήτανε ο ωραιότερος βοσκός της Σικελίας. Πως αγάπησε τη Λύκη (τη Φωτεινή] , και πως της απίστησε και τον τύφλωσε και γκρεμίστηκε από ένα βράχο, κι’ έγινε φυτό, τ’ έχουμε ξαναπεί.
Αυτοί είναι πάνω - κάτω όλη η τρελλοπαρέα του Διόνυσου. Ξεφαντώνει, πίνει, ερωτεύεται και βιάζει τα θηλυκά, δεν έχει κανένα φραγμό, είναι τα «ένστικτα της ράτσας» που τ’ αφήνεις ελεύθερα να ξεσπάσουν.
'Ίσως ζωηρά τσογλάνια, ασυγκράτητα και κακομαθημένα Ίσως. Αλλά που δώσανε στην Ελλάδα και στον κόσμο μεγάλα δώρα. Τη σάτιρα, την κωμωδία, την τραγωδία, το θέατρο... Το πνεύμα
που γεννάει. Βλέπεις, το πνεύμα δεν μπορεί να δημιουργήσει σε περιορισμούς, σε στενοκεφαλιά, σε κανόνες σχολαστικούς, σε αντιρρήσεις γελοίες… Είναι ελεύθερο και πετάει πάνω στα βουνά, στα δάση, στις θάλασσες, κάνει ό,τι θέλει, δε σηκώνει κανενός είδους περιορισμό... Μερικοί θέλουν να. το υποτάξουν σε υποκλίσεις, σε στενά εγωιστικά όρια σε συμφεροντολογικές και κουτές διατάξεις… Σηκώνουνε ψηλά τη μύτη, ψευτοδιαβάζουνε και λένε. Άστους να λένε…
Κάποτε, ίσως ποτέ, το πνεύµα, των ανθρώπων θα πετάξει ψηλά. Κι’ άμα φτάσει σε «ικανό ύψος» θ’ ατενίσει όλους αυτούς τους «ανώτερους», τους «σνόμπ», τους «υποταγμένους στη μετριότητά τους», τους «φανατικούς», τους… τους… τους… και θα τους κατουρήσει.


ΠΗΓΗ :



Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012


Τολμηρά, ευφάνταστα, εύθυμα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
Ιστορικός της Τέχνης

ΟΠΩΣ KΑI ΓIΑ το λάδι, παρομοίως και για το κρασί δεν είναι εύκολο να θίξει κανείς όσο θα ήθελε το θέμα στη νεοελληνική τέχνη. Αναφερόμαστε λοιπόν πάλι επιλεκτικά σε περιπτώσεις όπου το κρασί αναδεικνύεται εμβληματικό στοιχείο.

Σημειώνουμε ευθύς εξαρχής ότι στο πλαίσιο της νεοελληνικής τέχνης έχουμε ζωγράφους που ειδικεύονται στο θέμα του κρασιού και των θαμώνων της ταβέρνας. Ο Αλέξανδρος Χριστοφής (Πειραιάς 1882 - Αθήνα 1957) είναι ο γνωστότερος, ακαδημαϊκός ζωγράφος που αντιμετώπισε με δικό του χιούμορ το θέμα των πιωμένων ανθρώπων της βιοπάλης, όπως στο έργο του Ταβέρνα των ναυτικών, που έστειλε στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1934. Σύμφωνα με τον τεχνοκρίτη της Βραδυνής Δημήτριο Καλλονά, «αν ανοίξετε ένα βαρέλι κρασί, θα βρήτε τον Αλέκο Χριστοφή μέσα. Δεν έχει μπη μέσα στο βαρέλι για να πιη. Eχει εισδύσει μέσα εκεί για να... «αισθανθή τη δύναμι της ρετσίνας». Η δύναμη αυτή τον εμπνέει στην τέχνη και στη ζωή. Ο Αλέκος Χριστοφής είναι ζυμωμένος με τη ζωή του καπηλιού. Αισθάνεται όπως ένας κρασοπατέρας, πίνει κι αυτός και του αρέσει να βλέπη τους άλλους που πίνουν. Εάν τον ντύσετε με φράκο και τον οδηγήσετε σ' ένα σαλόνι, θα το σκάση με τρόπο και θα κατεβή στην κουζίνα. [...] Θα σας αναλύση τη σύνθεσι των κρασιών. [...] Δεν υπάρχει ταβέρνα της «παληάς σχολής» που να μη την γνωρίζη ο Αλέκος Χριστοφής και δεν υπάρχει βαρέλι που να μη έχει υποστή την κριτική του».

Ο ασπούδαχτος Αρκάς καλλιτέχνης Θανάσης Καλατζόπουλος (βλ. περ. Φραγκέλιο, τχ. 25, 1927) σχεδίασε τους τύπους της ταβέρνας στην οδό Αρμοδίου, δίπλα στην Κεντρική Αγορά. O Πειραιώτης καραγκιοζοπαίχτης και λαϊκός ζωγράφος Αβραάμ (Αντωνάκος) φιλοτέχνησε ταβερνόβιους τύπους που τους συνόδευε και με συναφή στιχάκια. O γνήσια λαϊκότροπος Λευτέρης Καπετανάκης (Αθήνα 1926-1997) επιδόθηκε στη διακόσμηση οινομαγειρείων με μεθυσμένους (βλ. Ιάκωβου Γ. Βαγιάκη, «Λευτέρης Καπετανάκης, ένας γνήσιος λαϊκός ζωγράφος», περ. συλλογές, τχ. 158, Ιούλιος-Αύγουστος 1997). Η ζωγραφική του Καπετανάκη δεν κρύβει τη γελοιογραφική της νότα, τονισμένη από τα περιγράμματα των μορφών, τα εμφατικά χρώματα και τις ειρωνικές λεζάντες.
Ας προστεθούν για το θέμα του κρασιού οι επιγραφές σε ταβέρνες και οινομαγειρεία, ευφάνταστα χειροτεχνήματα προικισμένων επιγραφοποιών, όπως ο Ι. Παπαβασιλείου (Κέρκυρα), ο Στ. Πετρίδης (Σύρος), κ.ά. Τέλος, μνημονεύουμε τους Βαρελόφρονες του γελοιογράφου Αρχέλαου (Αντώναρου, Θεσσαλονίκη 1921 - Αθήνα 1998) στο περιοδικό Ρομάντσο, που κυκλοφορήθηκαν και σε λεύκωμα το 1993.

Μνημειακό
Εμμανουήλ Ν. Κουμέλη, "Ευτυχισμένα γεράματα" (1899). Ανήκει
στον Μανώλη Κριαζή.
Ξεχωριστό ζωγραφικό έργο για το θέμα του κρασιού συνιστά όμως ο πίνακας του Εμμανουήλ Κουμέλη (Κόρθι Ανδρου π. 1857 - Αθήνα 1912) Ευτυχισμένα γεράματα, από το 1899, που βρίσκεται σήμερα σε ιδιωτική συλλογή στην Αθήνα. Πρόκειται για μνημειακό έργο, το οποίο κάλυπτε το κέντρο της αριστερής πλευράς του Ζαππείου στην Καλλιτεχνική Eκθεση Αθηνών το 1899. Ηλικιωμένος άνδρας, καθιστός στο τραπέζι ταβέρνας, με μαγκάλι για ζεστασιά μπροστά του, απολαμβάνει τη ζωή του, κρατώντας με το αριστερό χέρι του λαγούτο, ενώ σηκώνει στο δεξί ένα ποτήρι κρασί. Η αποσπασματική παράθεση του τραπεζιού με την ένθετη γεωμετρική διακόσμηση, η κομμένη κάπως ξύλινη κανάτα, οι διαγώνιοι γραμμικοί άξονες στην κουρελού, που απαντούν στους αντιτιθέμενους άξονες του βραχίονα του οργάνου και του προσώπου, σε συνδυασμό μάλιστα με την ευφρόσυνη χρωματικότητα και τις λεπτομέρειες των ρούχων του πρωταγωνιστή της σκηνής, κάνουν το έργο οπωσδήποτε τολμηρό για την εποχή του. Ο Κουμέλης είχε φιλοτεχνήσει και το Καπελειό, άλλοτε στο σπίτι του Ιωάννη Λ. Ροΐδη -δεν αποκλείεται να ταυτίζεται με τα Ευτυχισμένα γεράματα.

Συμπληρωματικά
Ως παραπλήρωμα, το κρασί εντοπίζεται σε ζωγραφικά και χαρακτικά έργα του 19ου και του 20ού αιώνα. Έτσι, ο επιφανής ηθογραφικός πίνακας Αποκριά στην Αθήνα, που ολοκλήρωσε το 1892 ο κορυφαίος Νικόλαος Γύζης (1842-1901), και οι Βαυαρικές Κρατικές Συλλογές του Μονάχου τον έχουν παραχωρήσει ως δάνειο στο Μουσείον της Πόλεως των Αθηνών (Βούρου-Ευταξία), προβάλλει μισογεμάτο ποτήρι κρασιού πάνω στον στρωμένο με λευκό τραπεζομάντιλο σοφρά, ενώ απέναντι ο πρεσβύτερος της παρέας βαστάει το φλασκί που μάλλον έχει αδειάσει. O καλός ζωγράφος και χαράκτης Ευθύμης Παπαδημητρίου (1895-1958) παρεμβάλλει μια κρασοκανάτα και ένα ποτήρι κρασί στην ξυλογραφία του Προσφάγι το 1939. Oι νεότεροι ζωγράφοι Παύλος Σάμιος (1948) -στον αλληγορικό Μυστικό Δείπνο του, με τους αποστόλους σύγχρονους καταναλωτικούς ανθρώπους να δειπνούν πρόχειρα και να παρακολουθούν στην τηλεόραση(!) τον Χριστό- και Βαγγέλης Διονάς (1954) σχεδιάζουν και χαράζουν σε οξυγραφίες τους άνδρες να πίνουν ποτήρια κρασί.

ΠΗΓΗ : Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Επτά Ημέρες, Κυριακή 14 Μαρτίου 2004

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012


ΤΣΑΚΙΡ ΚΕΦΙΑ

Του Νίκου Τσιφόρου από το βιβλίο του
«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ»


ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ έδωκε τω Νώε την άμπελον.
Όλοι οι θεοί. Κι' ο θεός που λεγότανε Γιεχωβά, κι' ο θεός
που λεγότανε Διόνυσος και οι πυρωμένοι θεοί της Α
νατολής και οι παγωμένοι θεοί του Βορρά. Κάτου στην Αίγυπτο δεν υπήρχανε αμπέλια και οι θεοί δώσανε την παχιά μπύρα μουχλιασμένο ψωμί, που χάριζε στους αχθοφόρους του λιμανιού ένα ξινισμένο μεθύσι. Πιο κάτω, στην Αβυσινία, οι διψασμένοι νέγροι, πίνανε το μεθυσμένο υδρόμελι. Μακριά, στις αχάριστες γερμανικές πεδιάδες, φτιάχναν το κέφι τους με μηλόκρασο...
Οι άνθρωποι θέλουνε να μεθύσουνε. Τι είναι το μεθύσι; Φυγή.
Ανάπαυση. Λησμονιά. Ανακούφιση...
Ο Μωάμεθ απαγόρευσε το πιοτά. Δε σηκώνει οινόπνευμα η τηγανισμένη από τον ήλιο πετραία Αραβία. Όμως έπρεπε κάτι να τους δώσει. Τους άφησε το χασίσι. Οι κουρελιάρηδες ντερβίσηδες το φουμάρουνε - «ιερό ποτό» - και αφρίζoυνε χορεύοντας θρησκευτικούς χορούς. Τα νταούλια συνοδεύουν τη θρησκευτική τους χαρά.
Χαμογελαστή η Ελλάδα, σκάρωσε τον θεό της κεφάτον. Ο Διόνυσος είναι ένας κατέργαρος παιχνιδιάρης, παίζει κρυφτούλι μέσα στα κισωμένα φυλώματα με τις αλανιάρες Νύμφες, πίσω του τρέχουνε τέντυ – μπόυς χαρούμενοι και κεφάτοι Σειληνοί και οι τραγοπόδαροι Σάτυροι, στεφανώνουνε τις κερατοκεφαλές τους με φρέσκια πρασινάδα και χαίρουνται την ελεύθερη ζωούλα τους. Μέσα από τα κλαδιά των δέντρων φυσάνε αυλούς και πολύαυλους τ' αεράκια, τραγουδάνε σερέτικα τα διαµαντοκύλητα. ποταµάκια, γελάει μέσα στα φαράγγια η κοροϊδεύτρα Ηχώ, όλα μαζί είναι κρασί, κέφι, έρωτας, φύση, χαρά και πριν απ’ όλα ζωή, τούτη η  ζωή η παράξενη που κάνει ν’ ανασάνουνε τα κόκκινα πιπερομένα μαμούνια, που κάνει τις κάµπιες να ερωτεύονται σ’ ένα σιχαμένο πράσινο κορδόνι, τη µια πίσω από την άλλη, που δίνει ελατήρια στα κατσικάκια και πηδάνε τα βράχια , που κουβαλάει την κίτρινη γύρι από το ένα λουλούδι στο ξελιγωμένο του θηλυκό και γεμίζει τη γη ανθισμένα κεντήματα…
Ίσως για τούτο  είπανε τον Θεό  και Φαλλήνα. Η γονιμότητα είναι συμβολική . Ο χαροκόπος δεν κοιτάζει παρά την καλοπέρασή του...
Ο δικός µας ο Διόνυσος γέννησε, μαζί µε το κρασί, το τσακίρ κέφι, το τραγούδι, τον χορό και το θέατρο... Μια  μικρή προϊστορική υπόθεση, που ίσως να κλείνει μέσα της κάτι από Ελευσίνια Μυστήρια, Δημητριακά, Διονυσιακά, ανεξερεύνητα… Μια θεωρία του δόκτορα Φένλτερ που πρέπει να την δούμε, ίσως έχει πολλή αλήθεια.
Στην πρoϊστορική κοινωνία, ακόμη και στην προελληνική ο γάμος δεν είναι ακόμα θεσμός. Υπάρχει, έρωτας, αναπαραγωγή αλλά όχι γάμος. Το σερνικό κυνηγάει το θηλυκό, όπου το βρει έτοιμο να κορέσει την  επιθυμία του με τη θέλησή της ή με τη βία. Οι θεοί της Μυθολογίας συνεχώς κάνουνε τέτοια και οι θεοί «πάντα ενεργούνε κατά το μοντέλο των ανθρώπων», Κατ' εικόνα και ομοίωσή τους με τη διαφορά, ότι οι άνθρωποι θέλουνε να. λένε, ότι αυτοί πλαστήκανε κατ' εικόνα και ομοίωση του Θεού. Εδώ απάνω παίζεται το παιχνίδι της «θρησκευτικής απάτης».
Και λοιπόν, έτσι κάνανε οι προϊστορικοί άνθρωποι – παράδειγμα τα ζώα. σήμερα. – και ο έρωτας ο κυνηγάρης και βιαστής δεν ήτανε αμαρτία, ήτανε θεσμός. (Πάντα λέμε τη θεωρία του Γερμανού δόκτορα και δεν είναι απαίτηση να την κάνουμε και παραδεκτή). Έτσι, τ' αγόρια και τα κορίτσια που φτάνουνε στην ωριμότητα, στην ήβη, στην «δυνατότητα του έρωτα», που αρχίζανε να νιώθουνε την σαρκική επιθυμία, έπρεπε να. μυηθούνε στο μυστήριο που λέγεται έρωτας, αναπαραγωγή, διατήρηση του είδους. Ελεύθερα στη αρχή, ή με τη φυλετική τελετή αργότερα, αυτή η ίδια η τελετή αργότερα που είναι ο σπόρος των Ελευσινίων Μυστηρίων, αφηνόντουσαν μέσα στα δάση για να γνωρίσουνε μεταξύ τους τον έρωτα.
Τα κορίτσια τρέχανε ν' αποφύγουνε τον οξύ πόνο της πρώτης επαφής, τ' αγόρια τρέχανε να
. Τα βρούνε και να τα διδάξουνε. Κι' όταν τα πιάνανε, με τη θέλησή τους ή χωρίς αυτήν...
      'Όμως τα νέα παιδιά, κορεσμένα πια, δεν περιορίζανε την δράση τους σε μια κοπέλα. Πιάνανε σε λίγο μιαν άλλη... 'Όλο τούτο το παράξενο και «φυσικό» παιχνίδι  δημιούργησε τα παραμύθια των Νυμφών και των Σατύρων, αργότερα που η κοινωνία οργανώθηκε και χάρισε τον μονότονο γάμο σαν  θεσμό. Μέσα, δηλαδή, στο παραμύθι υπάρχει κάποια αλήθεια, πού μαζί με άλλες μυστικές τελετές καθαρά «αναπαραγωγικές» και με χαρμάνι κάποιες Αιγυπτιακές άγνωστες δοξασίες, δημιουργήσανε αργότερα τα Ελευσίνια. 
Αυτή είναι η θεωρία του δόκτορα. (Νομίζω ότι κι ο καθηγητής Τόμσον λέει περίπου κάτι τέτοιο).
'Έπρεπε, λοιπόν, ένας Θεός να επιβλέπει όλα αυτά. Στο πρωτόγονο μυαλό των ανθρώπων και σήμερα ακόμα - τίποτα δεν γίνεται χωρίς την επίβλεψη, την προστασία και την βούληση ενός Θεού ή Αγίου. Τούτη η χαρούμενη τελετή έπρεπε να ανατεθεί σ’ ένα χαρούμενο θεό. Ο Διόνυσος τη φορτώθηκε.
Από δω και πέρα πήρε απάνω του όλες τις χαρούμενες τελετές. Δουλεύουμε, μοχθούμε, πολεμάμε, ιδρώνουμε, πρέπει πάντα και να χαιρόμαστε.  Σιγά - σιγά, τα χωριά, μαζευόντουσαν το μήνα Ποσειδεώνα σ' ένα κέντρο για ένα ομαδικό πανηγύρι. Δεν είναι παράξενο. Και σήμερα ακόμη έχουνε σερί χωριάτικα πανηγύρια προς τιμήν κάποιου Αγίου. Και το πανηγύρι, είχε έξω από τη θρησκευτική τελετή, τη σημερινή λειτουργία,  και γλέντι, κρασί, χορό, αργότερα και αγώνες… Ί'α. πίνουνε γεμάτα, μερικοί για να μοιάζουνε με Σατύρους, βάζουνε μάσκες τραγίσιες, μεθυσμένοι, και με την  προστασία της μάσκας λέγανε του κόσμου τα αισχρά, ύστερα όλοι μαζί τραγουδάγανε μεθυσμένα με την τραγίσια μάσκα στη μούρη τους, η λέξη τράγου ωδή γέννησε την τραγωδία... Η πρώτη μορφή του θεάτρου άρχισε να φέγγει σε φόρμα επιθεώρησης και σάτυρας....
Με τον καιρό όλα οργανωθήκανε και τούτα τα πανηγύρια γίνανε στην Αττική τα περίφημα «Λήναια». Γιορτάζανε όταν πατάγανε τα καινούργια σταφύλια να βγει το νέο κρασί. Στις μουστιές οι Αθηναίοι σκαρώσανε κι' ένα Ιερό, το Ληναίο, και μαζευόντουσαν να γιορτάσουνε εκεί γύρω. Τρώγανε όλοι μαζί, πίνανε τα ποτήρια τους, σπάγανε κέφι κι' άμα φτάνανε στο μεθύσι δεν κρατιόντουσαν πια. Πειράζανε τον κόσμο, πειραζόντουσαν μεταξύ τους, καβαλάγανε άρματα και χαλάγανε τον κόσμο, λέγανε όλες τις βρωμιές που τους ερχόντουσαν στο μυαλό – από κει βγήκε και το «λέγω εξ αμάξης» - κανένας δεν θύμωνε. Και πάνω στο μεθύσι τους μεταμφιεζόντουσαν αποκριάτικα σε Σατύρους ή Πάνες, χτυπάγανε  κουδούνια (η έκφραση «θα στα βγάλω κουδούνια» είναι κι' αυτή κατάλοιπο από κει), ακόµα αργότερα γίνανε παρέες οργανωμένες που κάνανε πρόγραµµα τι θα πούνε, το ετoιµάζανε και το μαθαίνανε. Ή κωμωδία γεννήθηκε…
Σήμερα οι «ηθικoί άνθρωποι» τα μισούνε και τα κατακρίνουν όλα αυτά.. Τέλεια απερίσκεπτα, γιατί η μεταμφίεση και το ξεφάντωμα είναι καθαρά ανθρώπινη ανάγκη. Απόδειξη οι Απόκριες, που τις διατήρησε σαν ανάγκη η Βυζαντινή Εκκλησία, τα Καρναβάλια, που τα κράτησε η Δυτική. Τούτα μάλιστα τα Καρναβάλια ξεπερνάγανε σε υπερβολές τις Διονυσιακές τελετές. Μέσα στον αυστηρό μεσαιωνικό κανόνα, άφηναν ελεύθερα «τα πάντα». Φτιάχναν ακόμα κι' έναν «ψεύτικο Πάπα» για μια μέρα, που του δίνανε κάθε παντοδυναμία. - άσχετο αν μετά τον κάνανε κουρέλι.  Ο Ουγκώ στην «Παναγία των Παρισίων» περιγράφει θετικά τη γιορτή των Τρελλών με πάπα τον Κουασιμόδο. Τούτη δω η διατήρηση των «Διονυσιακών» σημαίνει ότι «δεν μπορούσανε να τα καταργήσoυνε  γιατί ήτανε καθαρά ανθρώπινη απαίτηση. Σήμερα μαλακώσανε, γιατί οι «άνθρωποι μπορούνε και γλεντάνε κάθε μέρα» αν θέλουνε. Η δυνατότητα να ξεφαντώσεις ό,τι στιγμή σου αρέσει, εμείωσε σ' ένταση την ακρότητα. Όμως, σ' ωρισμένα μέρη στο Ρίο ντε Τζανέϊρο, να. πούμε, που ο καθολικισμός βάζει γερά γκέμια για να κρατήσει το αχαλίνωτο των μιγάδων κατοίκων της Μπραζίλιας, τα Καρναβάλια εξακoλoυθoύν να έχουν oργιαστική μορφή.
Κοντά στα. Λήναια, γιορτή του Βάκχου, ήτανε και τ' Ανθεστήρια. Ανθεστήρια, θα πει πάνου - κάτου «Γιορτές ανθισμένες», και  γινόντουσαν κατά τις αρχές Μαρτίου, ή τέλος Φεβρουαρίου, όταν ξανάρχιζε ν’ ανθίζει η γη. (Σήμερα έχουμε σαν γιορτή τον Ευαγγελισμό και ίσως το Πάσχα). 'Όλοι οι 'Ίωνες, όλοι οι 'Έλληνες, λέει ο Zηνόβιος, γλεντούσανε τούτες τις τρεις μέρες των Ανθεστηρίων.
Η πρώτη μέρα ήτανε καθαρά ημέρα του Διονύσου τη λέγανε «Πιθοίγια», γιατί ανοίγανε τα βαρέλια με το νέο κρασί και γινόντουσαν αφέντες και δούλοι σταφίδα. Μάλιστα τούτη τη μέρα δεν υπήρχανε αφέντες και δούλοι , ήτανε όλοι το ένα τους. Για. τούτο έμεινε κι, η φράση άμα ο δούλος το παράκανε άλλες μέρες, να. Του λέει τ’ αφεντικό του «θύραζε Κάρες ουκετ Ανθεστήρια».
Η δεύτερη μέρα ήτανε ημέρα του χοός. Ό χους ήτανε ένα κύπελλο που το είχε μπροστά του κάθε συμπoσιαστής και με ένα σάλπισμα αρχίζανε όλοι διαγωνισμό κρασoκατάνυξης. Πίνανε, στεφανωνόντουσαν, πηγαίνανε μετά στο ιερό το Λήναιο κι αφήνανε εκεί τα στεφάνια τους αλλά δεν κάνανε ακρότητες... 'Ήτανε μια σεμνή ημέρα, περισσότερο θρησκευτική, είχε τις περίφημες δεκατέσσερις γυναίκες που λεγόντουσαν «γεραραί» και κάθε μια τους αντι προσώπευε έναν από τους δεκατέσσερις βωμούς του Διονύσου, κάνανε θυσίες και αρραβωνιάζανε συμβολικά τη γυναίκα του Άρχοντα με τον Θεό. Ένας συμβολισμός που είχε περισσότερο πολιτική σημασία σαν να ενωνόταν η πόλη με τον θεό. (Κάτι τέτοιο κάνανε κι' οι Δόγηδες της Βενετία.ς που  αρραβωνιαζόντουσαν τη θάλασσα). Το κορίτσι ήτανε ένα είδος εθνικού εισοδήματος.
Οι τελετές της τρίτης μέρας δεν είναι απόλυτα γνωστές. Πάντως βάζανε σπόρους σε δοχεία πήλινα και τα προσφέρανε στον Διόνυσο και στον Ερμή. Αναπαραγωγή; Εορτή ψυχών; Κανείς δεν το διαπίστωσε, την ίδια ακριβώς γιορτή στη Σικυώνα (το Κιάτο) την κάνανε μόνο γυναίκες μέσα σ’ ένα κτίριο που το λέγανε «Νυμφώνα». Όμως, μαζί με τον Διόνυσο γιορτάζανε και την Δήμητρα...
Όμως η αληθινή γιορτή του Διονύσου ήτανε τα «Μεγάλα Διονύσια». Ένα μήνα μετά τ’ Ανθεστήρια στην Αθήνα, τον καιρό της ακμής χάλαγε ο κόσμος με δαύτα. Σίγουρα ο Διόνυσος είναι ο θεός της χαράς.
'Όλοι οι σύμμαχοι των Αθηναίων μαζευόντουσαν στην μεγάλη πόλη που τους κηδεμόνευε.
Τον Διόνυσο τον λέγανε τότε Ελευθέριο (λευτερωτή από τα βάσανα;) ή Ελευθερέα (θεό των Ελευθερών). Και οι δυο έννοιες γίνανε μία. Ο θεός λευτέρωνε από τα χειμωνιάτικα. βάσανα, έδινε χαρά στις ψυχές, έφερνε την ανανεωμένη φύση μαζί του. Αυτή την ημέρα απελευθερώνανε όλους τους δούλoυς που θέλανε να τους
χαρίσουνε την ελευθερία και αφήνανε να κάνουνε ό,τι θέλουνε οι άλλοι δούλοι.
Είχανε, λοιπόν, ένα ομοίωμα. του 'Ελευθερίου Διονύσου και του κάνανε παράτα, μέσα στο κέντρο της πόλης. Πίσω του τρέχανε μασκαράδες Σειληνοί  και  Σάτυροι που χορεύανε και τραγουδάγανε, αλλά όχι ό,τι θέλανε πιά. Τα άσματα τα είχανε συνθέσει μεγάλοι
ποιητές. (Λένε τον Λάσο τον Ερμιόνιο, δάσκαλο του Πινδάρου, λένε τον Σιμωνίδη, λένε τον Βακχυλίδη από την Κώ) . Ή γιορτή ήτανε πολιτισμένη, μεγαλόπρεπη κι' ευγενικ
ιά, δεν είχε χυδαιότητες. Και το κυριώτερο: Στο Διονυσιακό θέατρο της Ακρόπολης γινόντουσαν τότε οι αγώνες της κωμωδίας και της τραγωδίας. Ο Διόνυσος ήτανε ο θεός που έδινε την έμπνευση και τη φαντασία, Ακόμα. και στη Βραυρώνα, κάθε πέντε χρόνια κάνανε γιορτές με αγώνες ραψωδίας κι’ οι Αθηναίοι στέλνανε δέκα. απεσταλμένους που τους λέγανε θεωρούς. Ή Αθήνα. γέννησε το θέατρο με τα μεγάλα Διονύσια, η Ελλάδα κράτησε τη λατρεία του σ’ όλα τα μέρη που είχε αμπέλια...
Ακόμα και αστρονομικές παρατηρήσεις δημιουργηθήκανε με τη λατρεία του χαρούμενου θεού.
            Να πούμε το παραμύθι του Ωρίωνα, όπως βγήκε από τη Χίο.
Οι Χιώτες αμπελουργοί, λοιπόν, παρατηρήσανε ότι τον καιρό του τρύγου ο αστερισμός του Ωρίωνα έλαμπε κατά τη νύχτα και  μεσουρανούσε το πρωί πρωί. Αργότερα όμως ο αστερισμός αυτός χανότανε τελείως. 'Έτσι, γεννήσανε τον μύθο. Πήγε λέει ο Ωρίων στο σπίτι του Οινοπίωνα –γιού το Διονύσου και της Αριάδνης- και τάπιε, μέθυσε κι’ ύστερα άντε και ντε να κοιμηθεί με τη γυναίκα του Οινοπίωνα (Πίνδαρος  : αλλόχω ποτέ θωραχθείς, έπεχ αλλοτρία Ωρίων)… Θύμωσε, λοιπόν ο σύζυγος «βρε άτιμε, εγώ σε φιλοξένησα και συ πας να με κερατώσεις», και τούβγαλε τα μάτια του Ωρίωνα.
Σηκώθηκε, τότε, ο Ωρίων, θεόστραβος, πάει προς τη Λήμνο, γιατί άκουγε το σιδηρουργείο «Ο Ήφαιστος» που δούλευε φέρτε, βρίσκει ένα. Παιδί από την ακολουθία του Ήφαιστου, το αρπάζει και του λέει να τον πάει προς το μέρος που ανατέλει ο Ήλιος. Ἐτσι κι’ αντίκρυσε τον Ήλιο, ξαναβρίσκει το φως του και γυρίζει πίσω να εκδικηθεί τον Οινοπίωνα… Τούτος δω πάλι κιότεψε κι’ έτρεξε στον Ποσειδώνα.
- Αμάν μπάρμπα, κρύψε με.
Τον έκρυψε ο Ποσειδώνας και ο Ωρίων δεν μπορούσε να τον βρει και την σκαπουλάρισε ο Οινοπίων, αλλά δεν ξέρουμε τι έγινε με την κυρά που έμεινε.
Συμβολισμός καθαρός και ωραίος. Ο Οινοπίων είναι ο τρυγητός. Ο Ωρίων στραβώνεται γιατί δεν φαίνεται πια το φως του στη δύση. Πάει, λοιπόν, στα στραβά και για τούτο μόνο τα μεσάνυχτα φαίνεται στον ουρανό. Προχωρεί προς ανατολάς, βρίσκει τον Ήλιο, ξαναλάμπει, δηλαδή βρίσκει το φως του. Τότε με τη ζέστη τ’ αμπέλι πάει να χαλάσει, αλλά ο Ποσειδώνας με την υγρασία χαρμανιάζει τη ζέστη και τ’ αμπέλι καρπίζει.
Ο μύθος του Διονύσου που πήγε στις Ινδίες και τις κατέκτησε –τάπαμε ήδη αυτά –αναποδογύρισε πολλούς μελετητές, που θέλουνε να μεταφέρουνε την πατρίδα του Διονύσου στις Ινδίες ή ειδικώτερα, στην Ανατολή. Η αλήθεια είναι ότι, όλες οι θρησκείες έχουνε ένα χαροκόπο θεό κι’ ότι μπορεί να επηρεάστηκε ο δικός μας Διόνυσος από γειτονικές δοξασίες και μύθους, αλλά στην πραγματικότητα τον Διόνυσο τον γεννήσαμε εμείς. Ο χαρακτήρας, οι αντιλήψεις του, τα πάντα του, είναι «καθαρά ελληνικού χαρακτήρα». Το σπέρμα του σε μορφή ακατέργαστης πρώτης ύλης, ίσως να το έφερε ο άνεμος από την Ανατολή. Όμως ο Διόνυσος είναι εκατό τοις εκατό» μαιηντ ι Γκρης» κι’ ας λένε ό,τι θέλουνε ο Ηρόδοτος, ο Μεγασθένης κι’ ο Σέλευκος Νικάνωρ…
Υπήρχε ένας Ινδικός Βάκχος, έχουμε κι’ όλας γράψει γι’ αυ τόν και πολλά ινδικά περάσανε στην Λυδία και τη Φρυγία κι’ από κει γεφυρώσανε στην Ελλάδα. Ακόμα ίσως τα Βακχικά όργια να έχουν ασιατική αφετηρία, γιατί στην Ελλάδα αυτό το μεγάλο σε ένταση μέγεθος των οργίων, δεν ήτανε πολύ συνηθισμένο. Αλλά όλα τ’ άλλα είναι καθαρώς ελληνικά. Οι Βάκχες του Ευριπίδη, που μαίνονται χωρίς χαλινό, είναι επηρεασμένες από Ασιατισμό, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δημιουργηθήκανε σε μια περίοδο που οι μύθοι «συγκοινωνούσανε πια μεταξύ τους». Ο Ευριπίδης επηρεάστηκε Ασιατικά και επειδή σ’ όλη τη Διονυσιακή λατρεία υπάρχει ένας παράξενος μυστικισμός, δεχτήκαμε σαν δεδομένο, βασιζόμενοι στο μεγάλο πνεύμα του ποιητή, την Ασιατική καταγωγή του Ελληνικού θεού. Πάνω σε τούτη τη βάση, θαυμαστές του Ευριπίδη, αλλάξανε την καταγωγή του Διονύσου. Ακόμα κι' οι Ρωμαίοι που δεν θέλανε ποτέ να παραδεχθούνε ότι κατακτηθήκανε πνευματικά από την υποδουλωμένη Ελλάδα, καλλιεργήσανε τούτη την θεωρία ενός Ασιατικού Διονύσου που την αντικρούει ο Στράβων ειλικρινέστατα... Ο Κόϊντος Κούρτιος, ισχυρίζεται ότι η
γέννηση του Θεού από τον μηρό του Διός, εξηγεί το Ινδικό βουνό Μερού, αλλά δεν είναι σωστό. Ο Λένορμαν που δ
ίνει τη λέξη «Βάκχος» στον Λυδικό θεό  «Βάσαρι», πάλι δεν έχει δίκιο, αφού ο Βάσαρις δεν είναι θεός της χαράς και του κρασιού.
Πρέπει, βέβαια, να παραδεχτούμε, αφού έχουμε σαν βάση την Άρια καταγωγή, ότι φέραμε μαζί μας από το Παμίρ πολλές πρώτες ύλες κατασκευής θεών. Δεχτήκαμε ακόμα και την Αιγυπτιακή ή την Προσωασιατική επιρροή για πολλές μας θεότητες. Έτσι, ο Διόνυσος μπορεί νάχει μέσα στη δημιουργία του μια «σκιά ανατολής», αλλά δεν είναι ανατολίτης θεός. Είναι καθαρά Ελληνικός κι' ας είπανε ακόμα και τον Μέγα Αλέξανδρο «Νέο Διόνυσο» οι Ασιάτες που τους κατέκτησε…
Τα πάθη που δημιουργεί η κρασοκατάνυξη και το μεθύσι, είναι κοινά σ’ όλους τους ανθρώπους αφού είναι πάθη ενστίκτων. Ο χορός, το τραγούδι, ο ερωτισμός, ένα σωρό επακόλουθα της οινοποσίας δεν διαφέρουν από λαό σε λαό. Επομένως, αν τα ίδια πάθη αποδίδονται σε συγγενικούς θεούς στην Ασία και την Αίγυπτο δεν αποδεικνύουνε την ξενική καταγωγή του Διονύσου. Η δική μας  μάλιστα δοξασία περί παθών, είναι καθαρά συμβολική και αντικατοπτρίζει τα βάσανα του κλήματος ώσπου να καρπίσει και να δώσει σταφύλια και κρασί. Ο χειμώνας που πεθαίνει το αμπέλι, η άνοιξη που το ξαναζωντανεύει, ένα σωρό τέτοια, παράλληλα με την
Κόρη των Μυστηρίων, έχουνε καθαρά ελληνική προέλευση.
Ό Ζαγραίος Διόνυσος των Ορφικών, είναι μια «αίρεση» κι' αιρέσεις υπάρχουνε σ' όλες τις θρησκείες. Τελείως αλλιώτικος ο μύθος της γεννήσεως του Zαγραίoυ Διονύσου, δεν τον θέλει ούτε καν Θηβαϊκό θεό, αλλά γιό της Δηούς, της Δήμητρας, δηλαδή της Γης. Και αγνοεί τη Σεμέλη.
Οι Ορφικοί, φιλοσοφούνε και θέλουνε να εξιλεώσουνε τον θεό, να τον κάνουνε μια παγκόσμια ψυχή που αποτινάσσει μέσα στο μεθύσι κάθε ανθρώπινη αδυναμία και δίνει εξιλέωση με αυτή την πράξη του μεθυσιού. Θεσπίζανε ακόμη και εορτές δικές τους, όπως η
«Ωμοφαγία» που κατά τη διάρκειά της τρώγανε το ωμό κρέας ενός ταύρου, για να θυμίσουν ότι  ο Zαγραίoς φαγώθηκε από τους Τιτάνες και ξαναγεννήθηκε. Όλα τούτα όμως είναι μια απλή αίρεση και όχι βάση.
Στη Θράκη - ίσως και από την Φρυγία. σε καταγωγή – ήτανε ένας θεός που λεγότανε Σαβάζιoς και που ταυτίζεται κάπως με τον Διόνυσο. Η λέξη Σαβάζιος προέρχεται από το σανσκριτικό Σαμπχάζ που γέννησε την ελληνική λέξη «σέβα.ς», «σεβασμός».  Αλλά ο Σαβάζιος ήτανε θεός του φεγγαριού (το άλλο του όνομα ήτανε Μεν) και όχι του κρασιού σαν τον δικό μας Διόνυσο. Καλα συνέπεια η σχέση του με τον Διόνυσο είναι ίσως μόνο το νυχτερινό γλεντοκόπι και τίποτα. παραπάνω.
'Όλα τούτα τα σοβαρά τα λέμε μόνο για ένα λόγο: Για να ισχυριστούμε ότι ο Διόνυσος, η λατρεία του, το θέατρο που προέκυψε από αυτήν, είναι καθαρά ελληνικά επινοήματα. Βέβαια δεχτήκαμε μια μακρυνή Ασιατική ή καλύτερα Ινδική σκιά, όπως άλλωστε
για όλους τους τζέντλεμαν του Πανθέου μας. 'Όμως τον Διόνυσο τον φτιάξαμε εμείς, σύμφωνα με τον σκωπτικό, τον ξένοιαστο, τον αληθινό ελληνικό χαρακτήρα και δεν μας τον δάνεισαν οι άλλοι.
Οι πρώτοι ναοί του θεού βρισκόντουσαν μέσα στα δέντρα, ήτανε ο Ένδενδρος Διόνυσος. Αργότερα, όταν αρχίσανε να στήνουνε πρωτόγονες κολώνες, τον είπανε Πρικόνιο και Στύλο... Τότε είχε ακόμα γένια και σύμβολό του τον.. φαλλό, όπως είπαμε στην αρχή του κεφαλαίου. Αργότερα. τον ξυρίσανε και τον ντύσανε με φρυγικό χιτώνα που λεγότανε «βασσάρα», ή με ένα ελληνικόν κορκωτόν και τον γεμίσανε με στολίδια και στεφάνια. Από άνδρας έγινε έφηβος, γεμάτοςε νεύρα και μεθυσμένη μελαγχολία… Εδώ είναι που του αποδώσανε τον Ασιατικό xαρακτήρα και αυτό είναι που γέλασε τους ισχυριζόμενους Ασιατική καταγωγή.
Ό,τι και να πούνε, ο θεός έφερε μαζί του κάτι το ανεκτίμητο. Το τακίρ κέφι. Είναι ένας θεός με χαμόγελο.  Και πίσω του τρέχουνε μεθυσμένα δαιμόνια κι’ άνθρωποι που τον παρακαλάνε να δώσει αυτό πού λείπει από τη ζωή μας. Λίγη χαρά...


ΠΗΓΗ :


Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012



ΤΟ ΣΤΙΜΕΝΟ ΣΤΑΦΥΛΙ

Του Νίκου Τσιφόρου από το βιβλίο του
«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ»

ΚΙθΑΡΙΤΣΑ ! Κάπου στο Φόντο, πάνω σ’ ένα ξύλινο ικρίωμα,
σκαρφαλωμένα καμιά δεκαριά βαρέλια. Μερακλής ο ταβερνιάρης
 τους έδωσε κι ονόματα : «Πυθαγόρας», «Φώντας», «Μυστήριος».
 Στη γωνιά πουλάνε κάρβουνο και δαδί. Κισσός αγκαλιάζει από μέσα
 τη μάντρα. Τραπεζάκια σιδερένια, στρογγυλά εξευτελισμένα. Καρέκλες
της κλάψας.
Τοίχος με, κιμωλία γραμμένη: «Σουραύλης δρχ. 17,40….
Πιτσικόκος δρχ. 9,20», τέτοια πολλά.  Πλάϊ μια επιγραφή σε χαρτόνι,
ρεζίλω, αφού τη διαψεύουνε τα βερεσέδια «Πίστοσις δεν δίδετε».
Κι ο πάγκος και κάτι παλιοτήγανα που βρωμάνε τηγανισμένο τσικνιστό λάδι και κάνα δυο τσετζερέδες, τέτοια… Α, ναι ! Και τ’ αλουμίνια, καρτούτσα, μισόκιλα, κιλά ολόκληρα.
 Τούτη δω είναι μια εικόνα που σβήνει. Θαμπώνει και χάνεται μέσα στην καινούργια Αθήνα, λίγα τα ταβερνάκια τα τέτοια, παλιό στυλ, πολλά τα καινούργια που μυρίζουνε Ευρώπη κι Ανατολή χαρμανέ, με ασπροφορεμένα γκαρσόνια και «ντολμαντές αυγκολέμονο», με αηδία για τους τουρίστες.
 Στις παλιές λιγοστές μάντρες τραβάει η κιθαρίτσα την κλάψα της, μονόχορδη. Χοντροκοιλιάρικοι, χοντρόφωνοι, ξεπερασμένοι, που τα πίνουνε με μεζέ τίποτα, ένα σκουμπρί, αν το βρούνε, λίγο τυράκι, καμιά ελιά,, κρεμμύδι, ντομάτα… Η πολυτέλεια είναι Τζιεράκια με σάλτσα γιαχνί ή κάνα γαύρος πλακί. Το τραγουδάνε κιόλας στο σόττο βότσε.
«Κάτω στην έρημο, τον τάφο μου ε  τον τάφο μου έσκαψα» ...
Κι άλλοι λένε πολιτικά και που ανέβηκε ο τιμάριθμoς που δεν φτάνει το μερoκάματο... Kαημoί...
Μέσα  στα ποτήρια, χρυσίζει το κρασάκι...
- Άντε βίβα, κι αυτό είν’ όλο.
Άντε βίβα να καταπιούμε τον πόνο μας. Να τον κοιμίσουμε. Να ζαλιστεί ο ερίφης και να μας αφήσει ατσίγκλητους. Στο διάολο. 'Όλη μέρα εργασία, κούραση κι ορθοστασία και να τούτο, να τ’ άλλο… Μας λυπήθηκε κι ο Κύριος «Πάρτε ρε κερχελέδες το κρασάκι να τόχετε να ξεχνάτε. Πάρτε να δροσίζετε τα βραδάκια σας». Θα φωνάζει η κυρά Κατίνα τώρα που θα πας σπίτι» πάλι τάπιες… πάλι με παρέες, δεν αφήνεις δεκάρα!», Δε βαριέσαι. Σήκω το χέρι και τρεσάρισέ της πέντε φάσκελα. «Άσε με, μωρή λάμια». Κι άντε να ξεραθείς στο κρεβάτι σου. Με τη γυναίκα άλλος δρόμο δεν είναι. Ή δεν της δίνεις σημασία και λέει ή την πλακώνεις στη σφαλιάρα και πάλι λέει.
Εφ’ όσον κι υπάρχει ρετσίνα…
Πάντοτε υπάρχει ρετσίνα. Από τον καιρό των πατεράδων μας και των παππούδων μας και των αρχαίωνε. Μάλιστα. Ρίχνανε κι αυτοί ρετσίνα στο κρασάκι τους για να πικρονοστιμίσει. Να πιπερίσει η γλώσσα και να λαγάρει ο καταπιόνας Να το πίνεις και να κυλάει μέσα σου η δροσιά «ώωωχ».
Και να ζαλίζεται η κεφάλα. Τι έχει δηλαδή ο φτωχός; Τα παπόρια, τα νησιά ή τα μπερκέτια του; Ένα κρασί και τη θολούρα του. Αυτό έχει.
Ορίστε; Όλος ο  κόσμος, ρε. Από την πρώτη του μέρα το βλογήσανε οι πάντες. Κι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, κρασί έκανε εν Κανά της Γαλλιλαίας. Με το κρασάκι μας μεταλαβαίνει. Κι οι προφήτες Του. Κι οι παλιοί πριν Χριστού. Δικοί μας και ξένοι. Τόπανε καθαρά. «Ευλογημένο εστίν».
Το οποίον, γιατί ο Διόνυσος να μην είναι ο θεός του. Εδώ όλες οι ταβέρνες το γράφουνε «Βάκχος», «Διόνυσος»… Τρεις χιλιάδες χρόνια πούχει τούτος ο παλιός Θεός του κρασιού! Παραμύθι στο παραμύθι. Το τραβάει κι ο οργανισμός του. Άμα τα πιείς λες πολλά. Κι άμα λες πολλά μεθυσμένα, λες και ψέματα
 Ήτουνε μια φορά, λέει, ένας Λυκούργος τόνομα πάνου στη Θράκη. Τον πατέρα του τον λέγανε Δρύαντα, μυστήριο όνομα, και τούτος δω ο Λυκούργος ήτουνε, λέει, τζαναμπέτικο παλληκαράκι και τάβαζε με τους Θεούς και τους έκανε πετροπόλεμο...
Mια μέρα., το λοιπόν, είχε βγει ο Διόνυσος, παιδάκι ακόμα, πάνω
στο βουνό της Νύσας, με τις Νύμφες παρέα να κάνουνε τρελλίτσες
κομψές. Το μοβόρικο το Λυκουργί, βλεφαριάζει τις Νύμφες και τις βάζει στο κοντό.
- Θα σας πιάσω και αλίμονό σας, αλανιάρες... Που μούρθατε εδώ ξεστήθωτες να μου λανσάρετε καινούργιες μόδες να μου χαλάσετε τις γυναίκες...
Καθόσο ξεχάσαμε να το πούμε, ο Λυκούργος ήτανε βασιλιάς των Ηδωνών, κει πάνου κoντά στο Στρυμόνα.
Τα κορίτσια βαστάγανε κάτι Θύρσoυς, τους παρατήσανε και το βάλανε στα πόδια, διότι δεν τον γoυστάρανε τον Λυκούργο τον ασκημόμαγκα.
Φύγανε, το λοιπόν, κι ο Διόνυσος που τον είδε νάρχεται με την σφεντόνα, ένοιωσε ευκοίλια και από την τρομάρα του πήγε και έπεσε στη θάλασσα. Τον μάζεψε η Θέτις και τον σκούπισε γενικώς. 
Άμα και καθαρίστηκε ο Διόνυσος, τότε θύμωσε.
- Βρε τον παλιoαλανιάαρη να μου κάνει τέτοια λαχτάρα.
Και σαν θεός που ήτανε, πέταξε αόρατος κι έχωσε μέσα στην κεφάλα του Λυκούργου ίσαμε έντεκα καντάρια τρέλα.
Τρελλάθηκε, το λοιπόν, ο Λυκούργος και άρχισε να τα βλέπει όλα αλλιώτικα. Είδε τον γιό του Δρύαντα κι αυτόν σαν τον πατέρα του και τον πέρασε για κλήμα...
- Kλάδεμα. θέλει, είπε:
Και μάγκωσε ένα κλαδευτήρι και το κλάδεψε, πόδια, χέρια και πάει το παιδάκι.         \            .
Έτσι και σκότωσε τον πιτσιρή του συνήλθε αλλά η γη δεν έβγαζε πια τίποτα, τον είχε καταραστεί ο Διόνυσος. Τους υπηκόους του, τους Ηδωνούς, τους πλάκωσε η ψωμόλυσσα. 
- Τι τρώμε, Mεγαλειότατε;
- Θα ίδωμεν.
- Να ίδωμεν, αλλά και να φάγωμεν. Διότι άμα βλέπεις και δεν τρως είναι τρεισχειρότερα...
Πήγανε, λοιπόν, στο μαντείο κι είπε το μαντείο :
- Μόνο άμα. σκοτώσετε τον βασιλιά θα ξαναδείτε μάσα.
Ο λαός είναι ήμερο ζώο και βελάζει μαλακά κάτι «ζήτω» ξεγυρισμένα, όσο έχει και τρώει. Έτσι όμως και τον σφίξει η πείνα αγριεύει και γίνεται μανιασμένος λύκος. Είπανε λοιπόν, οι Ήδωνοί:
- Να τον καθαρίσουμε.
Πέσανε κάτι παλατιανοί, που τη γαζώνανε, κάτι μεγαλοβουτυράδες.
- Τον Μεγαλειότατό μας, ρε; Το καμάρι μας; Τον χοντρολαίμη μας;
Τα. άδεια στομάχια δε σηκώνουνε λόγια.
- Θα. μας δώσει να μασίσoυμε;
- Δεν έχει.
- Να πεθάνει.
Και τον πιάσανε και τον δέσανε χειροπόδαρα σε τέσσερα άλογα, εκεί στο βουνό το Παγγαίο και βαρέσανε τ’ άλογα. Φύγαν, λοιπόν, τ’ άλογα δεξιά - αριστερά, κομμάτια ο βασιλιάς και ησύχασε ο τόπος.
Τούτο το παραμύθι έχει και συνέχεια με τον αδελφό του Λυκούργου που τον λέγανε Βούτη κι ήτανε βασιλιάς στη Νάξο.
Ή Νάξος δεν είχε, λέει, γυναίκες κι ο Βούτης πήρε τα. παλληκάρια του και περάσανε απέναντι στη Θεσσαλία να φέρουνε γυναίκες. Κείνη την ημέρα που βγήκανε, οι Θεσσαλοί κάνανε γιορτές για  τον Διόνυσο. Είδανε, λοιπόν, οι Ναξιώτες γυναίκες μπόλικες, αλληθώρισε το μάτι τους.
- Αμάν, τι γυναικολίβαδο είναι τούτο,
Και κάνανε ντού και τις πήρανε τις γυναίκες.
Ο Διόνυσoς θύμωσε.
- Ήμέραν της ονομαστικής μου εορτής και να βουτώσιν γυναίκας;
-'Έ, τι να. κάνουνε; Να φάνε τα κεράκια της τούρτας;
Ανοίξανε
και τους φακέλους, βρήκανε ότι ο Βούτης είναι αδελφός του Λυκούργου, σου λέει να τιμωρηθεί.
Και τρελάθηκε ο Βούτης κι έπεσε σ’ ένα πηγάδι και πνίγηκε
Κι όχι τίποτα άλλο. Πάει και το πηγάδι μαγαρίστηκε.                            .
Ωραίες ιστορίες!!!
Στη Θήβα ήτανε ένας Πενθέας, γιός του Σπαρτού (από δαύτους που είχανε γεννηθεί από τα δόντια του δράκοντα) του Έχίονα και της Αγαύης. Τίμιος άνθρωπος, έμαθε ότι πάνω στον Κιθαιρώνα μαζεύονται η παρέα του Διονύσου και οι Μαινάδες και κάνουνε όργιο και θύμωσε.
- Τι τον περάσανε, ρε, τον τόπο μας; 'Έχουμε και κορίτσια!
Και κρύφτηκε σε κάτι κλαδιά
να δει τι γίνεται και να λάβει τα μέτρα του, ως οφείλουν να πράττουν οι κατά τόπους πανηθικώτατοι «Ηθικοί σύλλογοι».
Οι Μαινάδες όμως που ήτανε μαστούρες από τον ερωτισμό και το κρασί και δεν κρατιόντουσαν τον ανακαλύψανε.
- Μπανιστιριτζής, φωνάξανε.
- Προδότης και θα πάει στον εισαγγελέα.
Και μουντάρανε όλες μαζί, έξαλλες, και τον κάνανε κομμάτια
Μάλιστα, επικεφαλής των Μαινάδων, ήτανε η ίδια η μάνα του Πενθέα, η Αγαύη, κι αυτή τούκανε τη μεγάλη ζημιά.
Πάει αυτό.
Στον Ορχομενό τώρα.
Ήτανε ένας βασιλιάς, ο Μινύας, και είχε τρεις κόρες. Τις λέγανε Λευκίππη, Αρσίππη και η Αλακαθόη… (αυτό το τελευταίο δεν έχει σχέση με το Άλκα Σέλτζερ κι ας μοιάζει).
Κόμματοι ήτανε και οι τρεις, φρεγάτες, λέει ένας σάτυρος στο Διόνυσο :
Σιόρ Διονύσιε, δεν τις φέρνουμε κι αυτές στην παρέα μας να πονηρευτούνε λιγάκι ;
Λέει ένας άλλος σάτυρος:
Μπα! Είναι αγαθιάρες, δεν έρχονται.
Πάνω λοιπόν, στα «έρχονται», «δεν έρχονται», πείσμωσε ο Διόνυσος, λέει : 
Θα τις φέρω εγώ.
Και ξεκίνησε να τις ξελογιάσει.
Πήρε και πληροφορίες, δεν ήτανε καλές.
Αδύνατον, διότι πρόκειται περί κοριτσιών πρώτης τάξεως. Μάλιστα η Λευκίππη είναι και παντρεμένη και αγαπάει τον άντρα της.
Πολύ ντεμοντέ.
Πάντως δεν θα τα καταφέρετε.
Ο Διόνυσος έπιασε και μεταμφιέστηκε σε Διονυσούλα. Πήγε, λοιπόν, στα κορίτσια, τις Μαινάδες, σε μορφή κοπέλας.
Καλέ κοριτσάκια, έκανε ψιλόφωνα, γιατί καλέ δεν ερχούστε μαζί μας, πούχουμε και παληκαράκια και θα κάνουμε ένα πάρτυ να στενάξει το σκοτάδι ;
Όχι, δεν θέλουμε.
Καλέ, ελάτε, θα περάσουμε τρέλα.
Τίποτα τα κορίτσια.
Ο Διόνυσος άφησε το γυναικείο, πήγε κι έγινε λιοντάρι, ταύρος, πάνθηρας να τις καταφέρει, αυτές όχι.
Θύμωσε, λοιπόν, ο Διόνυσος.
Να! Τις φασκέλωσε. Με την τιμιότητα, μωρή, θα πάτε μπροστά ; Με την τιμιότητα, το πολύ – πολύ να παντρευτείτε κανάν αγροφύλακα…
Και τρελαθήκανε οι κοπέλες και η Λευκίππη σκότωσε το γιό της τον Ίππασο και καλά που τις λυπήθηκε ο Ερμής και έκανε πουλιά : κουκουβάγια, νυχτερίδα και αιγοθήλη (ένα πουλί που, κατά την παράδοση, βυζαίνει τα γίδια).
Πάνου – κάτου τα ίδια πάθανε και οι κόρες του βασιλιά Προίτου, στην Τίρυνθα η Λυσίππη και η Ιφιάνασσα. Και αυτές δεν πηγαίνανε μαζί του για το «πονηρόν» και τις τρέλλανε και τρέχανε ξεβράκωτες στα χωράφια και βελάζανε σαν γελάδες. Κι' ύστερα, λέει, όλες οι γυναίκες της Τίρυνθας κολλήσανε και  κάνανε τις ξεβράκωτες γελάδες και έδωσε το μισό του βασίλειο ο Προίτος σ' ένα κατεργάρη μάντη, τον Μελάμποδα να τις συνεφέρει.
Και δεν τις άφηνε γελάδες να έχει και εισόδημα.
Να τώρα, κι ένα, παραμύθι Ναξιώτικο. Το λέει ο Όμηρος και όχι εγώ,  και μη μας μπερδέψετε, με αδικείτε…
Το λοιπόν, οι Ναξιώτες, καλά και σώνει ότι ο Θεός είναι πατριώτης τους, τον βάλανε στη Νάξο να τον κουτουκιάζουνε τα μελτέμια. Καθόταν μια μέρα σ’ ένα βράχο ο Διόνυσος κι έβλεπε τα κύματα και τραγούδαγε «νάταν η θάλασσα κρασί και τα βουνά μεζέδες»… Κει δα πάνου, νάσου σκάει μύτη ένα πειρατικό από την Τυρηνία. Ο καπετάνιος κάνει έτσι, βλέπει τον Διόνυσο και ζαλίστηκε.
Πω ρε ένα παιδί !
Φαίνεται, ότι ο καπετάνιος ήτανε ατζέμης, να πούμε με «ναυτικές συνήθειες» και τ’ αρέσανε τα τέτοια… 
Αποφασίσανε, λοιπόν, οι πειρατές να το μαγκώσουνε το παιδί, να καλοπεράσει ο καπετάνιος και άλλοι τινές, του αυτού συλλόγου, και μετά να το μοσχοπουλήσουνε σκλαβάκι σε κανένα τορναδόρο της Αφρικής και να κονομήσουνε κιόλας.
Τη στήνουνε δεξιά, τη στήνουνε αριστερά, τόνε πιάνουνε και τόνε δένουνε τον Διόνυσο κι' άμα τον μπαρκάρανε ζούλα, ανοιχτήκανε να εξακολουθήσουνε.
Ο Διόνυσος, δεμένος, καθότανε στην πλώρη και τους κοίταζε και γέλαγε κιόλας.
Πάνου, λοιπόν, που το παίζανε μπαρμπούτι ποιος θα κάνει σεφτέ, πετάχτηκε ο πιλότος.
- Ρε θαλασσόμαγκες, τους λέει, το ξέρετε ότι την πατήσαμε ;
- Ποιά πατήσαμε ;
- Δεν είναι παιδί αυτός.
- Και τι είναι ;
- Θεός είναι.
Γέλασε ο καπετάνιος.
- 'Ό,τι θες λες, ρε ; Ή την φούντωσες και σ’ ανάψανε τα μυαλά ; Πρωί - πρωί τα άναψες τα τρομπόνια, σου ;
- Δεν φουμάρισα μήτε δοντιά έκανε ο πιλότος, αλλά. σας το λέω: είναι Θεός και θάχουμε τραβηχτικές.
- Βρε άει χάσoυ γιαλαντζή ντερβίση...
Άνοιξε τα πανιά ο καπετάνιος αλλά. Από κείνη τη στιγμή αρχίσανε να γίνονται μυστήρια πάνω στο καράβι. Και κατ’ αρχάς τα. κύματα. γίνανε κρασένια και περνάγανε και τους μεθάγανε τους ναύτες.  Ύστερα από το κατάρτι μαγκώθηκε ένα κλήμα, μεγάλωσε απότομα σαν νεόπλουτος κι' έβγαλε σταφύλια. Πλάϊ του κι' ένας κισσός.
Οι ναύτες μουρλαθήκανε.
-'Έξω γρήγορα, στη στεριά, καήκαμε.
Πάνω που τα λέγανε, ο Διόνυσος κάνει μια και μεταμορφώνεται αμέσως σε λιοντάρι. Κάνουνε πίσω το τσούρμο να. μη τους φάει το λιοντάρι, πίσω τους μια αρκουδάρα ίσαμε τέσσερα μέτρα...
-Αμάν !
Κει δα, λοιπόν, που μαζευτήκανε, σαλτάρει το λιοντάρι και μαγκώνει τον καπετάνιο... Κομμάτια ο καπετάνιος, πέσανε στη θάλασσα οι ρέστοι και γίνανε δελφίνια. Μόνο ο πιλότος γλύτωσε και του φανερώθηκε ο Διόνυσος και δεν ξέρουμε τι απόγινε ο πιλότος.
Mάλλoν αλκοολικός...
Στη Νάξο τέλειωσε και το ρομάντζο της Αριάδνης Το  κοριτσάκι βοήθησε τον Θησέα να σκοτώσει τον Μινώταυρο, την πήρε μαζί ο Θησέας και στη Νάξο την παράτησε χωρίς ναύλα και την κοπάνησε ο αχάριστος άντρας. Ξέμεινε, λοιπόν, στη Νάξο η Αριάδνη και τράβαγε τα μαλλιά της, διότι δεν είχε φράγκο να πάει στο κομμωτήριο.
Πάνω σ’ αυτά την βλέπει ο Διόνυσος και την ερωτεύθηκε. Κι' ως λέει το παραμύθι, την πήρε, την ανέβασε στο βουνό, το Δρίο, και την έκαμε σύζυγόν του – ή άλλο τι - και από τότε δεν ακούστηκε περί Αριάδνης τίποτες και ησυχάσαμε. Μάλιστα είχε κι' ένα. στεφάνι πολύτιμο η Αριάδνη κι' έγινε το στεφάνι αστερισμός... Άλλοι λένε, ότι την σκότωσε την Αριάδνη, αλλά δεν το ξέρουμε, διότι κατά εισαγγελικήν επιταγήν απηγορεύθη η αναγραφή ειδήσεων  επί του βλεδυρού αυτού εγκλήματoς.
Πολλά παραμύθια έχει ο Διόνυσος και δεν μας παίρνει ένας τόμος να τα πούμε όλα... Βλέπεις, όπου ήτανε Έλληνες τον λατρεύανε μετά μανίας καί... ποτηρίων, γιατί, μεταξύ μας, ήτανε γερά ποτήρια οι αρχαίοι ημών πρόγονοι... Όταν, λοιπόν, μεταναστεύανε , οπουδήποτε στην Ασία, στην Αφρική, στην Ευρώπη τη Δυτική, παίρνανε μαζί τους την Διονυσιακή λατρεία και φτιάνανε κι' άλλους μύθους, έτσι που να μη τελειώνουνε οι ερίφηδες...
Μέχρι την Ίντια έφτασε η χάρη του. Στο ποτάμι τον Ευφράτη απάνω είναι μια πόλη που τη λένε Ζεύγμα. Γιατί  κει πέρα έχει γίνει μια πολύ παλιά γέφυρα. που ζευγνύει τον ποταμό. Κι' αυτό το ζεύγμα, λένε, πρωτόγινε από βλαστάρια αμπελίσια κι' από κισ σό. Το σκοινί του, δηλαδή. Έτσι το αποδώσανε ότι τόφτιαξε Διόνυσος...
Τον Ευφράτη πάλι τον πέρασε ο Διόνυσος. Πήρε την παρέα του, Σατύρoυς, Μαινάδες κι' άλλα, καθάρματα, καβάλησε πάνω σ’ ένα λιοντάρι και τράβηξε να πάει στις Ινδίες.
Οι Ινδοί που τους είδανε όλους μαζί, απορρήσανε.
- Τι  είναι, ρε ; Γαϊτανάκι είναι ; Απόκριες έχουμε;
Και το πήρανε μπαταρέλα.
Η κακή διαγωγή όμως της Διονυσιακής ακολουθίας τους στενοχώρησε και μάλιστα τους σοκάρισε αφθόνως.
- Μάς χαλάνε τα χρηστά μας ήθη.
Συνήθως εκείνοι που λένε ότι έχουνε «χρηστά ήθη» κάνουνε στο κρυφό χειρότερα, από κείνους που έχουνε «άχρηστα». Αλλά εδώ δεν είναι τι είμαστε. Είναι τι «δείχνουμε ότι είμαστε»... Πιο πολύ για την ηθική σκίζονται οι ανήθικοι…
Στείλανε, λοιπόν, μια επιτροπή με μπαμ τιριλέ.
- Να φύγετε,
- Δεν πάμε πουθενά,
Κι' άναψε ένας πόλεμος πού βάσταε, λέει, πέντε χρόνια,
Αλλά. στον πόλεμο καταφέρανε τελικώς τούτα τα καθάρματα, του θεού και νικήσανε. Κατά κανόνα, πάντα τα καθάρματα νικάνε στους πολέμους και λένε «εδικαιώθηκαν τα δίκαιά μας». Τέτοια λένε και τα πιστεύουνε και σκίζονται περί «ελευθεριών»και τέτοια πολλά και πολύ γελαστικά.
('Όχι, δεν είναι «σημαδιακά» αυτά που λέμε. Μη τα πάρουνε προσωπικά παρακαλώ. Έτσι γίνεται απλώς).

Κατόπιν τούτου, οι νικηταί υπέβαλαν όρους οίτινες υπεγράφησαν αξιοπρεπώς και μάθανε οι Ινδοί , λένε, την καλλιέργεια και το κρασί, λένε, και γίνανε και έργα τέχνης για την ινδική νίκη του θεού και γράψανε διθύραμβους οι κριτικοί, γιατί οι κριτικοί γράφουνε πολύ επαινετικά άμα και φοβούνται κάποιον, θα τα πούμε αυτά εν καιρώ και θα ξαναγελάσουμε αφθόνως, και περάσαμε μεις καλά κι αυτοί καλύτερα…
Το στιμμένο το σταφύλι. Ρε ιστορίες πού κατασκευάζει... Ωραίο πράγμα το μεθύσι.
Και το ωραιότερο μεθύσι, είναι το μεθύσι που δίνει η κουταμάρα

ΠΗΓΗ :