μια σκέψη

Στην αγγειογραφία του Αμάσεως απεικονίζεται η διαδικασία του τρύγου και της οινοποίησης.
Διαφέρει σε κάτι από τις αντίστοιχες σημερινές εργασίες ;



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

ΟΙΝΟΥ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

ΟΙΝΟΥ ΕΓΚΩΜΙΟΝ
Το ακόλουθο μέλος είναι του Μοτέν,
που λέγεται ότι είναι ο πρώτος στην Γαλλία
που έγραψε τραγούδια του πιοτού.
Έχει την γεύση καλού, παλιού κρασιού
και δεν στερείται ποιητικής φλόγας.

Η ταβέρνα είναι το σπίτι μου!
Ζω χαρούμενος κι ελεύθερος
και άλλο δεν ζητώ.
Κάθε μου ανάγκη ικανοποιείται, περνώ καλά!
Τα πήλινα πιάτα μοιάζουν αργυρά!
Πετσετάκια φίνα και δαντελωτά!
Όταν καυτός λάμπει ο ήλιος του καλοκαιριού,
καταφύγιο μου ευχάριστο είναι το μέρος του δικού μου καπηλειού.
Δεν υπάρχει άλλο σαν αυτό,
τον χειμώνα, τίποτα δεν επιθυμώ.
Κάθομαι στο σαλονάκι δίπλα στη φωτιά
κι έξω ο αέρας λυσσομανά.
Τον πατρόνα μας τον Βάκχο να εξυμνούμε
που το ευγενικό του δώρο εμπνέει στην ψυχή
Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, είν΄ το κρασί!
Οι καλόκαρδοι παλιόφιλοι ας μη ντραπούνε
που όταν πίνουν, γίνονται
σαν τους αγγέλους, όλοι θεϊκοί!

Ο οίνος μου χαμογελά κι εγώ
με αφέλεια, θωπεύω κι απαντώ.
(Βαρετή φροντίδα – την αψηφώ!)
Η αγάπη μας είναι αμοιβαία και δυνατή
Τον πίνω
Και με πίνει με ορμή!

Ευχή της καρδιάς μου όσο η ζήση μου κρατεί
είναι, το άσπρο και το κόκκινο κρασί,
να βρίσκουν μέσα μου εστία φιλική
Μα αν δεν μπορούν να ζουν αδελφικά
και δείξουνε διάθεση πολεμική
η απόφασή μου είναι, αποβολή!


ΠΗΓΗ :        Η ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ ΩΣ ΚΑΛΗ ΤΕΧΝΗ
                        Η ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΓΕΥΣΗΣ
                        Ζ. Α. ΜΠΡΙΓΙΑ – ΣΑΒΑΡΕΝ


                        ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ

Ζ. Α. ΜΠΡΙΓΙΑ - ΣΑΒΑΡΕΝ ΠΕΡΙ ΠΟΤΩΝ

ΠΕΡΙ ΠΟΤΩΝ
Ζ. Α. ΜΠΡΙΓΙΑ – ΣΑΒΑΡΕΝ

Υπό τον όρο «ποτό» πρέπει να συμπεριληφθούν όλα τα υγρά που χρησιμοποιούνται με τα διάφορα είδη τροφής. Το νερό είναι το μόνο ποτό που πράγματι σβήνει τη δίψα και ως εκ τούτου μπορεί να πίνεται μόνο σε μικρές ποσότητες. Τα περισσότερα από τα άλλα ποτά δεν είναι τίποτα περισσότερο από καταπραϋντικά και αν ο άνθρωπος συνέχιζε να πίνει νερό, δεν θα είχε λεχθεί ποτέ ότι ένα από τα προνόμια του είναι να πίνει χωρίς να διψάει.

Οτιδήποτε πίνεται, απορροφάται με εξαιρετική ευκολία εξαιτίας της ζωικής οικονομίας, φέρνει γρήγορα αποτελέσματα και προκαλεί ακαριαία, σχεδόν ανακούφιση. Βάλτε μπροστά σ’ έναν εξαντλημένο άνθρωπο την πιο πλούσια τροφή, δεν θα μπορέσει να φάει χωρίς δυσκολία και δεν θα νιώσει αρχικά και πολύ ευεργετημένος. Δώστε του όμως ένα ποτήρι κρασί ή μπράντι και την ίδια στιγμή θα νιώσει καλύτερα και θα δείξει ένας εντελώς άλλος άνθρωπος.

Μπορώ να υποστηρίξω αυτή την θεωρία με έναν μάλλον αξιοσημείωτο περιστατικό που μου διηγήθηκε ο εξάδελφός μου, συνταγματάρχης Γκουιγιάρ, ο οποίος δεν ήταν και τόσο καλός αφηγητής και του οποίου την φιλαλήθεια και δεν μπορώ να εγγυηθώ. Όταν επιστρέφοντας από την πολιορκία της Γιάφας επικεφαλής του αποσπάσματός του και σε απόσταση περίπου ενός τετάρτου του μιλίου από τον τόπο του νερό όπου επρόκειτο να σταματήσουν, άρχισαν να βρίσκουν στην άκρη του δρόμου, τα πτώματα πολλών στρατιωτών που είχαν προηγηθεί μιας ημέρας πορεία και είχαν φονευθεί από τη ζέστη. Ανάμεσα στα θύματα αυτού του φλεγόμενου κλίματος υπήρχε κι ένας καραμπινιέρος, γνωστός σε σχεδόν ολόκληρο το απόσπασμα. Πρέπει να είχε πεθάνει πάνω από είκοσι τέσσερις ώρες και από τον ήλιο που τον χτυπούσε κατάφατσα ολόκληρη την ημέρα, είχε γίνει μαύρος σαν κοράκι. Κάποιοι στρατιώτες που μαζεύτηκαν γύρω του είτε για να του ρίξουν μια τελευταία στιγμή είτε για να φερθούν ως κληρονόμοι του (αν υπήρχε τίποτα να πάρουν), ξαφνιάστηκαν, διότι τα μέλη του δεν ήταν άκαμπτα και το στήθος του πάνω από την καρδιά διατηρούσε κάποια θερμότητα.

«Δώστε του μια στάλα αληθινό πράμα!» φώναξε ένας τραχύς τύπος από τους παριστάμενους. «Αν δεν έχει πάει πολύ μακριά στον άλλο κόσμο, εγγυώμαι πως θα γυρίσει για να το δοκιμάσει  - η δοκιμή του θα τον φέρει πίσω!»

Πράγματι με το πρώτο δάκτυλο σπίρτου, ο πεθαμένος άνοιξε τα μάτια του. Με κραυγές έκπληξης του έτριψαν τους κροτάφους και έτριψαν τους κροτάφους και έριξαν ακόμη μια στάλα στο λαρύγγι του και σ’ ένα τέταρτο μπόρεσε με λίγη βοήθεια να καθίσει στην πλάτη ενός γαϊδάρου. Αφού μεταφέρθηκε έτσι στον τόπο του νερού, τον φρόντισαν όλη την νύχτα και τον τάισαν με προσοχή, δίνοντάς του να φάει λίγους χουρμάδες. Την επόμενη μέρα, ξανανεβαίνοντας στον γάιδαρό του, έφτασε στο Κάιρο μαζί με τους υπόλοιπους στρατιώτες.


ΔΥΝΑΤΑ ΠΟΤΑ
Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το πώς οι άνθρωποι οδηγούνται στην ανακάλυψη των δυνατών ποτών από ένα είδος ενστίκτου στο οποίο γενικά μιλώντας, είναι ισχυρότατο. Το κρασί, το πιο αγαπητό, είτε το οφείλουμε στον Νώε που φύτεψε την άμπελο, είτε στον Βάκχο που έστυψε το χυμό από το σταφύλι, έχει ανακαλυφθεί από την βρεφική ηλικία του κόσμου και η μπύρα, που αποδίδεται στον Όσιρι, πάει πίσω στην χαραυγή της ιστορίας.

Όλοι οι άνθρωποι, ακόμη και αυτοί που συμφωνούμε να τους αποκαλούμε αγρίους, έχουν τόσο βασανιστεί από την επιθυμία για τα δυνατά ποτά, που, παρ΄ όλη την οριακή τους γνώση, έχουν καταφέρει να ανακαλύψουν κάποια. Έχουν ξινίσει το γάλα των οικόσιτων ζώων τους, έχουν εξαγάγει τον χυμό διαφόρων φρούτων, ριζών – οτιδήποτε έχουν φανταστεί πως περιέχει στοιχεία ζύμωσης. Οπουδήποτε βρίσκουμε ανθρώπους να ζουν μαζί, βρίσκουμε επίσης πως είναι εφοδιασμένοι με δυνατά ποτά, που τα χρησιμοποιούν τα συμπόσιά τους, στις θρησκευτικές τους τελετές, στους γάμους τους, τις κηδείες τους – κοντολογίς σε κάθε εορταστική ή επίσημη περίσταση.

Για πολλούς αιώνες έπιναν κρασί και τραγουδούσαν, χωρίς καμιά σκέψη να εξαγάγουν απ’ αυτό, το οινοπνευματούχο μέρος στο οποίο βρίσκεται και η δύναμή του, έχοντας όμως μάθει την τέχνη της απόσταξης από του Άραβες, την οποία αυτοί είχαν εφεύρει για να εξάγουν το άρωμα των ανθέων – ειδικότερα των ρόδων, τόσο διασήμων στα γραπτά τους – κάποιοι άρχισαν να σκέπτονται πως ήταν δυνατό, η αιτία της υψηλής ποιότητας, της μοναδικής γεύσης, ή της ιδιαίτερα διεγερτικής ιδιότητας του κρασιού, μπορούσε να ανακαλυφθεί και, πειραματιζόμενοι στα τυφλά και ψάχνοντας το δρόμο τους, ανακάλυψαν το αλκοόλ, τα οινοπνευματώδη, το μπράντι

Η γνώση του τρόπου εξαγωγής του αλκοόλ, έχει επιπλέον οδηγήσει και σε άλλα σημαντικά αποτελέσματα, με παρεμφερείς μεθόδους έχουν ανακαλυφθεί κάποιες ουσίες που προηγούμενα ήταν άγνωστες όπως η κινίνη, η μορφίνη, η στρυχνίνη και άλλες παρόμοιες.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η δίψα για ένα υγρό το οποίο η φύση είχε τυλίξει με μυστήριο – μια εξαιρετική επιθυμία που επηρεάζει όλες τις φυλές των ανθρώπων – αξίζει πολύ να τραβήξουν την προσοχή του φιλοσόφου παρατηρητή.

Κι εγώ, επίσης, έχω αφιερώσει πολλή σκέψη για το ζήτημα και μπήκα στον πειρασμό να τοποθετήσω την επιθυμία για υγρά που έχουν υποστεί ζύμωση, στην ίδια κατηγορία με την αγωνία για το μέλλον – αμφότερα άγνωστα στα κατώτερα ζωικά είδη – και να τα θεωρήσω ως τα δυο πιο διακριτά χαρακτηριστικά του ανθρώπου – του αριστουργήματος της τελευταίας κοσμικής επανάστασης.


ΠΗΓΗ :        Η ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ ΩΣ ΚΑΛΗ ΤΕΧΝΗ
                        Η ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΓΕΥΣΗΣ
                        Ζ. Α. ΜΠΡΙΓΙΑ – ΣΑΒΑΡΕΝ

                        ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ


Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΤΟ ΚΡΑΣΙ
ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ


Ν. Α. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού διοργανώνει, κάθε Σεπτέμβριο, την πασίγνωστη πια στο πανελλήνιο «Γιορτή του Κρασιού, που καθιερώθηκε κ’ επιβλήθηκε σα μια από τις πιο αξιόλογες τουριστικές εκδηλώσεις του τόπου μας. Χωρίς να υπερβάλλω τα πράγματα, πιστεύω πως αυτό που γίνεται το Σεπτέμβριο και που κεντά τόσο δυνατά το ενδιαφέρον ντόπιων και ξένων, δεν είναι κάτι άλλο παρά μια σύγχρονη μορφή των «Διονυσίων». Το περιεχόμενό τους βέβαια διαφέρει σε πολλά από εκείνο των αρχαίων, αλλά ο στόχος παραμένει, ουσιαστικά, ο ίδιος, το κρασί. Και η εξήγηση βρίσκεται στο ότι το κρασί  ήταν πάντοτε ένα απ’ τα πιο ωφέλιμα, πιο πλούσια και προσοδοφόρα εθνικά προϊόντα της Ελλάδας. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν οδηγηθεί από την παρόρμησή τους κι ως τη γενεσιουργό δύναμη του κρασιού, που ενσαρκώθηκε, με τις υπαγορεύσεις της φτερωτής φαντασίας τους, στο θεϊκό πρόσωπο του Διονύσου. Στην εποχή μας, ο συμποσιαστής πλάθει μέσα στη σκέψη και στην ψυχή του ένα Διόνυσο απροσδιόριστο και εφήμερο ανάλογα με το χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του, την κοινωνική του τοποθέτηση και το … κέφι του. Γιατί πιστεύεται, πως το κρασί ανεβάζει τον άνθρωπο πιο πάνω από την υλική του υπόσταση, τον θέτει «εκτός ύλης» δημιουργώντας απίθανες ψυχικές καταστάσεις. Και στο θέμα των τάσεων του ανθρώπου πως το κρασί δεν έγινε ποτέ κι ούτε θα γίνει διάκριση χρονικών περιόδων. Τόσο στ’ αρχαία «Διονύσια», όσο και στα τωρινά… κρασοπανηγύρια το κοινό και αναλλοίωτο γνώρισμα είναι η ατμόσφαιρα της ευδιαθεσίας, της ξεγνοιασιάς, ο παραμερισμός του άγχους που προκαλούν οι μεγάλες φροντίδες και τα καθημερινά προβλήματα του βίου. Κάτω από τη σκέπη, αν θέλετε, του Βάκχου η  ανθρώπινη καρδιά αποβάλλει τα «μελανά» στοιχεία της, εξαγνίζεται, γίνεται... παρθένα.. «Και ο οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου» διαβάζομε στην «Παλαιά Διαθήκη» (Ψαλμ. 103,15).

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

ΔΡΕΨΟΜΕΘΑ ΤΩΝ ΒΟΤΡΥΩΝ(*)

του ΠΑΝΟΥ Δ. ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΥ
(από το βιβλίο του : ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ)

Οι ποιητές, οι πεζογράφοι, οι ζωγράφοι και οι γλύπτες, εμπνεύστηκαν από τις ζωντανές σκηνές του, αφού ο τρύγος είναι αμέσως συνδεδεμένος με τη βαθύτερη χαρά της ζωής. Τρύγος : μια λέξη που μας πηγαίνει πολύ βαθειά, μέσα στη ζωή την ανθρώπινη, αλλά και στον ελληνικό τρόπο του βίου.
Ο οίνος ο μεθυστικός ο ευφραίνων την καρδίαν του ανθρώπου, το κρασί, άρα και ο τρύγος ανάγονται στην εποχή του χαλκού. Μήνας του τρύγου, κυρίως, ο δροσερός και μελιχρός Σεπτέμβριος. Το κρασί εντάχθηκε στη ζωή των Ελλήνων, συνδέθηκε με την πολιτιστική τους κληρονομιά, με την ιστορία και την τέχνη τους, θάλεγε δε κανείς, ότι απετέλεσε έκφραση ενός ιδιαίτερου τρόπου ζωής που αν και εξελίχθηκε, δεν άλλαξε με το πέρασμα των αιώνων. Η αρχαία ελληνική τέχνη και παράδοση βρίθει από αισθησιακές σκηνές με τον Διόνυσο, Θεό της αμπέλου και του οίνου, να χαίρεται και να δίνει χαρά. Η μυθολογία είναι κατάσπαρτη από σκηνές τρύγου, αφού το κύριο προϊόν του, το κρασί, αποτελούσε πάντα ένα από τα βασικά συμπληρώματα της αρχαιοελληνικής διατροφής και είναι συνώνυμο της ευωχίας.
Όμως, το κρασί, συνάμα, όλη η διαδικασία της παραγωγής του, στους χρόνους μετά την επικράτηση της χριστιανικής πίστεως και την ελεύθερη λειτουργία της εκκλησιαστικής συνάξεως, ειδικά δε την περίοδο της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, της ρωμιοσύνης, ο οίνος και η άμπελος μεταμορφώνονται σε αρχέτυπο ζωής και κοινωνίας Θεού και ανθρώπου. Έτσι, με βάση τα λόγια του Ιησού Χριστού, αρχετύπου της ζωής και ενσάρκου υποδείγματος για τον σύνολο άνθρωπο, οι κοινωνίες γίνονται, ή ασκούνται να γίνονται προέκταση του ποτηρίου της ζωής της Θείας Ευχαριστίας. Ο άνθρωπος είναι κλήμα μέσα στην Άμπελο που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Γίνονται όλοι οι άνθρωποι κλήματα εντός της αληθινής αμπέλου. «Εγώ ειμί η άμπελος η αληθινή», λέγει ο ίδιος ο Χριστός και όλοι οι άνθρωποι, δυνάμει μαθητές του, είναι τα κλήματα που κατά χάριν, πλημμυρίζουν από τον ζωογόνο οίνο της ζωής, δηλαδή από την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Το νάμα, δε, το κρασί που χρησιμοποιείται για τη Θεία Μετάληψη, δεν πρέπει να προέρχεται από πατημένα σταφύλια. Εξ αρχής ακολουθείτε άλλος τρόπος διαδικασίας για το στύψιμό τους.
Η χρησιμοποίηση των καρπών της αμπέλου της άγριας στη διατροφή του ανθρώπου θεωρείται παλαιοτάτη. Τ παλαιότατο σχετικό εύρημα του Ελλαδικού χώρου είναι γίγαρτα (=κουκούτσια) άγριας αμπέλου του 11000 π. Χ. από το σπήλαιο Φράγχθι της Αργολίδος. Η εξέταση των αρχαίων φυτικών καταλοίπων εντάσσει την αρχή της αμπελοκαλλιέργειας και της οινοποιήσεως στην Ελλάδα στην 3η χιλιετία π. Χ. Τα ευρήματα δε οδηγούν στην κατάρριψη της απόψεως ότι η καλλιέργεια εισήχθη από την εγγύς ανατολή. Φαίνεται ότι διαμορφώθηκε επί τόπου με σταδιακή εξέλιξη της καλλιέργειας αυτοφυών φυτών. Σ’ αυτό άλλωστε συνηγορεί και η αρχαία παράδοση ότι ¨την άμπελον ευρεθήναι εν Ολυμπία παρά τον Αλφειόν¨. Ο μελισηγενής Όμηρος μας δίνει την παλαιότερη περιγραφή τρύγου. Νέοι και νέες μαζεύουν τον καρπόν και τον βάζουν σε καλάθια. Ένα αγόρι παίζει κιθάρα και όλοι τραγουδούν τον λίνο, το τραγούδι των αμπελουργών. Αυτή η γλαφυρή περιγραφή ζωντανεύει και στις αγγειογραφίες. Οι σταφυλαί ή βότρυες κόβονται με τη δρεπάνη (μικρό κλαδευτήρι) και τοποθετούνται σε καλάθια πλεγμένα από βούρλο (φορμοί) ή από βέργες (κόφινοι) και μεταφέρονται έτσι στην επίπεδη επιφάνεια όπου γινόταν το πάτημα (ληνός). Ο ληνός ήταν συνήθως ξύλινος αν και σε περιγραφή του τέλους του 3ου π. Χ. αναφέρεται και λίθινος. Στηριζόταν σε τέσσερα ξύλινα πόδια και ήταν επικλινής από τη μια πλευρά που υπήρχε εκροή.
Ο Μούστος, και στη νέα ελληνική πραγματικότητα και παράδοση      -που κι αν θέλει να αποκόπτεται ή να αρνείται πεισμόνως τον παλαιότερο εαυτόν της, δεν είναι παρά η συνέχεια μέσα στην ιστορία των ίδιων νοοτροπιών- μπαίνει στα πιθάρια και στα βαρέλια για να ζυμωθεί. Πολλά θαύματα, με πρώτο αυτό του Χριστού στο γάμο της Κανάς, σχετίζονται με την αποθήκευση του οίνου.
Θέρος – τρύγος – πόλεμος, έλεγαν οι παλιοί αμπελουργοί. Και, τούτο, για να εκφράσουν την εργώδη προσπάθεια ολόκληρης της αγροτικής οικογένειας, το ξεσήκωμά της, για τον θερισμό και για τον τρύγο, την εξάντληση των ορίων που θύμιζε συνθήκες μάχης. Πράγματι αυτές τις μέρες (ανάλογα με την περιοχή και το υψόμετρο από 10 περίπου Σεπτεμβρίου έως τις 15 Οκτωβρίου) δεν υπήρχε χρόνος για ανάπαυση. Και οι ίδιοι καλλιεργητές, επιστήμονες και οινολόγοι, συμφωνούν ότι ο τρύγος αρχίζει με την προετοιμασία των εργαλείων και τελειώνει όταν ο μούστος γίνει κρασί. Στις 6 Αυγούστου, εορτή της Μεταμορφώσεως, σε πολλά μέρη της Ελλάδος, αμπελουργοί –βεβαίως και σήμερα!- γεμίζουν ένα καλάθι σταφύλια και το πηγαίνουν στην Εκκλησία, όπου διαβάζεται ευχή για την επιτυχία των σταφυλιών.
Όσοι μπορούμε, να μετέχουμε σ΄ αυτό το πανηγύρι και στη γλυκειά του κούραση, είμαστε καλότυχοι και ευλογημένοι. Με τη σκέπη Εκείνου, που είναι «ο βότρυς ο πέρπειρος, ο φέρων οίνον μυστικόν».

* Στίχος του ποιητή Χριστόφορου Μυτιληναίου.

Κυριακή 3.10.1999

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012


Βιβλιοθήκη ή βαρελοθήκη

H επανεκτίμηση του οίνου ως θέματος της ποιητικής δημιουργίας τον 19ο αιώνα

Της Αθηνάς Γεωργαντά
Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας


H NEOEΛΛHNIKH ποίηση θα συντηρήσει για μεγάλο διάστημα τη βυζαντινή παράδοση της καταδίκης του μέθυσου και του οινοπότη. Την αρνητική αυτή εικόνα ανασκευάζουν εν μέρει ορισμένα κείμενα της φαναριώτικης παιδείας του 18ου αιώνα. Τίποτε όμως δεν είχε προβλέψει τον καταιγισμό διονυσιακής ευδαιμονίας που το 1811 αναστάτωσε τα πνεύματα και τα εκδοτικά ήθη της εποχής. Δέκα χρόνια πριν από την επανάσταση του ’21, εκδίδεται η συλλογή «Λυρικά» του Αθανάσιου Χριστόπουλου. Τα ποιήματά της χωρίζονται σε «ερωτικά» και «βακχικά», έχουν θέματα απλά και αποκλειστικό, φαινομενικά, ενδιαφέρον τον ύμνο στις ανάλαφρες ηδονές του έρωτα και του κρασιού.(1)
  Πολύπλευρη μορφή του νεοελληνικού διαφωτισμού, λόγιος, πολιτικός, νομικός, ιατρός και φιλόσοφος, ο οινοφιλέστερος των ποιητών της νέας Ελλάδας, ο Νέος Ανακρέων, όπως ονομάστηκε, γεννήθηκε στην Καστοριά, έζησε και σταδιοδρόμησε στα ακμαία φαναριώτικα κέντρα της Μολδοβλαχίας και της Κωνσταντινούπολης.
 Τα ποιήματά του, μοναδική λογοτεχνική εκδήλωση εν μέσω επιστημονικών, πολιτικών και φιλοσοφικών συγγραμμάτων, διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν πολύ.
 Ειδικά δε τα βακχικά του καθιέρωσαν στη νεοελληνική ποίηση μια ισχυρή παράδοση, που προσέλαβε διαστάσεις ομαδικής ζάλης.

Βαρελοθήκη
Το πρώτο ποίημα των βακχικών, η «Bαρελοθήκη», καταγράφει επιδεικτικά την προκλητική διάθεση του Χριστόπουλου και κωδικοποιεί θέματα πολλαπλού ενδιαφέροντος. Οι στίχοι προβάλλουν την εικόνα ολομέτωπης σύγκρουσης δύο αρχαίων θεών. Σ’ αυτήν μάλιστα την αναμέτρηση Διόνυσου και Απόλλωνα θα επικεντρωθεί ο μοναδικός ποιητικός αντίλογος που επρόκειτο να αντιμετωπίσει ο Νέος Ανακρέων.
  Το 1817, συγκεκριμένα, ο Κοζανίτης Γεώργιος Σακελλάριος, διάσημος γιατρός και εξέχων λόγιος της προεπαναστατικής εποχής, δημοσιεύει δέκα «αντιβακχικά» ποιήματα που επιδιώκουν να ανασκευάσουν αντίστοιχα βακχικά του Χριστόπουλου. Χαρακτηριστικό είναι το πρώτο αντιβακχικό με τον εύγλωττο τίτλο «Βιβλιοθήκη αντί της Bαρελοθήκης». Για να αναχαιτίσει την επέλαση του Διόνυσου, ο Σακελλάριος καταφεύγει στα όπλα του Απόλλωνα. H σύγκρουση των δύο θεών, στην οποία εμπλέκονται τα σύμβολα, η συνοδεία και τα ιερά τους φυτά, αποτυπώνει ένα προαιώνιο δίλημμα: την επιλογή ανάμεσα στη φυσική ζωή και τις καθημερινές απολαύσεις που αντιπροσωπεύει ο Διόνυσος, έναντι της ήρεμης πνευματικότητας που απαιτεί ο Απόλλων.
  H προσεκτική ανάγνωση όλων των δεδομένων αποκρυπτογραφεί τελικά το δυσερμήνευτο κώδικα του διαλόγου Χριστόπουλου-Σακελλάριου. H συζήτηση αφορά τις ιδιότητες των αρχαίων Θεών τους οποίους προσεταιρίζεται ο κάθε ποιητής, στο πλαίσιο της δεδομένης ροπής του διαφωτισμού προς την αρχαιότητα. Σ’ αυτόν τον προεπαναστατικό διάλογο περί ποιήσεως συμμετέχουν Έλληνες λόγιοι και ξένοι περιηγητές, συμμετέχει επίσης η εικονογράφηση των βιβλίων. Βρισκόμαστε στη δεκαετία 1810-’20 όταν πια έχει γίνει κοινή συνείδηση πως έφθασε η ώρα της εθνικής και πνευματικής αναγέννησης. Το συλλογικό ενδιαφέρον στρέφεται τώρα στις κατευθύνσεις που θα ακολουθήσει η ποίηση του ελεύθερου γένους. Την Αφροδίτη και το Διόνυσο θέλει ο Χριστόπουλος ως οδηγούς του εθνικού ποιητή και προστάτες της αναγεννημένης ελληνικής ποίησης.
 O Σακελλάριος μάχεται υπέρ του Απόλλωνα και της Αθηνάς. Έτσι αναβιώνει στην ποίησή μας λίγα χρόνια πριν απ την Επανάσταση, η προαιώνια σύγκρουση του απολλώνειου με το διονυσιακό στοιχείο, που προσδιορίζει, σύμφωνα με τον Νίτσε, την προοδευτική ανέλιξη της τέχνης και τη δημιουργία κάθε καλλιτεχνικού έργου.

Μακαριότητα
Απόλλων ή Διόνυσος; Βιβλίο ή κρασί; Γνώση ή χαρά της ζωής; Ερώτημα καίριο του αιώνα των φώτων. H χαρά της ζωής αρθρώνει ένα μείζον αίτημα του διαφωτισμού, ο οποίος συμπεριέλαβε στο φιλοσοφικό στοχασμό του τόσο τη δίψα της γνώσης όσο και τη διεκδίκηση της ανθρώπινης ευδαιμονίας. H έμφαση του διαφωτισμού στη επίγεια ευτυχία, σε αντίθεση προς τη θρησκευτική μακαριότητα που απαιτούσε η Εκκλησία τιτλοφορεί ένα βακχικό ποίημα του Χριστόπουλου με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Mακαριότητα».
 O Σακελλάριος, πάντως θαυμάζει εξαιρετικά τον Χριστόπουλο και τον αποκαλεί απόγονο και διάδοχο των αρχαίων Ελλήνων ποιητών : «ως ένθερμος συνάμιλλος των παλαιών εκείνων / πριβόητων ποιητών, προγόνων των Ελλήνων».
Με αυτές τις διατυπώσεις εξαγγέλλεται ουσιαστικά η πραγματοποίηση του αξονικού αιτήματος του νεοελληνικού διαφωτισμού, η ανάκτηση του λαμπρού πολιτισμού της αρχαιότητας. Στην τελευταία φάση του νεοελληνικού διαφωτισμού, που αποτελεί προπαρασκευή στον Αγώνα, οι φορείς της εθνικής συνείδησης και των διαφωτιστικών ιδεών, εμφορούνται από αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία.
Στο πλαίσιο αυτής της ανάτασης, τα ποιήματα του Χριστόπουλου απορροφούν και εκφράζουν τη ριζοσπαστικότερη, αισθησιοκρατική και ανθρωποκεντρική, φλέβα του νεοελληνικού διαφωτισμού. Αυτήν που πριμοδοτεί τη γήινη ευδαιμονία και τη μακαριότητα  των εγκόσμιων απολαύσεων. Έτσι, χάρη στις τολμηρότερες αναζητήσεις της πληθωρικής φαναριώτικης λογιοσύνης, η ποίησή μας θα βρει ξανά στις αρχές του 19ου αιώνα, τις χαρές και τις χάρες της συμποτικής της παράδοσης.
 H ηθική πρόταση του ανακρεοντισμού και του Χριστόπουλου θα αποδώσει στο Διόνυσο την τιμητική του θέση στο πάνθεον της ελληνικής λογοτεχνίας.



«Bαρελοθήκη»
Έξω, έξω τα βιβλία.
Στη φωτιά η φλυαρία.
Λέξες, λόγοι, όλα κάτω·
τι του κάκου τα φυλάττω;

Τον Απόλλωνά τους ρίξε
και τες Mούσες όλες πνίξε.
Την πικρή τους δάφνη καύσε
Κι απ’ τους κόπους πλέον παύσε.

Bάλε Bάκχον και Mαινάδες
και βαρέλια μυριάδες,
να γενεί βαρελοθήκη
η χρυσή βιβλιοθήκη.

O κισσός ας πρασινίσει
και το κλήμα ας ανθίσει,
να γλυκάνει το σταφύλι
τα πικρά μου τούτα χείλη.

Μη με λέγεις καλαμάρι,
μόν’ κανάτα, μόν’ πιθάρι.
Μη καντήλι· μόν’ κροντήρι
και γαβάθα και ποτήρι.

Θέλω, θέλω να καθίσω,
να χαρώ να ευθυμήσω
με τον Bάκχον μου τον φίλον
στης βαρέλας μου τον τύλον.
Aθανάσιος Xριστόπουλος

«Bιβλιοθήκη αντί της βαρελοθήκης»
Έξω έξω τα κροντήρια,
έξω πλόσκες και ποτήρια!
Κούπες, στάμνες, όλα κάτω
τι του κάκου τα φυλάττω;

Τον Διόνυσον τους ρίξε
τες Mαινάδες τ’ όλες πνίξε.
Τον πικρόν κισσόν τους καύσε
και από την μέθην παύσε.

Εις τον Ελικώνα τρέξε,
με τας Μούσες χαίρου, παίξε.
Καύσε την βαρελοθήκην,
σύστησε βιβλιοθήκην.

O κισσός ας μη βλαστήσει
και το κλήμ’ ας μη καρπίσει.
Μη πικράνει το σταφύλι
της φρονήσεως τα χείλη.

Μη, μη πλόσκα, μη πιθάρι,
μον’ χαρτί και καλαμάρι.
Mον’ βιβλίον, μη κροντήρι
μον’ κοντύλι, μη ποτήρι.

Κι έτσι πλέον να καθίσεις,
να χαρείς, να ευθυμήσεις,
με τες Μούσες τες θεές σου
και με τον Απόλλωνά σου.
Γεώργιος Σακελλάριος




Σημείωση: (1) Είναι εξαίρετη η νεότερη έκδοση των «Λυρικών» με επιμέλεια και πρόλογο της Ελένης Τσαντσάνογλου (Ερμής 1970).

ΠΗΓΗ : Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Επτά Ημέρες, Κυριακή 17 Οκτωβρίου 1993,
ΣΑΡΑΝΤΑ ΑΙΩΝΕΣ ΚΡΑΣΙ.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012


Εβίβα παιδιά! 


ΧPIΣTOΦOPOΣ MHΛIΩNHΣ
Φιλόλογος – συγγραφέας


ΑN KPINOYME από τα αρχαιολογικά ευρήματα (πίθοι, κρατήρες, αμφορείς, κύλικες), η χρήση του οίνου, του κρασιού, όταν αρχίζουν τα πρώτα ποιητικά κείμενα της ελληνικής γλώσσας, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια (8ος αι. π.Χ.), έχει πίσω της μια μακρότατη παράδοση. Οι χρήσεις του πρέπει να πούμε καλύτερα.
Στην τρίτη κιόλας ραψωδία της Ιλιάδας (Γ, 295), όταν πρόκειται να κριθεί ο τρωικός πόλεμος με τη μονομαχία Πάρη και Μενέλαου, το κρασί χρησιμοποιείται στην τελετουργία των όρκων - που σημαίνει ότι είχε κιόλας καθαγιαστεί:

«...Και για τον όρκο οι κράχτες έφεραν περνώντας απ' το κάστρο
τα δυο τ' αρνιά και το γλυκόπιοτο κρασί, της γης το δώρο
μες σε γιδίσιο ασκί και λιόφωτο κροντήρι από την άλλη
και κούπες κουβαλούσε ολόχρυσες ο Ιδαίος με βιάση, ο κράχτης...
...Κι απ' το κροντήρι τότε βάζοντας κρασί στις κούπες, κάτω
το ξέχυναν, και τους αθάνατους θεούς ανακαλιούνταν:
...πατέρα Δία, τρανέ κι ασύγκριτε, και σεις αθάνατοι άλλοι,
όποιοι από τους δυο μας τους αμάλαγους πατήσουν όρκους πρώτοι
σαν τούτο το κρασί κατάχαμα να τρέξουν τα μυαλά τους...»

Πιο κάτω, στην 7η ραψωδία (Ζ, 261), μαζί με την τελετουργική χρήση του γίνεται λόγος και γι' άλλες ιδιότητές του: Όταν ο Έκτορας επιστρέφει από τη μάχη στο κάστρο του Ιλίου, τον υποδέχεται η μητέρα του, η Εκάβη, και του λέει:

«... Μα για περίμενε γλυκόπιοτο κρασί για να σου φέρω
στον κύρη Δία και στους επίλοιπους θεούς να κάνεις πρώτα
σπονδή μετά κι ατός σου αν έπινες, πολύ θα το χαιρόσουν.
Πληθαίνει το κρασί τη δύναμη μαθές του κουρασμένου
και τώρα εσύ πού κουράστηκες, βοηθώντας τους δικούς σου...»

Κι ο Έκτορας:

«Όχι, κρασί γλυκό, μητέρα μου, μη με κεράσεις τώρα
μπορεί να μου κοπούν τα γόνατα και της αντρειάς ξεχάσω...
Με άπλυτα χέρια ακόμα σκιάζομαι στο Δία κρασί φλογάτο
να στάξω...»

Αλλά και δίχως ψωμί και κρασί ο πόλεμος δεν αντέχεται:

«Μα ο που ψωμί χορτάσει τρώγοντας και πιει κρασί, και πιάσει
ολημερίς μετά τον πόλεμο με των οχτρών τ' ασκέρια,
νιώθει αντριγιά τρανή στα στήθια του κι ακούραστα τα πόδια...»

Αυτά σ' έναν κόσμο πολεμιστών.

Στην Οδύσσεια ο κόσμος αυτός έχει αλλάξει, και μαζί η σημασία του κρασιού. Και τώρα βέβαια συνοδεύει το φαγητό, στο ιδιωτικό και, κυρίως, στο ομαδικό τραπέζωμα (το συμ-πόσιο, όπως χαρακτηριστικά θα ονομαστεί), αλλά οι ιδιότητές του είναι για να τονώσουν όχι την πολεμική ορμή, αλλά την ψυχική διάθεση (την ευ-θυμία). Oταν η Αθηνά πηγαίνει στο παλάτι του Οδυσσέα, στην Ιθάκη (α, 106), βρίσκει τους μνηστήρες της Πηνελόπης να κάθονται μπροστά στις εξώπορτες, πάνω σε δέρματα ζώων, και να παίζουν ζάρια:

«...κι οι παραγιοί κι οι κράχτες
άλλοι κρασί νερώνανε γι' αυτούς μες στα κροντήρια,
κι άλλοι, με τα πολύτρυπα σφουγγάρια τα τραπέζια
καθάριζαν και τα 'στρωναν, κι άλλοι έκοβαν το κρέας...»

Κι όταν ο Αλκίνοος κάνει τραπέζι προς τιμήν του Οδυσσέα και φέρνουν τον τραγουδιστή Δημόδοκο, ο υπηρέτης

«πανέρι του 'φερε έπειτα και του 'στρωσε τραπέζι
κι ένα ποτήρι με κρασί να πίνει όταν θελήσει...»

Και τον Οδυσσέα στο παλάτι της Κίρκης τον περιποιούνται τέσσερεις νεράιδες:

«η τρίτη το γλυκό κρασί κερνούσε σ' ασημένιο
κροντήρι και το μοίραζε μ' ολόχρυσα ποτήρια»

Και βέβαια να θυμίσουμε ότι στα συμπόσια το κρασί δεν το πίνανε σκέτο, αλλά πρώτα το ανακάτευαν με νερό (ένα νερό, δύο κρασί) στον κρατήρα (κροντήρι κατά τους μεταφραστές) και μετά το σερβίρανε με την κούπα (το δέπας)

Μετά την επική, ακολουθεί η λυρική ποίηση, που εκφράζει πια ατομικές καταστάσεις και αισθήματα. Το ποίημα από έμμετρη αφήγηση γίνεται τραγούδι, μέλος, που το συνοδεύει η κιθάρα ή ο αυλός. Και βέβαια στα αποσπάσματα που μας σώζονται συναντούμε συχνά το κρασί. Ο μισθοφόρος πολεμιστής το κουβαλάει μαζί του, μαζί με το ψωμί, τρώει και πίνει ακουμπισμένος στο δόρυ του, όπως ο Αρχίλοχος. Ο ποιητής Αλκαίος που δεινοπάθησε μες στους πολιτικούς κατατρεγμούς ζητάει κρασί για να μεθύσει από χαρά, όταν μαθαίνει πως πέθανε ο αντίπαλός του Μυρσίλος. Αλλά για τον Αλκαίο το κάθε τι είναι αφορμή για οινοποσία:

«Βρέχει ο θεός. Μεγάλη καταιγίδα χιμά απ' τον ουρανό
και τα νερά έχουν παγώσει. Δάμασε τη θύελλα, σώριασε ξύλα στη φωτιά,
ανάμιξε το γλυκό κρασί χωρίς τσιγκουνιά, βάζοντας ένα μαλακό μαξιλάρι
γύρω από τους κροτάφους σου»

Κι αλλού:

«Ας πιούμε! Τι να καρτερούμε τα λυχνάρια;...»

Με τον Αλκαίο διαμορφώνεται ειδική κατηγορία λυρικών ποιημάτων, τα συμποτικά, που θα γίνουν μανιέρα και θα φτάσουν ως τους ελληνιστικούς χρόνους.
Η αναφορά στην καλλιέργεια του αμπελιού και στη λατρεία του Διόνυσου, από την οποία προέκυψε ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος, το δράμα (τραγωδία και κωμωδία), θα μας έβγαζε έξω από τα όριά μας.

Στη βυζαντινή εποχή το κρασί αγιοποιείται στη θρησκευτική αντίληψη, αφού μετουσιώνεται στο αίμα του Χριστού, που οι πιστοί το μεταλαμβάνουν «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης». Ωστόσο οι γήινες χαρές βρίσκουν διέξοδο στη λεγόμενη Δημώδη Ποίηση. Ολόκληρο στιχούργημα με πάνω από 100 στίχους μας έχει διασωθεί, μάλλον του 12ου αι., Η φιλοσοφία του Κρασοπατέρος, που υμνεί την οινοποσία.

Στη νεοελληνική λογοτεχνία η μανιέρα των «συμποτικών» επανέρχεται με τον κλασικισμό. Μαζί και ο όρος Ανακρεόντεια για τα ποιήματα του κρασιού και του έρωτα. Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772-1847) είναι ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της τάσης:

«Να μη φθάσω, να μη ζήσω
αν μια μέρα δεν μεθύσω!
Κι αν πεθάνω, να πεθάνω
στο κρασάκι μου απάνω.
Την αμέθυστη ζωή μου
να την έχουν οι εχθροί μου...»
(Λυρικά, 1814)

Την αυθεντική όμως σχέση με το κρασί και την ταβέρνα (νέο μοτίβο, που θα το συνοδεύει) θα τη συναντήσουμε σε μερικούς νεότερους ποιητές, ως καταφυγή των μοναχικών ανθρώπων και των απόκληρων της κοινωνίας: λ.χ. στον Λάμπρο Πορφύρα (1879-1932):

Πιέ στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου
σε μι' άκρη, τώρα που άρχισαν ξανά τα πρωτοβρόχια...
...με ανθρώπους που βασάνισεν η θάλασσα κι η φτώχεια...

΄H στον Κώστα Βάρναλη (1873-1974), στους πασίγνωστους Μοιραίους του, μελοποιημένους από τον Μίκη Θεοδωράκη:

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα
μες σε καπνούς και σε βρισιές
απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα
όλη η παρέα πίναμε ψες
εψές σαν όλα τα βραδάκια
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Κυρίως όμως αυτήν την αυθεντική σχέση θα την αποδώσει η πεζογραφία. Και πρώτα πρώτα ο γενάρχης των πεζογράφων μας, ο Παπαδιαμάντης, που ήταν κι ο ίδιος λάτρης του. Σαν εκείνον τον ήρωά του, τον βαρκάρη, που τον περισυνέλεξε ναυαγό ένα διερχόμενο πλοίο παρά την τερπνήν νήσον Τσουγκριάν κι οι ναύτες προθυμοποιήθηκαν να του προσφέρουν πουντς, για να τον συνεφέρουν.

«Αλλ' άμα ανοίξας τους οφθαλμούς ο μπαρμπα-Διόμας διά του πρώτου βλέμματος είδε βαρέλια.
- Oχι πουντς, όχι, είπε διά πεπνιγμένης φωνή κρασί δώστε μου! Οι ναύται τω προσήνεγκον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου, και ο μπαρμπα-Διόμας το ερρόφησεν απνευστί...».

Στον Παπαδιαμάντη οι πότες στις πιο πολλές περιπτώσεις είναι μοναχικοί άνθρωποι που οι ατομικές τύχες ή η κοινωνική τους θέση τους οδήγησαν στο κρασί και στην ταβέρνα. Σαν τον Ιάκωβο του διηγήματος Ο Χαραμάδος ή σαν τους αχθοφόρους του διηγήματος Ο Αμερικάνος, που συχνάζουν στο μαγαζί του Δημήτρη του Μπάρδα, ακόμα και την παραμονή των Χριστουγέννων:

«Ούτοι ήσαν οι αχθοφόροι της πόλεως, οι ίδιοι και διαλαληταί, τριμελής φαιδρά συντεχνία, περνώντας τον καιρόν των να πίνωσι το βράδυ παν ό,τι εκέρδιζον την ημέραν...

- Εβίβα παιδιά! Και συνέκρουον θορυβωδώς τα ποτήρια... Και ο πρώτος εξηκολούθησε να τραγουδή:

Βασίλω μ' τα κουμπούρια σου
με τι τα 'χεις γεμάτα;
βαριά π' ανάθεμά τα....»

Το «πάθος» τους το βλέπει με συμπάθεια κι ο ίδιος ο Θεός και για χάρη των δύο φίλων που, παραμονή Χριστουγέννων, έχει στεγνώσει ο λαιμός τους, γιατί το μαγαζί δεν έχει πια ούτε σταγόνα, κάνει να καταπλεύσει λόγω της θαλασσοταραχής, αναπάντεχα, ένα καΐκι που πούλησε προς είκοσι λεπτά «το κοκκινωπόν αφρώδες ποτόν...».

Και βέβαια δεν λείπουν και οι οικογενειακές διασκεδάσεις, με την ευκαιρία χαρμόσυνων γεγονότων:

«Και ο μπαρμπα-Λάζος ο Μπόζος έπινεν γερά, και επλήθυναν τας ευχάς και τα συγχαρητήρια κι ετραγουδούσαν

«Σ' αυτό το σπίτι που 'ρθαμε... κτλ.»
συχαρίκια)


Καταφυγή

Αλλά το κρασί και η ταβέρνα γίνονται η καταφυγή των απόκληρων, όταν οι βαλκανικοί πόλεμοι και κυρίως ο Πρώτος Παγκόσμιος πυκνώνουν την τάξη των προλεταρίων και των ταβερνόβιων (των «αλανιάρηδων») στις πόλεις, κυρίως στον Πειραιά και στην Αθήνα. Ο διηγηματογράφος Δημοσθένης Βουτυράς (1872-1958) θα γίνει ο κύριος εκφραστής τους:

«Σ' ένα κρασοπουλειό σταματήσανε να πιούνε... Μέσα στο χαμηλό μαγαζί έπιναν και άλλοι, λυπημένοι αυτοί, προσπαθώντας να σβήσουνε ή να μετριάσουνε με το κρασί τη λύπη τους...» («Ζωή αρρωστεμένη»)
Στην ταβέρνα προσπαθούν να λύσουν και τα... υπαρξιακά τους προβλήματα. Η παρακάτω σκηνή είναι από το διήγημά του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Οι αλανιάρηδες:

«- Θα το κάψουμε! Βρυχήθηκε ο Λεώπης.
Ο Ρώγας χαμογελούσε κι έξυσε το σβέρκο του. Ο Αλίμπης έτρωγε χωρίς να μιλά και προσπαθούσε να μη σκέπτεται. Και αισθανόταν ζάλη πάλι στις σκέψεις του θανάτου, της αιωνίας σιωπής που χωρίς να θέλει περνούσαν από το νου του.
Άλλη μισή ήρθε. Και η νύχτα προχωρούσε. Ένα πρόσωπο παρουσιάστηκε στη μέση.
- Γεια σας!
- Ο Ψαθούλας!..
- Μα τι φως είναι αυτό! έκανε.
- Κάπηλας! Σήκωσε το φως!
Ο ταβερνιάρης σιγά, χωρίς να βιάζεται, ανέβηκε σ' ένα κάθισμα και το ύψωσε...
- Παρηγοριά! είπε ο Αλίμπης...
Κι αρχίσανε όλοι μεμιάς να τραγουδούνε κυκλωμένοι από το σύννεφο της ευδαιμονίας που ρίχνει το θείο κρασί...»

ΠΗΓΗ : Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Επτά Ημέρες, Κυριακή 14 Μαρτίου 2004

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Ο στίχος και ο οίνο

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ


ΜIΑ ΦOPΑ κι έναν καιρό, ένα κατσίκι ξέκοψε από το κοπάδι του, το 'χουν αυτό το χούι τα κατσίκια, γιατί λιμπίστηκε κάποιους καρπούς γυαλιστερούς, πρωτόφαντους. Πολύ του άρεσαν, και με το δίκιο του, κι έτσι όλο έφευγε από το κοπάδι για να ευφρανθεί καταβροχθίζοντάς τους. Ώσπου το πήρε είδηση ο βοσκός ο Στάφυλος, το παρακολούθησε κι είδε κι αυτός τους νέους καρπούς· παραξενεύτηκε βέβαια αλλά, σαν από επιφοίτηση, σκέφτηκε να τους στείψει και να τους αναμείξει με νερό καλό του Αχελώου. Και εγένετο οίνος. Το όνομά του το νέο ποτό το πήρε από τον ιδιοκτήτη του κοπαδιού, τον Oινέα, βασιλιά της Kαλυδώνας στην Αιτωλία, πατέρα του Mελέαγρου και της Διηάνειρας. Τη μεθυστική άμπελο του την είχε προσφέρει αντίδωρο ο Διόνυσος, μιας και ο βασιλιάς έκανε πέτρα την καρδιά του και δάνεισε προσωρινά τη σύζυγό του την Αλθαία στον θεό, που την είχε σφόδρα επιθυμήσει.

Ερωτικός όπως ήταν ο Διόνυσος, κι επειδή κιόλας δεν ήθελε να περιοριστεί στην Αιτωλία το θείο δώρο του, τον ίδιο πάνω-κάτω καιρό (υπόθεση κάνουμε, τι δουλειά έχει ο χρόνος με τους θεούς) απέκτησε γιο από την Αριάδνη, που την είχε εγκαταλείψει στη Νάξο άσπλαχνος ο Θησέας. Έδωσε λοιπόν στον βλαστό του το σαφέστατο όνομα Οινοπίων και τον εγκατέστησε βασιλέα της Χίου, βοηθώντας τον να εισαγάγει στο νησί την τέχνη του κόκκινου κρασιού και τη χρήση του.

Ότι ο οίνος δένει με τον έρωτα το βεβαιώνει και η βλοσυρή Παλαιά Διαθήκη, και μάλιστα σε ένα εδάφιο της Γενέσεως ιδιαιτέρως βαρύ ως προς τα νοήματά του. O Λωτ είχε πάρει τα βουνά, όταν η θεϊκή οργή κατέστρεφε αμείλικτη τα Σόδομα και τα Γόμορρα, και ζούσε σ' ένα σπήλαιο με τις δύο θυγατέρες του. Κι είπε τότε η μεγάλη στη μικρή: «O πατήρ ημών πρεσβύτερος και ουδείς εστιν επί της γης, ος εισελεύσεται προς ημάς· δεύρο και ποτίσωμεν τον πατέρα ημών οίνον και κοιμηθώμεν μετ' αυτού και εξαναστήσωμεν εκ του πατρός ημών σπέρμα.» Kι έτσι έπραξαν· τον πότισαν με τη σειρά, τον μέθυσαν, κοιμήθηκαν μαζί του και «συνέλαβον αι δύο θυγατέρες Λωτ εκ του πατρός αυτών», ο οποίος «ουκ ήδει εν τω κοιμηθήναι αυτάς». Oταν βέβαια τις είδε να εγκυμονούν πάνω στα όρη, μακριά κι από τον ίσκιο ακόμη ανδρός, κάτι θα εννόησε, αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα που μόνο ικανότατοι ραβίνοι μπορούν να το διεξέλθουν.

Στα ίδια πάνω-κάτω μέρη, σε άλλους όμως καιρούς, ο Ιησούς «εποίησε την αρχήν των σημείων» (και προκατέβαλε την ταύτιση του με τη άμπελο, του δε αίματός του με το κρασί), εν Κανά της Γαλιλαίας: μετέτρεψε σε κρασί καλό το νερό που υπήρχε μέσα σε έξι λίθινες υδρίες και ευφράνθηκε όλο το συμπεθεριό.

Διά του λόγου εγένετο και ο κόσμος και ο οίνος. Με συνοδό τον οίνο ακμάζει ο λόγος, το κουβεντολόι - γι' αυτό και τον έπιναν κεκραμένο οι αρχαίοι, να μη μεθούν και χάνουν τον ειρμό τους. Υπήρχαν άλλωστε σοφά τελετουργικά και προαποφασισμένα μέτρα, ώστε ο πότος να μη ρίχνει στον ύπνο τον πόθο για συνομιλία, κάθε είδους συνομιλία. Ιδού, λόγου χάρη, ένας «κανόνας» που μάλλον δεν χρειάζεται μετάφραση:

Τρεις γαρ μόνον κρατήρας εγκερανύω
τοις ευ φρονούσι, τον μεν υγείας ένα,
ον πρώτον εκπίνουσι· τον δε δεύτερον
έρωτος, ηδονής τε· τον τρίτον δε ύπνου
ον εκπιόντες οι σοφοί κεκλημένοι
οίκαδε βαδίζουσι, ο δε τέταρτος ουκ έτι
ημέτερός εστι αλλ' ύβρεως, ο δε πέμπτος βοής.

Αλλά και υπέρ του οίνου εγένετο πολύς ο λόγος, και εγκωμιαστικός - κι ακόμα γίνεται, όπως σε τούτη την όμορφη μαντινάδα που άκουσα από τον Ψαραντώνη: «Παλιό κρασί η σκέψη μου, πάντα μ' αυτή γλεντίζω, / μα είναι φορές που με μεθά και δεν την νταγιαντίζω». Στην Παλατινή Ανθολογία, στο ενδέκατο Βιβλίο, σώζονται κάμποσες δεκάδες συμποτικά επιγράμματα «διαδόχων» του Ανακρέοντα και από αυτά μεταφράζω εδώ οχτώ, δίκην προπόσεως (τα υπ΄ αριθμ. 31, 34, 43, 45, 58, 60, 62, 63). Έπειτα από κάθε ποίημα ακολουθεί μικρό βιογραφικό του δημιουργού του. Στενός ο χώρος, δεν επιτρέπει τη δημοσίευση του αρχαίου κειμένου ή ειδικότερου σχολιασμού.

31.
Αντιπάτρου Θεσσαλονικέως

Δε με τρομάζει η δύση των Πλειάδων
ουδέ το κύμα
που ωρύεται σπώντας σε βράχους κοφτερούς
ούτε οι αστραπές του ουρανού
όσο ένας άνθρωπος κακόψυχος
κι οι νεροπότες,
που τα μεθυσμένα λόγια μας θυμούνται.

Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς: Επιγραμματοπιός της εποχής του Αυγούστου. H Παλατινή Ανθολογία περιέχει πάνω από εκατό επιγράμματά του (επιτύμβια, επιδεικτικά, συμποτικά, σκωπτικά, αναθηματικά).

 
34.
Φιλοδήμου

Α, όχι πάλι μενεξέδες, όχι της λύρας μουσικές,
όχι ξανά το χιώτικο κρασί,
και σμύρνα απ' τη Συρία,
και γλεντοκόπι.
Όχι. Ξανά δε θέλω πόρνη ακόρεστη
- ό,τι με σπρώχνει στη μανία το μισώ.
Αλλά ποθώ·
με τους ναρκίσσους στεφανώστε με, αυλοί
ας με τέρψουν,
τα μέλη μου με κρόκου αρώματα μυρώστε,
κρασί μυτιληνιό να με δροσίσει φέρτε
και με παρθένα κόρη ας γείρω να τρυγήσω.

Φιλόδημος: Φιλόσοφος και ποιητής του 2ου / 1 ου αι. π.X. από τα Γάδαρα. Αφησε πολλά δείγματα τολμηρής ερωτικής ποίησης που επηρέασαν τους Pωμαίους ποιητές. Φιλοσοφικά, υπεράσπισε την επικούρεια διδασκαλία έναντι των στωικών.

43.
Διοδώρου Zωνά

Δώσ' μου το κύπελλο το ηδύ,
πλασμένο από το χώμα
που με γέννησε,
το χώμα που πεθαίνοντας θα με σκεπάσει.

Διόδωρος ο Zωνάς: Ποιητής και ρητοροδιδάσκαλος του 1ου αι. π.X. από τις Σάρδεις.

45.
Oνέστου

Το πιο τερπνό, να πίνεις όταν θες.
O εξαναγκασμός
ντροπιάζει το κρασί κι εκείνον που το πίνει.
Κρυφά στο χώμα το κρασί πετιέται,
κάτω απ' το χώμα
ο πότης, πίνει της Λήθης το πικρό νερό.
Πολυμεθείς, χαρείτε.
Μέτρο θαρρώ της πάσας ευφροσύνης
ο πότος όταν ίσος με τον πόθο του.

Oνέστος: Ποιητής από την Κόρινθο ή το Βυζάντιο. Έζησε στα χρόνια περί τη γέννηση του Χριστού.

58.
Mακεδονίου Yπάτου

Τίποτε. Ούτε χρυσάφι ούτε της γης
τις μύριες πόλεις
ούτε τον πλούτο των Θηβών
που ιστορεί ο Όμηρος δε θέλω.
Το ποτηράκι μου μονάχα στρογγυλό
και ν' αναβλύζει μέσα του
κρασί, τα χείλη μου στο νάμα να δροσίζονται
το αέναο.
Παρέα μου να τραγουδάνε οι αγαπημένοι,
να πίνουν,
κι άντρες πολλοί στα αμπέλια να δουλεύουν.
Τέτοιος ο όλβος που ποθώ.
Κρατώντας το ποτήρι μου,
δυάρα δε δίνω για τους προύχοντες
και για τα πλούτη πό 'χουν.

Mακεδόνιος Yπατος: Ποιητής του 6ου αι. μ.X. από τη Θεσσαλονίκη. Σώζονται περί τα σαράντα επιγράμματά του.

60.
Παύλου Σιλεντιάριου

Eϊ κρασοπατέρες, σπονδές στον Bάκχο ας προσφέρουμε,
που μας ξυπνάει το γέλιο,
κι ας κατεβάσουμε με το κρασάκι μας
τις έγνοιες που μας φαρμακώνουν.
Ας το βαραίνει το στομάχι του
ταλαίπωρος ο αγρότης
μ' όσα η μητέρα της μελανόπεπλης
της Περσεφόνης δίνει.
Τα θλιβερά, τα ματωμένα κρέατα των ταύρων που θυσιάζουμε,
στ' αγρίμια ας τ' αφήσουμε,
στα ωμοφάγα όρνια.
T' αγκαθωμένα ψάρια
που ξεσκίζουνε τα χείλη μας,
σ' όσους τον Άδη κρίνουν φίλο τους
παρά τον ήλιο.
Για μας, α τι χαρά, βρώσις και πόσις
το κρασάκι μας.
Με αμβροσία ας βολευτεί όποιος τ' αντέχει.

Παύλος Σιλεντιάριος: Ποιητής του 6ου αι. μ.X., ανώτερος υπάλληλος στην Kωνσταντινούπολη. Σώζονται περίπου 80 επιγράμματά του, πολλά από τα οποία έχουν τολμηρό ερωτικό περιεχόμενο.



62.
Παλλαδά

Το θάνατο χρωστούν όλοι οι θνητοί,
και κανείς τους
αν αύριο θα ζει δεν το γνωρίζει.
Καλά στο νου σου να το βάλεις, άνθρωπέ μου,
και να ευφραίνεσαι· δώρο του Διόνυσου η λήθη τού θανάτου.
Tέρπου, στο βίο τον εφήμερο η Αφροδίτη ας σ' οδηγήσει.
Και τ' άλλα όλα, άσε να τα ρυθμίσει η Tύχη.

Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς: Σπουδαίος επιγραμματοποιός και δεινός σκώπτης του 4ου αι. μ.X., «ο τελευταίος Eλληνας ποιητής». Σώζονται πάνω από 150 επιγράμματά κάθε είδους.


63.
Mακεδονίου Yπάτου

E σεις, που νοιάζεστε για τις γιορτές
του ελεήμονος Bάκχου,
στον νέο τρύγο ελπίζοντας,
τη φτώχεια προσπεράστε,
Λοιπόν, κανάτι αντί ποτήρι θέλω,
και πατητήρι
αντί πιθάρι· σ' αυτά η άκρα ευφροσύνη
κατοικεί.
Eνα κανάτι απ' το κρασάκι μας αν πιω,
ώς και τους Kαναστραίους πολεμώ,
τους γίγαντες, αν θες,
Kαι με το θάρρος του Bρομίου στην καρδιά,
δεν τρέμω μήτε κεραυνούς
μήτε τη θάλασσα αμείλικτη.



Π


ΗΓΗ : Εφημερίδα H KAΘHMEPINH, Επτά Ημέρες, Κυριακή  29 Αυγούστου 1999