Βιβλιοθήκη ή βαρελοθήκη
H επανεκτίμηση του οίνου ως θέματος της ποιητικής δημιουργίας
τον 19ο αιώνα
Της Αθηνάς Γεωργαντά
Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας
H
NEOEΛΛHNIKH ποίηση θα συντηρήσει για μεγάλο διάστημα τη βυζαντινή παράδοση της
καταδίκης του μέθυσου και του οινοπότη. Την αρνητική αυτή εικόνα ανασκευάζουν
εν μέρει ορισμένα κείμενα της φαναριώτικης παιδείας του 18ου αιώνα. Τίποτε όμως
δεν είχε προβλέψει τον καταιγισμό διονυσιακής ευδαιμονίας που το 1811 αναστάτωσε
τα πνεύματα και τα εκδοτικά ήθη της εποχής. Δέκα χρόνια πριν από την επανάσταση
του ’21, εκδίδεται η συλλογή «Λυρικά» του Αθανάσιου Χριστόπουλου. Τα ποιήματά
της χωρίζονται σε «ερωτικά» και «βακχικά», έχουν θέματα απλά και αποκλειστικό,
φαινομενικά, ενδιαφέρον τον ύμνο στις ανάλαφρες ηδονές του έρωτα και του κρασιού.(1)
Πολύπλευρη μορφή του νεοελληνικού
διαφωτισμού, λόγιος, πολιτικός, νομικός, ιατρός και φιλόσοφος, ο οινοφιλέστερος
των ποιητών της νέας Ελλάδας, ο Νέος Ανακρέων, όπως ονομάστηκε, γεννήθηκε στην
Καστοριά, έζησε και σταδιοδρόμησε στα ακμαία φαναριώτικα κέντρα της Μολδοβλαχίας
και της Κωνσταντινούπολης.
Τα ποιήματά του, μοναδική λογοτεχνική εκδήλωση
εν μέσω επιστημονικών, πολιτικών και φιλοσοφικών συγγραμμάτων, διαβάστηκαν και
αγαπήθηκαν πολύ.
Ειδικά δε τα βακχικά του καθιέρωσαν στη
νεοελληνική ποίηση μια ισχυρή παράδοση, που προσέλαβε διαστάσεις ομαδικής
ζάλης.
Βαρελοθήκη
Το πρώτο
ποίημα των βακχικών, η «Bαρελοθήκη», καταγράφει επιδεικτικά την προκλητική
διάθεση του Χριστόπουλου και κωδικοποιεί θέματα πολλαπλού ενδιαφέροντος. Οι στίχοι
προβάλλουν την εικόνα ολομέτωπης σύγκρουσης δύο αρχαίων θεών. Σ’ αυτήν μάλιστα
την αναμέτρηση Διόνυσου και Απόλλωνα θα επικεντρωθεί ο μοναδικός ποιητικός
αντίλογος που επρόκειτο να αντιμετωπίσει ο Νέος Ανακρέων.
Το 1817, συγκεκριμένα, ο Κοζανίτης Γεώργιος
Σακελλάριος, διάσημος γιατρός και εξέχων λόγιος της προεπαναστατικής εποχής,
δημοσιεύει δέκα «αντιβακχικά» ποιήματα που επιδιώκουν να ανασκευάσουν
αντίστοιχα βακχικά του Χριστόπουλου. Χαρακτηριστικό είναι το πρώτο αντιβακχικό
με τον εύγλωττο τίτλο «Βιβλιοθήκη αντί της Bαρελοθήκης». Για να αναχαιτίσει την
επέλαση του Διόνυσου, ο Σακελλάριος καταφεύγει στα όπλα του Απόλλωνα. H σύγκρουση
των δύο θεών, στην οποία εμπλέκονται τα σύμβολα, η συνοδεία και τα ιερά τους
φυτά, αποτυπώνει ένα προαιώνιο δίλημμα: την επιλογή ανάμεσα στη φυσική ζωή και
τις καθημερινές απολαύσεις που αντιπροσωπεύει ο Διόνυσος, έναντι της ήρεμης
πνευματικότητας που απαιτεί ο Απόλλων.
H προσεκτική ανάγνωση όλων των δεδομένων
αποκρυπτογραφεί τελικά το δυσερμήνευτο κώδικα του διαλόγου Χριστόπουλου-Σακελλάριου.
H συζήτηση αφορά τις ιδιότητες των αρχαίων Θεών τους οποίους προσεταιρίζεται ο κάθε
ποιητής, στο πλαίσιο της δεδομένης ροπής του διαφωτισμού προς την αρχαιότητα.
Σ’ αυτόν τον προεπαναστατικό διάλογο περί ποιήσεως συμμετέχουν Έλληνες λόγιοι
και ξένοι περιηγητές, συμμετέχει επίσης η εικονογράφηση των βιβλίων. Βρισκόμαστε
στη δεκαετία 1810-’20 όταν πια έχει γίνει κοινή συνείδηση πως έφθασε η ώρα της
εθνικής και πνευματικής αναγέννησης. Το συλλογικό ενδιαφέρον στρέφεται τώρα
στις κατευθύνσεις που θα ακολουθήσει η ποίηση του ελεύθερου γένους. Την Αφροδίτη
και το Διόνυσο θέλει ο Χριστόπουλος ως οδηγούς του εθνικού ποιητή και προστάτες
της αναγεννημένης ελληνικής ποίησης.
O Σακελλάριος μάχεται υπέρ του Απόλλωνα και
της Αθηνάς. Έτσι αναβιώνει στην ποίησή μας λίγα χρόνια πριν απ την Επανάσταση,
η προαιώνια σύγκρουση του απολλώνειου με το διονυσιακό στοιχείο, που
προσδιορίζει, σύμφωνα με τον Νίτσε, την προοδευτική ανέλιξη της τέχνης και τη
δημιουργία κάθε καλλιτεχνικού έργου.
Μακαριότητα
Απόλλων ή
Διόνυσος; Βιβλίο ή κρασί; Γνώση ή χαρά της ζωής; Ερώτημα καίριο του αιώνα των
φώτων. H χαρά της ζωής αρθρώνει ένα μείζον αίτημα του διαφωτισμού, ο οποίος
συμπεριέλαβε στο φιλοσοφικό στοχασμό του τόσο τη δίψα της γνώσης όσο και τη διεκδίκηση
της ανθρώπινης ευδαιμονίας. H έμφαση του διαφωτισμού στη επίγεια ευτυχία, σε
αντίθεση προς τη θρησκευτική μακαριότητα που απαιτούσε η Εκκλησία τιτλοφορεί
ένα βακχικό ποίημα του Χριστόπουλου με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Mακαριότητα».
O Σακελλάριος, πάντως θαυμάζει εξαιρετικά τον Χριστόπουλο
και τον αποκαλεί απόγονο και διάδοχο των αρχαίων Ελλήνων ποιητών : «ως ένθερμος
συνάμιλλος των παλαιών εκείνων / πριβόητων ποιητών, προγόνων των Ελλήνων».
Με αυτές τις
διατυπώσεις εξαγγέλλεται ουσιαστικά η πραγματοποίηση του αξονικού αιτήματος του
νεοελληνικού διαφωτισμού, η ανάκτηση του λαμπρού πολιτισμού της αρχαιότητας. Στην
τελευταία φάση του νεοελληνικού διαφωτισμού, που αποτελεί προπαρασκευή στον Αγώνα,
οι φορείς της εθνικής συνείδησης και των διαφωτιστικών ιδεών, εμφορούνται από αυτοπεποίθηση
και αισιοδοξία.
Στο πλαίσιο
αυτής της ανάτασης, τα ποιήματα του Χριστόπουλου απορροφούν και εκφράζουν τη
ριζοσπαστικότερη, αισθησιοκρατική και ανθρωποκεντρική, φλέβα του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Αυτήν που πριμοδοτεί τη γήινη ευδαιμονία και τη μακαριότητα των εγκόσμιων απολαύσεων. Έτσι, χάρη στις
τολμηρότερες αναζητήσεις της πληθωρικής φαναριώτικης λογιοσύνης, η ποίησή μας
θα βρει ξανά στις αρχές του 19ου αιώνα, τις χαρές και τις χάρες της συμποτικής
της παράδοσης.
H ηθική πρόταση του ανακρεοντισμού και του
Χριστόπουλου θα αποδώσει στο Διόνυσο την τιμητική του θέση στο πάνθεον της
ελληνικής λογοτεχνίας.
«Bαρελοθήκη»
Έξω, έξω τα
βιβλία.
Στη φωτιά η
φλυαρία.
Λέξες, λόγοι, όλα
κάτω·
τι του κάκου τα
φυλάττω;
Τον Απόλλωνά τους
ρίξε
και τες Mούσες όλες
πνίξε.
Την πικρή τους
δάφνη καύσε
Κι
απ’ τους κόπους πλέον παύσε.
Bάλε Bάκχον και
Mαινάδες
και βαρέλια
μυριάδες,
να γενεί
βαρελοθήκη
η χρυσή
βιβλιοθήκη.
O κισσός ας
πρασινίσει
και το κλήμα ας
ανθίσει,
να γλυκάνει το
σταφύλι
τα πικρά μου τούτα
χείλη.
Μη με λέγεις
καλαμάρι,
μόν’ κανάτα, μόν’
πιθάρι.
Μη καντήλι· μόν’
κροντήρι
και γαβάθα και
ποτήρι.
Θέλω, θέλω να
καθίσω,
να χαρώ να
ευθυμήσω
με τον Bάκχον μου
τον φίλον
στης βαρέλας μου
τον τύλον.
Aθανάσιος Xριστόπουλος
«Bιβλιοθήκη αντί της βαρελοθήκης»
Έξω έξω τα
κροντήρια,
έξω πλόσκες και
ποτήρια!
Κούπες, στάμνες, όλα
κάτω
τι του κάκου τα
φυλάττω;
Τον Διόνυσον τους
ρίξε
τες Mαινάδες τ’ όλες
πνίξε.
Τον πικρόν κισσόν
τους καύσε
και από την μέθην
παύσε.
Εις τον Ελικώνα
τρέξε,
με τας Μούσες
χαίρου, παίξε.
Καύσε την
βαρελοθήκην,
σύστησε βιβλιοθήκην.
O κισσός ας μη
βλαστήσει
και το κλήμ’ ας μη
καρπίσει.
Μη πικράνει το
σταφύλι
της φρονήσεως τα
χείλη.
Μη, μη πλόσκα, μη
πιθάρι,
μον’ χαρτί και
καλαμάρι.
Mον’ βιβλίον, μη
κροντήρι
μον’ κοντύλι, μη
ποτήρι.
Κι έτσι πλέον να
καθίσεις,
να χαρείς, να
ευθυμήσεις,
με τες Μούσες τες
θεές σου
και με τον Απόλλωνά
σου.
Γεώργιος Σακελλάριος
Σημείωση: (1) Είναι εξαίρετη η νεότερη έκδοση των «Λυρικών» με επιμέλεια
και πρόλογο της Ελένης Τσαντσάνογλου (Ερμής 1970).
ΠΗΓΗ : Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Επτά Ημέρες, Κυριακή 17
Οκτωβρίου 1993,
ΣΑΡΑΝΤΑ ΑΙΩΝΕΣ
ΚΡΑΣΙ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου