μια σκέψη

Στην αγγειογραφία του Αμάσεως απεικονίζεται η διαδικασία του τρύγου και της οινοποίησης.
Διαφέρει σε κάτι από τις αντίστοιχες σημερινές εργασίες ;



Τρίτη 1 Μαρτίου 2022

Οινοποιία υπό Γρηγορίου Παλαιολόγου στο περιοδικό ΤΡΙΠΤΟΛΕΜΟΣ φύλλο 11/30.08.1833

 

Οινοποιΐα

Γρ. Παλαιολόγος (1794- 1844)*

Περιοδικό ΤΡΙΠΤΟΛΕΜΟΣ φ. 11 / 30.08.1833

 

Λίγα λόγια για αυτόν τον αρθρογράφο   

 

 Γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα –πιθανόν το1794- στην Κωνσταντινούπολη, και μεγάλωσε στη Βλαχία. Παρακολούθησε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα Γεωπονικής στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία, δαπάναις της Φιλελληνικής Εταιρείας των Παρισίων. Το 1829 ολοκληρώνει τις σπουδές του και επιστρέφει στην Ελλάδα, έτοιμος να προσφέρει στην ανασύνταξη του νεότευκτου ελληνικού κράτους.

Στα τέλη του 1828 ο Καποδίστριας υπογράφει το διορισμό του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου της Τίρυνθος. Ο Παλαιολόγος αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα και μεταβάλει το σχολείο σε υποδειγματικό αγροκήπιο. Η φιλοδοξία του Παλαιολόγου, καθώς και του Καποδίστρια ήταν να μυήσουν τον ελληνικό λαό στις σύγχρονες εξελίξεις της γεωργίας

  Από τον Μάρτιο του 1831 η διοίκηση του Αγροκηπίου ανατέθηκε σε Επιτροπή υπό τις διαταγές της οποίας βρισκόταν ο Παλαιολόγος. Η απομάκρυνσή του οφείλεται στις κατηγορίες ορισμένων ατόμων για υπερβολικές δαπάνες . Και ο μετά τον Τρικούπη Γραμματέας της Επικρατείας Νικόλαος Σπηλιάδης κατηγορεί τον Παλαιολόγο ότι ο Κυβερνήτης περίμενε πολλά απ’ αυτόν, αλλά δεν είδε τίποτε και τον απέλυσε, όταν έμαθε ότι  ενώ είχε έλθει πάμπτωχος στην Ελλάδα- είχε αρχίσει να πλουτίζει δανείζοντας στους χωρικούς με υψηλό τόκο.

Το 1833 εκδίδει στο Ναύπλιο την περιοδική εφημερίδα Τριπτόλεμος. Ο Παλαιολόγος την αφιερώνει στον Τριπτόλεμο, τον αρχαίο θεό της γεωργίας.

Το 1839 αποφάσισε να γράψει το μυθιστόρημα «Ο Πολυπαθής».

Το 1842 μας δίνει το δεύτερο και τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο Ζωγράφος».

 

 

Το τρύγος άρχισεν εις μερικά μέρη της Ελλάδος, και εις τα λοιπά αρχίζει εντός ολίγου, όθεν και σπεύδομεν να εφοδιάσωμεν τους αμπελοκτήτας αναγνώστας μας με μερικάς περί οινοποιΐας οδηγίας.

Η φύσις του εδάφους έχει μεγάλην επιρροήν εις την ποιότητα του οίνου. Των χαμηλών, παχέων και δροσερών γαιών η σταφυλή είναι μεν μεγάλη και άφθονος, αλλ΄ ο εξ αυτής οίνος είναι υδατώδης,  δε φθάνει ποτέ την ποιότητα των οίνων των υψηλών και ορεινών μερών, και η διατήρησίς του είναι πάντοτε δύσκολος. Τα σταφύλια πρέπει να είναι όχι μόνον καλής ποιότητος και ωριμώτατα δια την κατασκευήν καλών κρασιών, αλλά πρέπει το τρύγος να γίνεται εις καιρόν εύδιον και μετά την διάλυσιν της δρόσου. Τα άγουρα και τα σάπια να ξεχωρίζωνται, και να είναι τουλάχιστον εν τρίτον μαύρων σταφυλίων εις την ποσότητα, επειδή η χρωματική ουσία αυτής της σταφυλής είναι αναγκαία εις την διατήρησιν του οίνου.

Ο ληνός πρέπει να γεμίζει αυθημερόν, και να πατήται την ίδιαν ημέραν. Εις την Ελλάδα αμελούν αυτήν την φροντίδα, νομίζοντες, οι μεν αδιάφορον, οι δε ίσως και αναγκαίον να μείνουν τα σταφύλια μερικάς ημέρας εις τον ληνόν, πριχού πατηθούν αλλ΄ απατώνται μεγάλως κατά τούτο, επειδή δια την κατασκευήν καλού κρασίου η βράσις μιας ποσότητος πρέπει να είναι σύγχρονος και τακτική, πράγμα το οποίον δεν κατορθούται, όταν τα σταφύλια ρίπτωνται εκ διαλειμμάτων εις τον ληνόν, και πατώνται μεθ΄ ημέρας. Τότε τα μεν πρώτα αρχίζουν να βράζουν προτήτερα από τα δεύτερα, η δε βράσις δεν είναι τακτική, επειδή ο ζωμός των δεν είναι εκπιεσμένος, η δε θλίψις και η θερμότης τα ανάπτει, τα μουχλιάζει και τα ξυνίζει ενίοτε. Όθεν και πρέπει τινάς να πασχίση να βάλη όσον το δυνατόν περισσότερους τρυγητάς, δια να τρυγήση όσα σταφύλια αναγκαιούν δι΄ ένα πάτημα, το οποίον πρέπει και να γίνει χωρίς αναβολήν καιρού, και το κρασίον να βαλθή αμέσως εις τα βαρέλια, όπου, αφίνοντας ανοικτόν το βούλωμα, να βράση ο μούστος.

Εις την Ευρώπην ζουλούν τα σταφύλια με μίαν μηχανήν, την οποίαν σταίνουν επάνω εις κάδδους ή ξεφουντωμένα βαρέλια. Τα σταφύλια, αφού ζουλιχτούν, πίπτουν εις τα αγγεία, όπου βράζει ο μούστος, και αφού κατασταλάξη, τον τραβούν και τον χύνουν εις τα βαρέλια, όπου θα μείνη.

Η ποιότης του οίνου εξαρτάται από την κατασκευήν, αλλά τελειοποιείται και μετά ταύτα εις τα βαρέλια, όπου και φυλάττεται πολλούς χρόνους, όταν λαμβάνει τας αναγκαίας περί τούτου φροντίδας.

Το μετάγγισμα, η καθαρότης των αγγείων, η αποφυγή του νερού, το συχνόν γέμισμα και το καλόν κλείσιμο των βαρελίων, και τα δροσερά υπόγεια είναι τα απαιτούμενα μέσα δια την τελειοποίησιν και διατήρησιν των κατά τους κανόνας κατασκευασθέντων κρασίων. Η τρυξ (σημ. blogger: τρυξ είναι το κρασί που δεν έχει ωριμάσει) ή το καταπάτι, αρχίζει και βράζει την άνοιξη, από την βράσιν του γεννάται μία ατμίς (το ανθρακικόν οξύ), η οποία διαδίδεται εις το κρασίον και το διαφθείρει. Δια του μεταγγίσματος ξεχωρίζεται αυτός ο καταπάτης, και αποφεύγει , κατ΄ αυτόν τον λόγον, τον κίνδυνον του ξυνίσματος. Το μετάγγισμα πρέπει να γίνεται το Δεκέμβριον, και πάλιν να επαναλαμβάνεται το Μάιον, όταν η χρεία το καλέση, μερικοί μεταγγίζουν τον Μάρτιον.

Όσα αγγεία χρησιμεύουν εις την κατασκευήν και την διατήρησιν του οίνου, πρέπει να είναι καθαρά να πλύνωνται καλά, να ασβεστόνωνται, να ξεπλύνωνται΄ τα δε βαρέλια προς τούτοις να καπνίζωνται με θειάφι, όταν είναι παλαιά και έχουν καμμίαν βαρείαν μυρωδίαν. Εις την Ελλάδα, εκτός της επαράτου ρητίνης και του ολεθρίου γύψου, βάλλουν εις τα κρασία και νερόν, το οποίον ονομάζουν αγίασμα. Είναι δυνατόν να μην ξυνίσουν τα κρασία μας και να μη χάσουν τη φυσική των γεύσιν και ευωδίαν; Ας απέχωμεν από αυτά τα ολέθρια μέσα, τα οποία διαφθείρουν την ποιότητα των κρασίων.

Ο  αήρ δεν είναι ολιγώτερον επιβλαβής εις τον οίνον. Αφού τελειώσουν την βράσιν των, τα βαρέλια πρέπει να γεμίζωνται τρεις και τέσσερες φορές και να καλοκλείωνται, δια να μη βρίσκει ο αήρ κενόν, και εισδύων ευκόλως εις αυτά να τα φθείρη. Και αυτό, νομίζω, είναι γενικώς αμελημένον από τους οινοποιούς μας. Αι υπόγειοι ομοίως αποθήκαι είναι και αυταί αναπόφευκται δια την διατήρησιν του οίνου, και μάλιστα εις το καυστικόν κλίμα μας. Το κρασί εις την Ευρώπην το φυλάττουν εις βαθέα υπόγεια και εις μίαν δροσεράν και τακτικήν θερμοκρασίαν΄ όπου λαμβάνοντες δι’ αυτό όλας τας προειρηθείσας προφυλάξεις, το κρατούν πολλάς δεκάδας χρόνων, άλλοι μεν αφίνοντες αυτά εις τα βαρέλια, και άλλοι βάλοντές τα εις βουκάλια καλώς κλεισμένα και αλειμμέναμε πίσσαν. Ακολουθούντες αυτάς τας μεθόδους, τας οποίας εδώ συντόμως αναφέρομεν, τα κρασία μας όχι μόνον δεν θα έχουν ανάγκην της αηδούς ρητίνης και του υγειοβλαβούς γύψου, δια να μη ξυνίσουν, αλλά θέλουν αποκτήσει γεύσιν, ευωδίαν ……, και θέλουν διαρκέσει και πωληθεί καθώς οι οίνοι της Γαλλίας.

 

 

Περισσότερες πληροφορίες για το Γρ. Παλαιολόγο μπορείτε να βρείτε στο link :

https://www.kapodistrias.info/georgia/i-symvouli-tou-grigoriou-palaiologou-stin-oikonomiki-anaptyksi-tou-argous

 

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022

Η Κισσούσα, η Ωκαλέα και πολιτισμός της Αλιάρτου

 

Η Κισσούσα, η Ωκαλέα και ο πολιτισμός της Αλιάρτου

 

ΠΑΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣΗΣ

 

Η διονυσιακή κρήνη Κισσούσα και η ομηρική Ωκαλέα

Εκδ. Παπαζήση

 

Της ΓΙΩΤΑΣ ΣΥΚΚΑ

 

Το τέταρτο βιβλίο του Πάριδος Βαρβαρούση φωτίζει ένα συναρπαστικό κεφάλαιο της μυθολογίας, της τοπογραφίας και της ιστορίας της αρχαίας Βοιωτίας. Εκεί όπου βρισκόταν η φημισμένη στην αρχαιότητα πηγή και κρήνη Κισσούσα, στην οποία απολούστηκε από τις νύμφες του βουνού ο Διόνυσος μετά την περιπετειώδη γέννησή του από τη Σεμέλη, κόρη του βασιλιά της Θήβας, Κάδμου. Η πηγή, σύμφωνα με αρχαία γραπτά, βρισκόταν στην επικράτεια της μέχρι πρόσφατα αταύτιστης ομηρικής πόλης  Ωκαλείας ή Ωκαλέας.

Με αυτά τα λόγια ο επίτιμος έφορος Αρχαιοτήτων Βοιωτίας, Βασίλης Αραβαντινός, προλογίζει το βιβλίο του Π. Βαρβαρούση «Η διονυσιακή κρήνη Κισσούσα και η ομηρική Ωκαλέα» (εκδ. Παπαζήση), ενημερώνοντας τον αναγνώστη πως ασχολείται με τον πανάρχαιο πολιτισμό της Αλιάρτου ο συγγραφέας και στα προηγούμενα βιβλία του. Και υπογραμμίζει ότι η αρχαία Βοιωτία δεν προσεγγίζεται εύκολα από τον αμύητο μελετητή και δεν προσφέρεται στον βιαστικό επισκέπτη.

Ο Π. Βαρβαρούσης δεν είναι αρχαιολόγος, ούτε ιστορικός, αλλά καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου ( GSI) και «ενθουσιώδης λάτρης του τόπου και της αρχαίας και νεώτερης ιστορίας του».                                                              

Είναι πράγματι ελκυστική η ανάγνωση αλλά και οι πληροφορίες που συνδέονται με τον Διόνυσο, από τις δημοφιλέστερες θεότητες της αρχαιότητας, θεός της χαράς, της ελευθερίας, της έκστασης και της γονιμότητας, αλλά και τιμωρός όταν τον αμφισβητούσαν. Η κρήνη Κισσούσα πήρε το όνομά της από το αναρριχητικό φυτό κισσός, το σύμβολο του Διονύσου, το οποίο εμφανίστηκε με τη γέννησή του για να τον προστατεύσει από τις φλόγες που κατέκαψαν τη μητέρα του Σεμέλη. Ο Διόνυσος ήταν καρπός του κρυφού γάμου της με τον Δία. Όταν το έμαθε η εκδικητική Ήρα έβαλε σκοπό να τη σκοτώσει. Εμφανίστηκε με τη μορφή της παραμάνας της και την προέτρεψε να ζητήσει από τον Δία να εμφανιστεί Ολύμπιος μπροστά της. Ο θεός χωρίς δεύτερη σκέψη το έπραξε και εμφανίστηκε με τους κεραυνούς και το φως που τον συνόδευαν, μόνο που οι φλόγες έκαψαν την αγαπημένη του που εγκυμονούσε. Ο Δίας πήρε το «ημιτέλεστον βρέφος» κρυφά μη τον δει η οργισμένη Ήρα και το έραψε στον
μηρό του μέχρι να ολοκληρωθεί η κύηση.

Σε εννέα κεφάλαια ο συγγραφέας καταπιάνεται με τον εντοπισμό, την ταύτιση και την περιγραφή των καταλοίπων δύο άγνωστων θέσεων της κεντρικής Βοιωτίας: της αρχαίας κρήνης και της χαμένης ομηρικής πόλης Ωκαλέας. Στην πηγή Κισσούσα οι Αλιάρτιοι τιμούσαν τον Διόνυσο με τη γιορτή Θεοδαίσια και τελούσαν τα προτέλεια, μια προγαμιαία τελετή, κατά την οποία οι μελλόνυμφες πρόσφεραν θυσίες στις θεϊκές νύμφες ως επακόλουθο της παράδοσης ότι εκεί πρωτολούστηκε βρέφος ο Διόνυσος μετά τη γέννησή του.

Αναλυτικότερα παρουσιάζονται η Κισσούσα ως λατρευτικός χώρος, η Καδμεία, το λουτρό του Διονύσου στην κρήνη, όψεις της τοπικής διονυσιακής λατρείας, θεϊκές και θνητές νύμφες, η επιρροή του μύθου της Κισσούσας στον ρωμαϊκό κόσμο, η αποκάλυψη της κρήνης στον λόφο Ορχαλίδη, κρυμμένη όπως σημειώνει ο συγγραφέας σε πυκνή θαμνώδη βλάστηση. Ξεχωρίζει για την αρχιτεκτονική της «η οποία σχεδιάστηκε με τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στον μύθο του λουτρού του θεϊκού βρέφους  και να εξυπηρετεί τις τελετουργικές εκδηλώσεις».

Η μελέτη αναφέρεται στα λατρευτικά δρώμενα στην κρήνη όπως αυτά παραδίδονται από αρχαία λογοτεχνικά κείμενα, καθώς και στις επιρροές του μύθου του λουτρού. Τα ορατά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα σε πλαγιά του Ελικώνα, τα οποία σε συνδυασμό με τις μαρτυρίες του Πλούταρχου αποτελούν τεκμήρια για την ταυτοποίηση της διονυσιακής κρήνης. Παρουσιάζονται πληροφορίες για τον λόφο Ορχαλίδη και την ομηρική πόλη Ωκαλέα, όπου έζησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους οι μυθικοί ήρωες Αλκμήνη και Ραδάμανθυς (γιός του Δία και τη Ευρώπης).


Στόχος της έκδοσης για τον Π. Βαρβαρούση είναι «τόσο n προβολή και η ανάδειξη του λιγότερου γνωστού πανάρχαιου πολιτισμού της  Αλιαρτίας χώρας, όσο και η προστασία των σωζόμενων μνημειακών καταλοίπων», μέσα από τη θεσμική κήρυξη και κατοχύρωσή τους από την Αρχαιολογική Υπηρεσία.

 

Στην πηγή Κισσούσα οι Αλιάρτιοι τιμούσαν τον Διόνυσο με τη γιορτή Θεοδαίσια.

 



 

ΠΗΓΗ : Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08/02/2022

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ένας πρωτοπόρος οινοποιός το έτος 1859.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Ο «άγνωστος» Έλληνας οινοποιός της ΟΙΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ

ΕΝ ΠΑΤΡΑΙΣ

Την 01 Ιανουαρίου1858 η εφημερίδα ΜΙΝΩΣ ανήγγειλε την ίδρυση ανωνύμου εταιρίας, στην Πάτρα, με την επωνυμία ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΝΟΠΟΙΙΑΣ. Αντικείμενο της οποίας θα ήταν η οινοποίηση του σταφιδόκαρπου.

Πρωτεργάτες ήταν ντόπιοι κτηματίες. Γρήγορα η προσπάθεια αγκαλιάστηκε από την  τοπική κοινωνία, την ελληνική Κυβέρνηση, τον Δήμαρχο Πατρέων, το Νομάρχη Αχαιοηλίδος, τους εμπορικούς οίκους Fels και Barf, τον Επίσκοπο Αιτωλίας και Ακαρνανίας.

Με την σύσταση της εταιρίας γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπισθεί το σταφιδικό ζήτημα. Οι αυξομειώσεις της παραγωγής είχαν δημιουργήσει αναταραχή και προβληματισμό για την τύχη της σταφίδας και την απεξάρτησή από τις ξένες αγορές.

Από νωρίς άρχισαν διαφωνίες μεταξύ των μετόχων για το ποιοι είχαν δικαίωμα ψήφου για την εκλογή του διευθυντού, οι οποίες κατέληξαν στα δικαστήρια και η εκλογή του πρώτου διευθυντού επικυρώθηκε με απόφαση του Εμποροδικείου Σύρου.

Η Εταιρία της Ελληνικής Οινοποιίας άρχισε να λειτουργεί στο τέλος του 1860 και διέκοψε τη λειτουργία της το 1875.

Η εταιρία προσέλαβε τρεις οινοποιούς,   έναν Έλληνα  « που σπούδασε με επιτυχία στην Ευρώπη την τέχνη της οινοποίησης», όπως έγραψε στην έκθεσή του προς τους προϊσταμένους του ο Γάλλος πρόξενος στην Πάτρα (29 Σεπτεμβρίου 1861), και δύο Γάλλους, από τη Βουργουνδία και το Μπορντώ, τον Anatole Joly και τον Louis Perrier, που ήταν οινοποιοί και ταυτόχρονα οινοπνευματοποιοί, όπως μας πληροφορούν οι πηγές – κυρίως η Προξενική Αλληλογραφία του Γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών.  

 Το Σεπτέμβριο του 1861 η εταιρία παρήγαγε τα πρώτα κρασιά σε τέσσερες διαφορετικούς τύπους (αφρώδες, μαύρο, λευκό και κόκκινο σταφιδίτη).

Δεν ξέρουμε τι ποικιλίες χρησιμοποίησαν οι οινοποιοί Anatole Joly, Louis Perrier και ο ανώνυμος Έλληνας συνάδελφός τους.

Την ιστορία της Ελληνικής Οινοποιίας εν Πάτραις την διάβασα στο βιβλίο του Νίκου Μπακουνάκη, Το κρασί του Γουσταύου, Εκδόσεις Καστανιώτη, και τη βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα. Τα περισσότερα στοιχεία που αναφέρω πιο πάνω είναι από αυτό το βιβλίο καθώς και από το βιβλίο του Χρήστου Μούλια, Το λιμάνι της σταφίδας, Εκδόσεις Περί Τεχνών. 

Άρχισα να ψάχνω περισσότερα στοιχεία στις εφημερίδες της εποχής και στάθηκα τυχερός. Στην εφημερίδα ΜΙΝΩΣ, με ημερομηνία 12/02/1860, βρήκα την εξής είδηση :

Αι εργασίαι της Εταιρίας της Ελληνικής Οινοποιίας προβαίνουσι κατ’ ευχήν χάρις εις την συνετήν και αξιέπαινον ενέργειαν της διευθύνσεως. Διευθυντής του τεχνικού μέρους προσελήφθη  ο γνωστός ήδη οινοποιός κ. Α. Γεωργιάδης εκ Τριπόλεως, όστις και απήλθεν εις Γαλλίαν όπως προμηθευθεί διαφόρους αναγκαία εις την οινοπνευματοποιίαν μηχανάς.

Πιθανολογώ ότι είναι ο άγνωστος Έλληνας οινοποιός που αναφέρει πιο πάνω ο Ν. Μπακουνάκης.

Νομίζω ότι έχουμε μπροστά μας έναν από τους πρωτοπόρους, στον ελληνικό χώρο, στην τέχνη της οινοποιίας. Αναζήτησα, και θα συνεχίσω  να αναζητώ, στοιχεία με τα οποία θα εμπλουτίζω το παρόν άρθρο (εργασία). 

Μια πρώτη αναφορά, στον Ανδρέα Γεωργιάδη, υπάρχει σε εισήγηση της κας Χριστίνας Αγριαντώνη με τίτλο : Η ελληνική οινοβιομηχανία το 19ο αιώνα : από την αναζήτηση της ποιότητας στο σταφιδίτη.

«……..Είκοσι χρόνια αργότερα, η κρατική παρέμβαση θα πάρει πιο συστηματική και ολοκληρωμένη μορφή.  Το 1855, επί προσωρινού υπουργού Εσωτερικών Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, στέλνονται στο Bordeaux για εκπαίδευση στην οινοποιία τρεις υπότροφοι (οι Α. Γεωργιάδης από την Τρίπολη, Γ. Νικολαΐδης από την επαρχία Οιτύλου και Α. Μικρούλης από την Καλαμάτα), ενώ λίγο αργότερα ο διάδοχός του Δημήτριος Βούλγαρης  θα ιδρύσει στην Αθήνα ένα πρότυπο οινοποιείο, υλοποιώντας ένα σχέδιο που φαίνεται πως υπήρχε από το 1848. Το οινοποιείο επανδρώθηκε με δυο Γάλλους που μετακαλέστηκαν από το Bordeaux  (τους «Λαζωνή» και Jean Court) και οι οποίοι δίδασκαν δέκα Έλληνες υποτρόφους, που έστελναν οι Δήμοι από όλη τη χώρα για 4 μήνες το χρόνο. Εξοπλίστηκε επίσης με δυο γαλλικά πιεστήρια και χρησιμοποιούσε «σταφυλάς διαφόρων μερών της Ελλάδος» από τις οποίες «αι της Αιγίνης ανεδείχθησαν αι καλύτεραι». Οι τιμές των κρασιών που παρήγε (λευκά, ροζέ και κόκκινα) κυμαίνονται από 3 ως 5 δραχμές η φιάλη (δηλ. η μισή οκά), ενώ στόχος του ήταν «η κατασκευή οίνου Βορδώ πρώτης ποιότητος, του έχοντος εξ δραχμάς η φιάλη». Με την αναμενόμενη μάλιστα άφιξη του υποτρόφου Α. Γεωργιάδη, που είχε πάει από το Bordeaux στην Champagne, η ελπίδα «να κατασκευάση και της Σαμπανίας οίνον η Ελλάς» δε φαινόταν εντελώς ουτοπική…….» 1

 

Πράγματι, σύμφωνα με την εφημερίδα της εποχής ΑΡΚΑΔΙΑ την 16/06/1859 στο φύλλο 102, ο Ανδρέας Γεωργιάδης μετά 5 έτη επιστρέφει στην γενέτειρά του Τρίπολη. Αγοράζει σταφύλια τη περιοχής της Μαντινείας και βγάζει 6000 οκάδες γλεύκος (μούστο). Με το γλεύκος αυτό επιχειρεί να φτειάξει Καμπανίτη οίνο.  Δημιουργεί έναν αφρώδη οίνο ανώτερο από αυτούς που φτιάχνονται  στη Γαλλία. Και μάλιστα χωρίς την προσθήκη κάποιας ουσίας. Την εξαιρετική ποιότητα του συγκεκριμένου οίνου βεβαιώνει και Γάλλος οινοποιός, συνεργάτης του Ανδρέα Γεωργιάδη.

Σύμφωνα με τους κανόνες κατασκευής του Καμπανίτη απαιτούνται συγκεκριμένες θερμοκρασίες, για τον χειμώνα 10 β. και για το καλοκαίρι 4 β. Στη συνέχεια εμφιαλώνει τον Καμπανίτη οίνο σε 1500 φιάλες. Πλην όμως, λόγω του ότι δεν είχε τη σωστή θερμοκρασία στους αποθηκευτικούς χώρους, σπάνε και διασώζονται μόνον 500.

Στη συνέχεια ο αρθρογράφος της εφημερίδας αναρωτιέται εάν υπάρχει η διάθεση να υποστηριχθεί μια εταιρία η οποία παράγει, αποδεδειγμένα, ένα τόσο πετυχημένο προϊόν.

Ο Ανδρέας Γεωργιάδης είναι ένας εκ των ολίγων Ελλήνων οι οποίοι σπούδασαν στην Ευρώπη και με ελάχιστα μέσα, χρησιμοποιώντας σταφύλια της Μαντινείας, δημιούργησε έναν εξαιρετικό αρωματικό αφρώδη οίνο.

Η Ελληνική Κυβέρνηση έστειλε τον Α. Γεωργιάδη ως υπότροφο στη Γαλλία για να σπουδάσει οινοποιός και να επανέλθει προκειμένου να διαδώσει την τέχνη της οινοποιίας. Στο μέσον των σπουδών του το Ελληνικό κράτος διέκοψε την υποτροφία η οποία ήταν 60 δραχμές το μήνα. Πλην όμως αυτός παρέμεινε, ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Επανήλθε εφοδιασμένος με όλα τα αποδεικτικά που μαρτυρούσαν την τελειοποίησή του στην τέχνη της οινοποιίας.   

Το περίεργο είναι ότι ενώ το προϊόν που παρήγε ο Α. Γεωργιάδης είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον Ελλήνων και ξένων, η επίσημη πολιτεία δεν τον αναζήτησε ούτε χάριν περιεργείας.

 

Σύμφωνα με τον ιστορικό Τάσσο Γριτσόπουλο ο Νομάρχης Δαρειώτης, έστειλε δείγματα στην Αθήνα προκειμένου να γίνει περαιτέρω γευσιγνωσία.

 

Πράγματι, με νέο δημοσίευμα της η εφημερίδα ΑΡΚΑΔΙΑ στις 21/8/1859 στο φύλλο 110 ανακοινώνει επαινετικά σχόλια από γευσιγνώστες των Αθηνών.

Επίσης, σε γεύμα του πρέσβη της Γαλλίας Μοντερώ, οι συνδαιτημόνες δοκίμασαν το αφρώδη οίνο του Α. Γεωργιάδη και εκφράστηκαν με πολύ θετικό τρόπο. Για κάποιους ήταν ανώτερος του αυθεντικού Καμπανίτη.

Αν ο μονοετής αυτός οίνος επαινέθηκε τόσο πολύ, ο πολυετής άραγε πόσο θα επαινεθεί;   


Στο αμέσως επόμενο φύλλο της η Εφημερίδα ΑΡΚΑΔΙΑ, 28/08/1859 φύλλο 111, εκφράζει αγανάκτηση για τον φθόνο με τον οποίο σχολιάζεται ο αφρώδης οίνος του Ανδρέα Γεωργιάδη. Μεταφέρει τα κακεντρεχή σχόλια από την Αθήνα. Σχολιάζει ότι, σε όλα τα μέρη του κόσμου, όταν γίνεται μια επωφελής ανακάλυψη ή γίνεται κάτι κοινωφελές, οι πάντες επικροτούν και υποστηρίζουν. Λόγω αυτής της κακής νοοτροπίας, κατηγορούν τον Α. Γεωργιάδη ότι ο αφρώδης οίνος που παράγει δεν είναι φυσικός αλλά περιέχει πρόσθετα συστατικά. Στην πόλη μας υπάρχουν αρκετοί νοήμονες που παρακολουθούν από κοντά την αξιέπαινη αυτή προσπάθεια, και όλους αυτούς τους θεωρούν συκοφάντες.

 

Σε όλες αυτές τις συκοφαντίες, ο Ανδρέας Γεωργιάδης μέσα από τις στήλες της εφημερίδας ΑΙΩΝ την 26 Αυγούστου 1859, απαντάει με επιστολή που έχει τίτλο «Καμπανίτης, Οίνος Εθνικός».

«Πληροφορούμεθα με λύπην μας ότι τινές, και κατά δυστυχίαν μάλιστα εκ των νομιζομένων πεπαιδευμένων μας, είτε εκ κακοβουλίας είτε και εξ αβελτηρίας διαδίδουν ότι το αθρακικόν οξύ των παρ’ εμού κατασκευαζομένων οίνων είναι επείσακτον και ουχί φυσικόν, στηριζόμενοι εις την όλως εσφαλμένην ιδέαν την οποίαν οι κατά καιρούς ενταύθα ερχόμενοι  commis voyageurs, από συμφέρον προς το εμπόριόν των, προσεπάθησαν να ριζώσωσιν εις τινας κενάς κεφαλάς, εκμεταλλευόμενοι την άγνοιαν και την ευπιστίαν αυτών.

Καίτοι ενδιατρίψαντες εις Καμπανίαν τέσσερα όλα έτη, καίτοι έχοντες την αξίωσιν ότι γνωρίζομεν όλους τους οίνους της, ως εργασθέντες εις τα ονομαστόμερα καταστήματα τα προμηθευθέντα τους τε αυτοκρατορικούς και βασιλικούς της Ευρώπης οίκους, ουδαμού όμως αποκτήσαμεν την παρ’ αυτών διαθρυλομένην ως μη εξερχομένην εκ της Γαλλίας Σαμπάνιαν. Τούτων ένεκα προσκαλούμεν τους τα ενάντια φρονούντας να υποδείξωσιν ημίν ταύτην υποσχόμενοι αμοιβήν χιλίων φιαλών Καμπανίτου οίνου. Προς τούτοις προσκαλούμεν Έλληνας και ξένους, επιστήμονας και μη, να υποδείξωσιν επίσης ημίν ότι εργαζόμεθα άλλως πως παρ΄ όπως τα εν Καμπανία διασημότερα καταστήματα και υποσχόμεθα εις αυτούς διπλασίαν την αμοιβήν. Όθεν ας μη καθίστανται γελοίοι, διαδίδοντες τοιαύτας εσφαλμένας ιδέας και υπηρετούντες ξένα συμφέροντα δωρεάν, πριν ή εξετάσωσι επισταμένως το πράγμα, προς βλάβην των συμφερόντων της ελληνικής βιομηχανίας.

Τέλος διαβεβαιώ με τον επισημότερον τρόπον τους κυρίους τούτους ότι το αθρακικόν οξύ της παρ’ εμού κατασκευαζομένης σαμπάνιας είναι φυσικόν και ουχί επεισακτον, το δ’ εν Τριπόλει κατάστημά μας ήτο, είναι και θα είναι ορθάνοικτον προς τους δυσπιστούντας,εις ους άλλωστε δεν είναι ποσώς δύσκολον δια των επιστημονικών των γνώσεων να ελέξωσι ημάς ψευδομένους, καρπούμενοι των αμοιβών.

Α. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ  

 

Σε συνεχεία της ανωτέρω επιστολής ο συντάκτης του «Αιώνος» συμμερίζεται την αλήθειαν του περιεχομένου και προσθέτει : «οφείλοντες κατά καθήκον ηθικόν να προστατεύσωμεν, το εφ’ ημάς, πάσαν εθνικήν βιομηχανίαν, και την αλήθειαν υπηρετούντες, ομολογούμεν ότι δοκιμάσαντες την παρά του κ. Γεωργιάδου κατασκευαζομένην σαμπάνιαν ή αφρίτην οίνον εύρομεν τούτον κατά πάντα ανώτερον όλων εκείνων των ομοίων οίνων ους εν Ελλάδι πωλούσι τόσω υπερτιμημένως και δήθεν αληθή γαλλικόν οίνον.

Την ποιότητα, το πνεύμα, το διαρκές των φυσαλλίδων και όλα τα προσόντα, τα διακρίνοντα καλόν καμπανίτην οίνον, φέρει ο υπό του αξιοτίμου κ. Γεωργιάδου κατασκευαζόμενος.»

Αναφέρει είτα ότι ο κ. Γεωργιάδης εσπούδασεν την οινοποιίαν εν Γαλλία. «Η κυβέρνησις, υποχρέως ούσα να βοηθή εκ παντός τρόπου πάσαν βιομηχανίαν, ενισχυομένην τω τόπω πηγάς πλούτου νέας και αφθόνους, οφείλει να βοηθήση κατ’ αρχάς τον άξιον αρχηγόν της ειρημένης επιχειρήσεως και να δώση αυτώ πάσαν ενθάρρυνσιν, προκαταβάλλουσα τα αναγκαία κεφάλαια δια την οικοδομήν των υπογείων, απαραιτήτων προς κατασκευήν των οίνων και μάλιστα του αφρίτου.

Δυστυχώς παρ’ ημίν το συνεταιριστικόν πνεύμα, δι’ το δίλεπτον και η πεντάρατων πολλών απαρτίζουσι κεφάλαια μυθώδη αλλαχού και αποτελούσι τα μέγιστα των έργων, δεν ανεπτύχθη έτι παρ’ ημίν. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, το καθήκον επιβέβληται εις την κυβέρνησιν, και τόσω μάλλον ΄σω η περί ης πρόκειται επιχείρησις είναι εκ των ενδιαφερουσών ουσιοδώς την εθνικήν βιομηχανίαν. Ευελπιστούμεν καταλήγει ο συντάκτης- ότι θέλομεν εισακουσθή παρά τω υπουργείω.» 


Στο τεύχος Αρ. 5 τον Μάρτιο 1861, η Εφημερίς της Γεωργίας μας δίνει τις εξής πληροφορίες :  Ο Ανδρέας Γεωργιάδης έχει στην αποθήκη του στην Τρίπολη, ακατατέργαστο μεν, αλλά κατάλληλα προετοιμασμένο οίνο για την κατασκευή καμπανίτη.  Η διεύθυνση της Οινοποιητικής Εταιρίας της Πάτρας, μη έχοντας, από την εσοδεία του 1859 στις δικές της αποθήκες οίνο κατάλληλο για την κατασκευή αφρωδών οίνων  συνάπτει συμφωνία μαζί του για την αγορά ποσότητα  10 μέχρι 12 χιλιάδες φιάλες οίνου.

Οι οίνοι αυτοί, του Ανδρέα Γεωργιάδη, εστάλησαν στο εξωτερικό και έτυχαν πολύ καλής υποδοχής.

Στη συνέχεια η εφημερίδα μας πληροφορεί ότι ο Ανδρέας Γεωργιάδης προσλαμβάνεται για τρία χρόνια από την Ελληνική Οινοποιητική Εταιρία και του ανατίθεται η τεχνική διεύθυνση της εταιρίας καθώς και η εφορεία των οινοποιητικών εργασιών.

Μια ή δυο φορές την εβδομάδα διδάσκει την τέχνη της οινοποιίας. Τα μαθήματα παρακολουθεί το προσωπικό της εταιρίας αλλά και όποιος άλλος επιθυμεί μπορεί να συμμετέχει. 

 Στις 03/02/1861, στην εφημερίδα ΜΙΝΩΣ υπάρχει δημοσίευμα – ανακοίνωση της διεύθυνσης της Εταιρίας «…. Προτρέπομεν τους Κυρίους ξενόχους και τους κάμνοντας χρήσιν Ευρωπαϊκών οίνων να προτιμώσι τους οίνους τούτους οίτινες και δια την καλλίστην αυτών ποιότητα και δια το μέτριον της τιμής των εισίν ασυγκρίτως συμφερότεροι ιδίως ο Καμπανίτης φυσικός οίνος της κατασκευής του κ. Ανδρ, Γεωργιάδου, διευθύνοντος τα τεχνικά έργα της Εταιρίας και γνωστού δια τας περί την Οινοποιίαν γνώσεις και εμπειρίαν του είναι προτιμώτερος των έξωθεν εισερχομένων αφροδών οίνων, οίτινες καίτοι κατωτέρας ποιότητος πωλούνται εις την διπλήν ως έγγιστα τιμήν……..»      

 

Σαν συμπέρασμα όλων των πιο πάνω πληροφοριών, αβίαστα θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο Ανδρέας Γεωργιάδης ήταν ένας προικισμένος οινοποιός. Δημιούργησε προϊόντα στην ελληνική αγορά ισάξια των αντιστοίχων φημισμένων Γαλλικών. Δεδομένου του χρόνου που έγιναν όλα αυτά, νομίζω ότι η αξία του είναι πολύ μεγαλύτερη. Είναι κρίμα που μέχρι τώρα παραμένει, εν πολλοίς, άγνωστος


1.      ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ, ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ, 7 – 9 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1990, Εκδόσεις του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ της ΕΤΒΑ.

                                                                                            

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΝ ΠΑΤΡΑΙΣ

 Οι πρώτες προσπάθειες αντιμετώπισης του σταφιδικού ζητήματος.

"Ελληνική Οινοποιητική Εταιρία"

 

ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΟΥΛΙΑ

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΣΤΑΦΙΔΑΣ

ΠΑΤΡΑ 1828 – 1900

ΕΚΔΟΣΕΙΣ περί τεχνών


 Η σταφιδική κρίση της δεκαετίας 1850, που προκλήθηκε από την προσβολή των αμπελώνων από μυκητίαση, δημιούργησε μεγάλη αναταραχή και προβληματισμό για την τύχη της σταφίδας και τις δυνατότητες απεξάρτησή; της από τις ξένες αγορές. Η τιμή, από 100 περίπου φράγκα το χιλιόλιτρο, ξεπέρασε τα 400 και η ποσότητα, από 70 περίπου εκατ. χιλιόλιτρα που ήταν το 1851, έπεσε το 1855 στα 8 εκατ. χιλιόλιτρα, ενώ το 1857 ανέβηκε στα 60 εκατ. χιλιόλιτρα. Οι
διακυμάνσεις αυτές αντανακλούν τις αυξομειώσεις των διαθεσίμων ποσοτήτων και επιβεβαιώνουν ότ
ι η πραγματική αιτία της κρίσης ήταν η προσφορά.

Μέσα σ' αυτό το κλίμα ιδρύθηκε το 1858 στην Πάτρα, από τους ντόπιους και επήλυδες κτηματίας και εμποροκτηματίες Γεώργιο Σωτηριάδη, Κωνσταντίνο Κωστάκη, Ιωάννη Αντωνόπουλο, Περικλή Παππαδιαμαντόπουλο και Αναγνώστη Πετσάλη και με την συμπαράσταση της Κυβέρνησης, του Νομάρχη Αχαιοήλιδος, του Δημάρχου Πατρέων, τραπεζών, εμπορικών επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και των μεγάλων σταφιδεμπορικών οίκων Fels και Barff και εμπόρων και του επισκόπου Αιτωλίας και Ακαρνανίας, η «Ελληνική Οινοποιητική Εταιρία»32. Ένας από τους σκοπού; της, κατά το καταστατικό της, ήταν η μεταποίηση του σταφιδοκάρπου σε οίνους και οινόπνευμα, ώστε να αξιοποιείται η πλεονάζουσα παραγωγή και να συγκρατείται η τιμή. Λίγο αργότερα έγιναν μέτοχοι και οι Παναγιώτης Χαλικιόπουλος, Λάμπρος Γεωργακόπουλος, Περικλής Καλαμογδάρτης, Γεώργιος Κωστάκης, Θεόδωρος Κρεμμύδης, Ανδρέας Λόντος, Διονύσιος Μαλτέζος και Μπενιζέλος Ρούφος.

Η ίδρυσή της ήταν η πρώτη συστηματική προσπάθεια αντιμετώπισης του σταφιδικού ζητήματος και επέκταση; της οινοποιητικής τέχνης από τα στενά όρια της κατ' οίκον επεξεργασίας στο στάδιο της εκβιομηχάνισης. Έγινε δε αφορμή να ασκηθεί έντονη δημόσια
κριτική κατά της οικονομικής πολιτική; των μέχρι τότε Κυβερνήσεων. Από νωρίς όμως άρχισαν διαφωνίες μεταξύ των μετόχων, κυρίως για το ποιοι είχαν δικαίωμα ψήφου για την εκλογή του διευθυντού
, οι οποίες κατέληξαν στα Δικαστήρια και η εκλογή του πρώτου διευθυντού επικυρώθηκε με απόφαση του Εμποροδικείου Σύρου 33. Η διαμάχη για το πρόσωπο του διευθυντού (προέδρου) ήταν το ζήτημα της ημέρας για αρκετό καιρό στην Πάτρα και η στάση
αυτή επιβεβαιώνει την σημασία που είχε η
"Ελληνική Οινοποιητική Εταιρεία" για την τοπική οικονομία. Ο Δήμος Πατρέων και η πλειοψηφία των μεγαλεμπόρων και μεγαλοκτηματιών πρότειναν για πρώτο διευθυντή τον Παν. Χαλικιόπουλο, ενώ μερικοί δικηγόροι, ο νομαρχεύων Ιωάν. Αμβροσιάδης και οι περί αυτόν προτιμούσαν τον Γεώργιο Κωστάκη. Τα ίδια επανελήφθησαν και κατά την εκλογή του Ιωάν. Μανιάκη (1864) και στις διαμάχες αυτές πρωτοστατούσε πάντοτε παρασκηνιακά η Ε.Τ.Ε. με τον διευθυντή της Θεόφραστο
Χαιρέτη
.

Τον Σεπτέμβριο 1861 η εταιρεία παρήγαγε τα πρώτα κρασιά σε τέσσερες διαφορετικούς τύπους (αφρώδες, μαύρο, λευκό και κόκκινο σταφιδίτη) και το 1870 έλαβε στην Έκθεση των Ολυμπίων χάλκινο βραβείο για το λευκό. Πρώτος διευθυντής (πρόεδρος) της ορίστηκε ο δικηγόρος και εμποροκτηματίας Π. Ι. Χαλικιόπουλος (1858), τον οποίο διεδέχθη ο κτηματίας και επιχειρηματία; Γεώργιος Σωτηριάδης (1858-1864), κατόπιν ο σταφιδέμπορος Ιωάννης Μανιάκης (1864 - 1867) και τελευταίος ήταν ο Λεωνίδας Σύψωμος (1867-1875). Το πρώτο διοικητικό συμβούλιο απαρτίσθηκε από τους Μπεν. Ρούφο, Θεοδ. Κρεμύδη, Διον. Μαλτέζο και Περ. Καλαμογδάρτη.

Το ονομαστικό κεφάλαιό της ανήρχετο σε 2.000.000 δρχ. και διαιρείτο σε 20.000 μετοχές των 100 δρχ. καθεμία και για την έναρξη της λειτουργίας της έπρεπε να συμπληρωθεί ονομαστικό κεφάλαιο
100.000 δρχ., δηλαδή το 1
/10. Τα πραγματικά όμως κεφάλαια που επενδύθηκαν έφθασαν τις 150.000 δρχ., δηλαδή όσο ήταν το κόστος της αγοράς των πιεστηρίων και της κατασκευής των δεξαμενών.
Πάντως για τα τότε δεδομένα ήταν μία πολύ σημαντική επένδυση
.

Οι εγκαταστάσεις της ''Ελληνικής Οινοποιητική ς Εταιρίας" βρίσκονταν εκτός του τότε σχεδίου της πόλης, στην περιοχή Αγίου Διονυσίου, που ονομαζόταν "Μπουντιέρικα", σε οικόπεδο επιφανείας
6,5 στρεμμάτων περίπου και αποτελούντο από ένα ισόγειο κτίσμα με δύο πατητήρια, πιεστήριο και ατμοκίνητο αποστακτήρα, κτισμένο πάνω από υπόγειες δεξαμενές. Το 1864 εξερράγη στις εγκαταστάσεις της μεγάλη πυρκαϊά  η οποία προκάλεσε εκτεταμένε; Καταστροφές και το 1875 η εταιρεία διέκοψε τις εργασίες της μετά από δεκαεπτά χρόνια προβληματική; λειτουργίας. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους περατώθηκε η εκκαθάριση και εκπλειστηριάστηκαν τα περιουσιακά της στοιχεία. Ένα πολύ σημαντικό γεγονός που δυσχέρανε την εξέλιξή της, εν όψει των προβλημάτων ρευστότητος που αντιμετώπιζε, ήταν η άρνηση του Υπουργού Οικονομικών το 1861 να καταβάλει την αξία 1.500 μετοχών, από τις 3.000 που είχε αγοράσει η Κυβέρνηση. Να σημειωθεί ότι από τις 700.000 δρχ. που ήταν το κεφάλαιό της το 1861, μόνο το. 1/4 ήταν κατατεθειμένο σε ρευστό, ενώ το
υπόλοιπο σε υπέγγυα γραμμάτια34.

Με την ίδρυση της "Ελληνικής Οινοποιητικής Εταιρείας", που υπαγορεύτηκε από τη συγκυρία αντιμετώπισης του σταφιδικού ζητήματος, επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί ένα ισχυρό αντιστάθμισμα στην αβεβαιότητα που δημιουργούσε η εξάρτηση της παραγωγής της σταφίδας από τις εξωτερικέ; αγορές, δηλαδή μία εσωτερική αγορά που να ελέγχεται απόλυτα από την τοπική κοινωνία. Παρ' ότι όμως η προσπάθεια αυτή δεν είχε καλή κατάληξη, σηματοδότησε
την απαρχή μιας πορείας που μερικές δεκαετίες αργότερα κατέστησε την Αχαϊκή πρωτεύουσα
, εκτός από το κύριο εξαγωγικό κέντρο της σταφίδας και οινοποιητικό κέντρο. Απόδειξη το γεγονός ότι ταυτόχρονα με την διακοπή της λειτουργίας της δημιουργήθηκαν στην Πάτρα νέες οινοβιομηχανίες, από τα ίδια πρόσωπα που έπαιξαν βασικό ρόλο στην ίδρυσή της.

 

 

32. Καταστατικόν της Εταιρίας της Ελληνικής Οινοποιίας εν Πάτραις (1858).

        Και Νότη Καραβία : ο. π. αριθ. 43 σ. 6

33.    εφ. ''Ο Συνταγµατικός Μίνως" φφ. 526/11.1.1858, 527/18.1.1858, 532/22.2.1858,
533/1.3.1858, 537/5.4.1858, 539/18.4.1858, 547/14.6.1858 και 553/26. 7. 1858. Και
εφ. "Πάτραι" φ. 286/24.1. 1858.

34. Ν. Μπακουνάκη : Το κρασί του Γουσταύου σ.205