μια σκέψη

Στην αγγειογραφία του Αμάσεως απεικονίζεται η διαδικασία του τρύγου και της οινοποίησης.
Διαφέρει σε κάτι από τις αντίστοιχες σημερινές εργασίες ;



Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012


ΑΜΠΕΛΟΥΡΓιΚΑ ΕΘΙΜΑ
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ
Όλες οι πόλεις της 'Ανατ. Ρωμυλίας είχαν τους επί μέρους πλουτοπαραγωγικούς τους κλάδους, . Η Αμπελουργία όμως αποτελούσε κοινόν τοιούτον, γιατί δεν υπήρχε πόλη, που να μη έχει σαν ένα από αυτούς, σαν κύρια ή δευτερεύοντα, την Αμπελουργία. Κοινός λοιπόν πλουτοπαραγωγικός κλάδος η Αμπελουργία, αλλά κοινά και τα αμπελουργικά ήθη και έθιμα,
Η καλλιέργεια της αμπέλου, από το φύτεμα του κλήματος ως το μούστο, γινόταν με συμμετοχή θα μπορούσαμε να πούμε και την βοήθεια, ενός νέου Διονύσου Χριστιανικής θρησκείας, του Αγίου Τρύφωνα. Ήτανε ολοζώντανη η διατήρηση της παραδόσεως, η ειδωλολατρική σχεδόν μεταχείριση του Χριστιανού Αγίου, η ανάγκη της Διονυσιακής λατρείας, που την επέβαλε ο τόπος και οι ασχολίες των κατοίκων. Ας παρακολουθήσουμε και μεις του εφετεινού Φεβρουαρίου με την ευκαιρία (της σημερινής « Εορτής του Κρασιού» των Σωζουπολιτών συμπατριωτών μας) την καλλιέργεια του αμπελιού σ' όλες τις τελετουργικές της φάσεις:

α) Τo φύτεμα του κλήματος:
Και πρώτα για το φύτεμα του κλήματος. Τα καινούργια κλήματα φυτευόταν πάντοτε με το καινούργιο φεγγάρι. Δεν έκανε ενωρίτερα.  Ας βγη του κινούργιου φιγγάρ' κι ύσταρα πάνε να φυτέψ’ς τις βέργις». Κι αν ρώταγε κανείς τον γέρο αμπελουργό, γιατί γινόταν αυτό, απαντούσε: «Να πιδί μ' έτσ' του βρίκαμι.  Όπους του φιγγάρ, που θα τρενέψ άγάλ' άγάλ' κι θα πάρ γιόμ' ση, έτσ' κι του κλήμα θέμε να μιγαλώσ' και να μας δώσ' σταφύλια».
Ο αμπελουργός φύτευε την πρώτη βέργα με τελετουργική τάξη και μυστικοπάθεια. 'Έκανε πρώτα το σταυρό του και ύστερα, καθώς την παράχωνε, έλεγε: « Ε μί του καλό. Καλό πιάσιμου. Οι Αη Τρύφους να βουηθάη». Μετά έπερνε κρασί εκλεκτό, που το έφερνε για τον σκοπό αυτό μαζί του, το έχυνε πάνω στο κλήμα, πότιζε το γύρω χώμα και έλεγε: «Καλά σταφύλια να καν' ς, Να πιάς΄ς κι να γιουργάης», δηλαδή να πιάσης και να ευδοκιμήσης,
Με την σπονδή αυτή στο Χριστιανικό Βάκχο ο αμπελουργός ήτανε βέβαιος, πως η φυτειά του θα πιάση και θα πάη καλά.
β) Το κλάδεμα του κλήματος:
Το κλαδευτήρι δεν έμπαινε στ' αμπέλι πριν από την ημέρα του Αγίου Τρύφωνα. «Ταχυά μήν κλαδεύ' ς. W Ας έρθ ' του  Αη Τρύφου η μερα πρώτα κι απέει πιάν' ς του σβανα στου χέρ’ σ».
Το πρώτο κλάδεμα γινόταν μετά το τέλος της λειτουργίας του Αγίου, πανηγυρικά και ομαδικά. Ακούστε πώς διηγόταν την φάσι του κλαδέματος ένας γέρος αμπελουργός, σε κάποια πόλι της Ανατ. Ρωμυλίας, στην οποία ήκμαζε η αμπελουργία.
« ... Σαν απουλνούσι η εκκλησιά, τραβούσαμι  ούλ' για τ' αμπέλια μι τα λαλήματα κι τα μπακιά (Γκάιντες, νταούλια). Ιρχόταν κι Παπάδις αντάμα κι διάβαζαν στ' αμπέλια αγιασμό. Μεις τότις βγάζαμι απ' τα ζουνάργια μας τους σβαναδις κι αρχίζαμι του κλάδιμα, έτσ' για του καλό την πρώτ' μέρα. Όχ' πουλή ώρα. Κι λέγαμι ού ένας στουν άλλουν. Αϊ καλό μπόλνισμα (βλάστωμα) κι σταφύλια πιρσά. Κι αποκρινούταν ού άλλους. Μπουλάκ' να δώσ' ού Αη Τρύφους. Μαζί μας κειν ' την μερα ήθελαν ν' άρθ ' κι ού Πρόεδρους, κι Δήμαρχους κι άλλ' νοι. Πάμε να πεδείρουμι (να κόψουμι) βέργα λέγανι. Κι ού καθένας έπερνι μαζί τ' άπ' τ' άμπέλ'
μια κληματίδα, πάηναν κι την άφηναν πάνω στο εικόνισμα του Αη Τρύφου. 'Απ' τις
πουλλές κληματ
ίδες χανόταν του προσώπου του  Αη Τρύφου. Ύστερις, πιά δέν δούλευαν αυτή την ημέρα. Ούτι τν άλλ' νη». Το συστηματικό κλάδεμα άρχιζε από την 3η ήμερα.
γ) 'Ως τον Τρύγο:
Ας δούμε τώρα και την πορεία του κλήματος από το κλάδεμα, ως την περίοδο
του τρύγου.
Στην περίοδο της ανοίξεως, που ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν για τ' αμπέλια το χαλάζι, κρατούσαν ευλαβικά όλες τις Πέμπτες ως την ημέρα της Αναλήψεως και δεν πηγαίνανε στ' αμπέλια. «Τις φυλάγαμι για τ' χαλάζ'. Κάθι Τιτάρτ ήθελ' να βγή ού ντιλάλ'ς, να νυρίσ' στους μαχαλάδις κί να φουναζ', ταχυά Χριστιανοί, μη βγαίν'τι στ' αμπέλια. Θ' μηθήτ, μήν κάμτι την ‘μαρτία κί ρίξ' ού Θιός του χαλάζ' τ' κί μας τά χαλάσ'. Ως που δέν τέλιουνι του Χριστος Ανέστ ', μη βγαίν' τι. Κι τουν ακούγαμι κί δεν βγαίναμ' στα αμπέλια», έλεγε ο γέρο Αμπελουργός .
 Αλλά για την ίδια περίοδο κίνδυνος ήταν και η ανομβρία. Τον Απρίλιο ιδιαίτερα
χρειαζόταν δίχως
άλλο μια βροχή, «για να πλουμίσουν τ' αμπέλια, να δέσουν οι ρώγις». Αν η αναβροχιά τραβούσε πολύ, «έβγαιναν δέησι», δηλαδή κάνανε λιτανεία. 'Έπαιρναν την εικόνα του Αγίου Τρύφωνα και πηγαίναν στ' αμπέλια με το πλήθος που ακολουθούσε κρατώντας στα χέρια κεριά αναμμένα. Εκεί ο παπάς εδιάβαζε δέησι προς τον Θεό και στον  Άγιο Τρύφωνα, να βρέξη για το καλό των αμπελιών. Ο κίνδυνος του χαλαζιού γινόταν πιο μεγάλος τον Ιούνιο. Στις 11 του μηνός αυτού, εορτή του Αγίου Βαρθολομαίου, οι αμπελουργοί δεν πηγαίνανε στ'
αμπέλια, γιατί όποιος δούλευε πάθενε κακό.
Και η ημέρα της Μεσοπεντηκοστής, ήταν αφιερωμένη στ' αμπέλια. Την εποχή αυτή τ' απειλούσε ο κίνδυνος του περονόσπορου. Γινόταν πάλι λιτανεία με την εικόνα του αγίου. Η πομπή σταματούσε στην άκρη των αμπελιών, όπου ο παπάς έκανε αγιασμό. 'Όλοι είχαν μαζί τους μαστραπάδες και πέρνανε αγιασμό, με τον οποίο ερράντιζαν τ' αμπέλια τους. Να πώς διηγήτο ένας άλλος αμπελουργός την λιτανεία αυτή. ... Αραδιαζόταν ένας ένας κί ψέλνανι οι παπάδις. Πουρπατούσαμι σιγανά μί συνουδία ένα σήμαντρου, άπ' του βαστοϋσ' ένα πιδί και του χτύπαγι σαν καμπάνα. Πάηναν στ' αμπέλια κι διαβάζαν αγιασμό. Τούχαμι για τ’ν αρρώστεια».
Την 1η Αυγούστου αγιαζόταν τα ώριμο πια σταφύλια. Ο μήνας αυτός ήταν, που έδινε χρώμα και γλύκα. Γι' αυτό χρειαζόταν « Αγιάσματα». Μετά την λειτουργία, γινόταν στην εκκλησία αγιασμός κι ο καθένας έπερνε αγιασμό, που τον έφερνε στ' αμπέλι του και το ράντιζε. «Καλό τρύγο» ευχόταν ο ένας γείτονας στον άλλο και «καλωσόριζαν τα πρωϊμάδια». Δεν έβαζε όμως κανένας ρόγα στο στόμα του.
Την 6η Αυγούστου, εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, μπορούσαν οι νοικοκυραίοι να φάνε σταφύλι απ' τ' αμπέλι τους. Πρώτα όμως έπρεπε να τα ευλογήση η Εκκλησία. Να προσφέρουν στον Θεό σαν απαρχή. Όλα τα σπίτια, που είχαν δικό τους αμπέλι, πήγαιναν από ένα πιάτο σταφύλια στην εκκλησία. Οι παπάδες τα έρριχναν όλα μέσα σ' ένα μεγάλο κοφίνι και τα διάβαζαν. Μετά δίνανε από ένα τσαμπί στον καθένα, ο οποίος το έπερνε φιλώντας το χέρι του και έτρωγε για πρώτη φορά. «Πρώτα να διαβαστούνι -λέγανε- πρώτα να μοιραστούνι στην εκκλησιά κι ύστερις να φάη ο σαϊμπής (ό νοικοκύρης). Και καθώς έτρωγαν, ευχόταν ο ένας στον άλλο, Κι' άπου χρόν ', Καλό τρύγου. Μί του καλό να τα κόψ ς».
δ) Ο Τρύγος:
Μετά τις 14 Σεπτεμβρίου άρχιζε ό τρύγος. Ώριζαν την ήμερα κι από βραδύς ξεκινούσαν όλοι μαζί για τ' αμπέλια με συνοδεία μουσικών οργάνων και με τα άλογα και τα μουλάρια στολισμένα με κουδουνάκια. Κι ενώ τα μουσικά όργανα, τοποθετημένα σε κατάλληλο μέρος παίζανε συνέχεια, άνδρες; και γυναίκες, αφού κάνανε το Σταυρό τους κι ευχόταν, «Ού Αη Τρύφους να μας βουηθάη, καλή δύναμι κί καλή αύγάτ' να μας δώσ' », ρίχνονταν στη δουλειά.
Σαν τελείωνε ο τρύγος, γυρνούσαν όλοι στην πόλι τραγουδώντας. 'Όσοι τρυγητάδες τρυγούσαν σε αμπέλια μεγάλων αμπελουργών, γύριζαν στα σπίτια αυτών, όπου τους υποδεχόταν οι νοικοκυραίοι και τους στρώνανε τραπέζι. Και το γλέντι συνεχιζόταν ως το πρωί, με άφθονα φαγητά και γενναία κρασοκατάνυξι. Και δεν έπιναν μόνο κρασί. Κι όλα τα άλλα ποτά. Μόνο νερό δεν έπιναν. Και σαν έφευγαν το πρωί, ευχόταν στους νοικοκυραίους: «Καλά μπερεκέτια, καλά φουτσιά, πάτητα».
Λέγανε μερικούς, ότι όταν γυρνούσανε από τ' αμπέλια στα σπίτια αυτά των μεγάλων νοικοκυραίων οι τρυγητάδες, τους ζύγιζαν για να δουν πόσο θα φάνε και τους κύταγαν στα δόντια, για να δουν τάχα πόσο κρασί ήπιαν.
Η περίοδος αυτή του τρύγου, που διαρκούσε 15 περίπου μέρες, ήταν η πιο χαρούμενη και θορυβώδης στις αμπελουργικές περιοχές της Ανατ. Ρωμυλίας .
. Η μεταφορά των σταφυλιών από τα αμπέλια γινόταν με μεγάλες «μπόμπες» των χιλίων οκάδων, πάνω σε βοϊδάμαξες, στολισμένες με διάφορα στολίδια και υπό τους ήχους των προαναφερθέντων οργάνων, ως τα σπίτια των αμπελουργών. Σε μερικά μέρη αντί για μπόμπες χρησιμοποιούσαν μακρουλές κάσες ίσα με το αμάξι, που τις έλεγαν «Σιαραπχανάδες». Σε ορισμένες περιοχές, που τα αμπέλια ήταν πάρα πολλά και δεν επαρκούσαν τα ντόπια μεταφορικά μέσα, όπως Π.χ. στην γειτονική με τη Σωζούπολι, Αγχίαλο, της οποίας οι αμπελώνες είχαν περί τα 3 εκατομμύρια κλήματα, σε κάθε περίοδο τρύγου πέρνανε από γειτονικά χωριά Τούρκους χωρικούς με μεγάλες βοϊδάμαξες, γνωστές ως «Αραμπάτσες». Τις
καρότσ
ες των βοϊδαμαξών αυτών τις στρώνανε με μουσαμάδες και αφού τις γέμιζαν με σταφύλια, τα μεταφέρανε στα σπίτια.
ε) Το πάτημα:
Τα μεταφερόμενα κατά τους προαναφερθέντας τρόπους κρασοστάφυλα, τα ρίχνανε σε μεγάλους κάδους στα κατώγεια, όπου οι πατητές τα πατούσαν με τα πόδια γυμνά. Πριν αρχίσουν το πάτημα, έκαμναν το σταυρό τους και έλεγαν το «Πάτερ ημών» το «'Άγιος ο Θεός» κι αφού οι νοικοκυραίοι ευχόταν το «Καλή δύναμη», άρχιζε το πάτημα. Ο παραγόμενος μούστος διοχετευόταν σε μικρότερες μπόμπες των 200 ή 300 οκάδων , όπου γινόταν η ζύμωσι και η οινοποίησι. Οι πατητές που πατούσαν τα σταφύλια με τα γυμνά πόδια τους, έπρεπε να είναι «Μυρωμένοι» από παπά, δηλαδή να είναι Χριστιανοί  Ορθόδοξοι. Εβραίοι ή Τούρκοι, δεν χρησιμοποιούνταν ποτέ.
Υπήρχε κι άλλος ένας τρόπος πατήματος των σταφυλιών, όχι με τα πόδια, αλλά με ένα χονδρό ξύλο. Ο τρόπος αυτός εχρησιμοποιείτο για την παραγωγή καθαρού και αμόλυντου κρασιού, για κοινωνία. Τα σταφύλια που ρίχνανε στους κάδους για το σκοπό αυτό, ήταν διαλεχτά. Τα κτυπούσαν με το ξύλο, ώσπου να χύσουν το μούστο τους. Τον μούστο αυτό τον έβαζαν σε ξεχωριστά φουτσιά (βαρέλια) και τον φύλαγαν για την εκκλησία.
Ένα μέρος του παραγόμενου μούστου χρησιμοποιόταν από τις νοικοκυρές για την παρασκευή των διαφόρων μουστοπαρασκευασμάτων του χειμώνος, όπως το πετιμέζι, τα ρετσέλια με κολοκύθες, κυδώνια ή μικρές μελιτζάνες, τα κουλίκαστα, οι μουστολαμπάδες κ.ά. Ένα μικρό μέρος από τα επιτραπέζια σταφύλια τα κρατούσαν κρεμασμένα σε δοκάρια της οροφής της σάλας για τις ανάγκες του χειμώνος.
στ.) Το άνοιγμα των κρασιών:
Το επίσημο άνοιγμα των κρασιών γινόταν την ήμερα του Αγίου Δημητρίου. Μετά την απόλυσι της εκκλησίας, γυρνούσαν οι αμπελουργοί στα σπίτια τους κατά παρέες και δοκίμαζαν το πρώτο κρασί, που το λέγανε «Τσιμπητό». Τούτο γιατί ήταν ακόμα αγίνωτο και «τσιμπούσε». Είχε ακόμα γεύση μεταξύ μούστου και κρασιού.
Τα κρασιά ήταν διάφορα, ανάλογα με τις ποικιλίες των σταφυλιών. Πριν να πιούν, τσούγκριζαν τα ποτήρια και ευχόταν, «Χαϊρλίδικα, του χρον’ παραπάν’». Να ζήσουμι κι του χρόν' να πιούμε». Και το έτσουζαν γερά οι Σωζουπολίτες, μα και όλοι οι νατολικορωμυλιώτες το κρασί, όπως φαίνεται από το Σωζουπολίτικο τετράστιχο, που αποτελεί έμμετρο διάλογο ανάμεσα σε νεαρό αντρόγυνο:
«" Αντρα μ' άντρα μ' θέλω ρούφα,
Να σε πάρ’ γυναίκα μ' ρούχα.
Τί ‘ν τα θέλω άντρα μ' ρούχα,
σαν πεθάνω χωρίς ρούφα;»
ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΡΜΙΔΗΣ
Ύποστράτηγος έ.ά.
Πρόεδρος Θρακικής Εστίας ΘεσΙνίκης

Πηγή : ΘΡΑΚΙΚΗ ΕΣΤΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ – ΛΕΥΚΩΜΑ
ΤΕΥΧΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1984

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου