Η ΑΜΠΕΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΟΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
Γ. Α. ΠΙΚΟΥΛΑΣ
Το αμπέλι θέλει αμπελουργούς και το κρασί λεβέντες
Η
παρακάτω θεώρηση (1) αφορά στην καλλιέργεια
της αμπέλου και στη σημασία που είχε αυτή και τα κύρια προϊόντα της, το κρασί
και η σταφίδα, στην οικονομία και κοινωνία της Πελοποννήσου και κατ' επέκταση
στην πολιτιστική έκφραση του συγκεκριμένου χώρου από τα υπογεωμετρικά χρόνια ως
την ύστερη αρχαιότητα, 700 π.Χ. - 300 μ.Χ. Οι ιδιοτυπίες του χώρου και τα
δεδομένα της έρευνας επέβαλαν την ακόλουθη διάρθρωση των περιεχομένων της:
I. Είσαγωγη
ΙΙ. Testimonia
ΙΙΙ. Κατάλοιπα
IV. Λατρεία
V. Πορίσματα
VI. Επίμετρον
Ι. Δεν υπάρχει σπίτι σ' όλη την Πελοπόννησο, ορεινή και πεδινή, που στο τραπέζι να μην βάζουν σε καθημερινη βάση
κρασί πολύ περισσότερο, όταν στο τραπέζι κάθεται ξένος. Αναφέρομαι προφανώς
στην ύπαιθρο χώρα, παρότι και στις μεγαλοπόλεις της το εθιμο επιζεί, παρα την αστικοποίηση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στο «χωριάτικο» σπίτι το κατώι
-ισόγειο ή ημιυπόγειο- άποτελεί κυρίαρχο και απαρέγκλιτο στοιχείο στη ντόπια
αρχιτεκτονική, και όχι μόνον. Στο κατώι την πρωτεύουσα θέση -άλλοτε μαζί με το
κασόνι για το στάρι- είχε το βαγένι (=βαρέλι). Ακόμη και σήμερα, όταν τα αμπέλια στην πλειονότητά τους εγκατελείφθησαν, αν έξαιρέσει κανείς τις
όργανωμένες αμπελοφυτείες, ο μούστος έρχεται από χιλιόμετρα μακρυά για να
ζυμωθεί στον τόπο του πότη. «ξένο άμπέλι, δικό μας κρασί», σχολιάζει Λάκωνας
κρασοπαραγωγός.
Εχοντας
λοιπόν ώς βάση εμπειρίες και βιώματα του σήμερα ή άμεσες πληροφορίες του
πρόσφατου παρελθόντος δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε εάν, και κατά πόσο, κατά την
αρχαιότητα είχε το άμπέλι και τα άμεσα παράγωγά του την ίδια κυρίαρχη θέση στον
καθημερινό βίο των προγόνων μας.
Ανατρέχοντας
επιπλέον στις πηγές, στα αρχαιολογικά δεδομένα και στη συναφή βιβλιογραφία
θέτουμε τις βάσεις για μία πειστική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Μία απάντηση
καταφατική, αν όχι αυταπόδεικτη, η οποία κυρίως προσπορίζεται από την
κωδικοποίηση των γνώσεων και τη διατύπωση των προσδοκιών μας, τι ξέρουμε δηλαδή επακριβώς (καλλιέργεια, τρυγητός, οινοποίηση, διάθεση, κατανάλωση, διατροφή,
διασκέδαση, λατρεία και ό,τι άλλο) και τι ευελπιστούμε να μάθουμε στο μέλλον.
Και επειδή οι προσδοκίες μας υπερτερούν των γνώσεών μας (: φειδωλές οι μνείες
της γραμματείας και ελλιπέστατα τα ανασκαφικά δεδομένα), συνακόλουθα η παρούσα
θεώρηση πολλές φορές θέτει, παρά απαντά σ' ερωτήματα και προβληματισμούς.
II. Δημιουργεί απορίες η σπάνις των πληροφοριών, που παρέχει η αρχαία
γραμματεία (2), πολύ
περισσότερο, εάν λάβουμε υπόψη μας τη σημασία που είχε η αμπελοκαλλιέργεια και
τα ποικίλα παράγωγά της στο βίο -κοινωνία, οικονομία και όχι μόνον- των
προγόνων μας. Οι μνείες είναι φειδω- λες και κατά κανόνα ευκαιριακές.
Γνωρίζουμε απίθανες λεπτομέρειες, για παράδειγμα ονόματα οίνων, και αγνοούμε
βασικά πράγματα, όπως η διαδικασία συντηρήσεως και παλαιώσεως. Στο μεγαλύτερο
μάλιστα μέρος τους οι πληροφορίες μας προέρχονται από συγγραφείς της ύστερης
αρχαιότητος, όπως ο Διοσκορίδης, ο Πολυδεύκης, ο Αθήναιος -πολύτιμο το σχετικό
του απάνθισμα-, ο Κολούμελα και ο Πλίνιος ή μεταγενεστέρους λεξικογράφους, όπως ο Ησύχιος. Πάντως ρήσεις, όπως δεί γάρ φαγόντας δαψιλώς βρέχειν ή το δε ζήν, είπέ μοι, / τί
έστι; τό πίνειν φημ’ εγώ ('Αντιφάνης στον Άθήν. Ι 22f - 23a), παρόλο τον επιγραμματικό, όσο και υπερβολικό, χαρακτήρα τους, σημαίνουν πολλά. τα αρχαιολογικά κατάλοιπα και η πενιχρή εικονογραφία συμπληρώνουν μερικώς τις
γνώσεις μας.
Ήδη ο
Ομηρος, για να μην άνατρέξουμε στις πινακίδες της γραμμικής Β, παρέχει
τις πρώτες λιτές μνείες: το επίθετο αμπελόεις συνοδεύει την 'Επίδαυρο (Β
561) και τη μεσσηνιακή Πήδασο (Ι 152). Κατά την επίσκεψη τοϋ Τηλεμάχου στη
Λακωνία οινοχόος ήταν ο ίδιος ο γιος του Μενελάου και της Ελένης, ο Μεγαπένθης, ως έκδήλωση τιμής στον προσκεκλημένο να τον οινοχοεί ο διάδοχος και όχι το
υπηρετικό προσωπικό (ο 141και Άθην. Ι 18b, Χ 424e. πρβλ. 'Ηροδ. III34,1). Ο Αθήναιος επίσης (1 3Ic-d) διασώζει πολύτιμες πληροφορίες του Αλκμάνος για τους οίνους της Λακωνίας, περιοχή στην οποία η οινοπαραγωγη είχε
σημαίνουσα θέση (πρβλ. 'Ηροδ. VI 57, 2).
Η σημασία άλλωστε του οίνου στην καθημερινή διατροφή, και μάλιστα στο στρατό,
ήταν πρωταρχική: μαζί με τα άλφιτα καί το λάδι αποτελούσε το κύριο σιτηρέσιο (3). Το ίδιο και η σταφίδα, αρκεί να αναφέρουμε ότι
στις συνεισφορές των συμμάχων προς τη Σπάρτη, κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο,
που διασώζει η επιγραφή IG V1, 14, περιλαμβάνεται εκτός από τα χρηματικά ποσά και ποσότητα σταφίδος.
Από
τις υπόλοιπες έμμεσες μνείες δειγματοληπτικά επιλέγω αυτήν του Αριστοτέλους (Μετεωρ.IV 10, 5/388b)
για τη διατήρηση του οίνου σε ασκούς στην Αρκαδία ή την πληροφορία για τις αμπελοφυτείες στη Μεγαλόπολη (Πλουτ. Φιλοπ.IV 4)5. Από τους συγγραφείς
που παρέχουν πληροφορίες ειδικά για την άμπελο και τα παράγωγά της πρέπει να
μνημονεύσουμε το Θεόφραστο, με τα όσα πολύτιμα αναφέρει στο εργο του Περί
φυτών αιτιών (4ος αι. π.Χ.), τους Ιατρούς Διοσκουρίδη και Γαληνό, τους
λεξικογράφους Πολυδεύκη και Ησύχιο και βέβαια τον Αθήναιο. το εργο του
τελευταίου, Δειπνοσοφισταί, έπιβάλλει μια εκτενέστερη αναφορά, αφού ο
συγγραφεύς του διασώζει πληροφορίες από συγγραφείς, των οποίων τα κείμενα δεν
διεσώθησαν. Στον Αθήναιο (Ι 25f - II 40f, Χ 423-448) κάθε γεωγραφική περιοχή έχει την τιμητική της: καταγράφει
ποικιλίες αμπέλων, ονομασίες
οίνων, τοπικές ιδιαιτερότητες, συνήθειες και τυπικά οινοποσίας και ό,τι άλλο αξιοσημείωτον.
Πληροφορίες
παρέχουν -όχι ειδικά για την Πελοπόννησο, αλλά οι συγκρίσεις είναι διδακτικές-
και οι λατίνοι συγγραφείς Κάτων (De Agri Cultura), Ούάρων (Rerum rusticarum), Κολούμελα (De Re Rustica) και
Πλίνιος πρεσβύτερος (NaturaJis Historia). Αναγκαία θεωρείται επίσης η αναδρομή και στους συγγραφείς των βυζαντινών χρόνων, ιδίως στους λεξικογράφους,
όπως ο Στέφανος Βυζάντιος ή ο Φώτιος.
Τέλος
η προσφυγή στον τιμοκατάλογο του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, το περίφημο Edictum
de pretiis rerum vena1ium του 301 μ.Χ., παρέχει την εικόνα της εποχής στο οικείο τμήμα για τις τιμές των οίνων, μνημονεύονται μόνον οι ιταλικοί και απουσιάζουν εξολοκλήρου αυτοί της Πελοποννήσου, και στο σύνολό τους οι ελλαδικοί, προφανώς γιατί είχαν εκτοπισθεί από την αγορά (6).
III. Ήδη επικαλέστηκα στην εισαγωγή τα ελλιπή ανασκαφικά δεδομένα της Πελοποννήσου μία
διαπίστωση, που αποτελεί κοινό τόπο για τους γνωρίζοντες: εάν εξαιρέσουμε
τους χώρους, που ανασκάπτουν οι ξένες σχολές (Κόρινθο, 'Ολυμπία, Λουσούς και
παλαιότερα Αλιείς/Πόρτο-Χέλι ή
την
Ήλιν), και όσους οι Έλληνες συνάδελφοι (Επίδαυρο ή Μεσσήνη), η υπόλοιπη χώρα
-και ίδίως τα αρχαία άστη- ερευνάται με σωστικές ανασκαφές (Αίγιο, Πάτρα,
Άργος, Σπάρτη, Γύθειο). Σωστικές ανασκαφές, που στην καλύτερη περίπτωση
παρέχουν αποσπασματική και συγκεχυμένη εικόνα του τότε, δημιουργώντας
δυσεπίλυτα προβλήματα σ' όποιον αποπειράται να ανασυνθέσει διαχρονικά το ιστορικό παρελθόν. Για παράδειγμα, όταν στην υπόλοιπη Ελλάδα, και μάλιστα
τη νησιωτική ή την παράλιο, οι λαβές αμφορέων -έστω ως αποσπασματικά ευρήματα,
χωρίς context ή συναφές
σύνολο-
αποτελούν εκ των ων ούκ άνευ εύρημα, για την Πελοπόννησο είναι σπάνιο και
πρωτόφαντο. Ολόκληρες γεωγραφικές ενότητες όπως η Αρκαδία, η Λακωνία ή η
Μεσσηνία, δεν έχουν να επιδείξουν τίποτα σχετικό. Και εάν οι αμφορείς και τα
εργαστήριά τους παραμένουν εύρημα φάντασμα για την Πελοπόννησο, τι πρέπει τότε
να πούμε για τους χώρους οινοποιήσεως (ληνοί, υπολήνια και ό,τι άλλο), που αποτελούν σπανιότατο ανασκαφικό εύρημα; Ίσως βέβαια στην περίπτωση των αμφορέων
να μπορούν να δοθούν ορισμένες εξηγήσεις, προσπάθεια που επιχειρώ παρακάτω,
αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα συναφή αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, των
οποίων, ενώ η παρουσία είναι δεδομένη, όμως στη βιβλιογραφία αναφέρονται ελάχιστα παραδείγματα στην τελευταία περίπτωση η ερμηνεία έγκειται ακριβώς στο
είδος της έρευνας που πραγματώνεται στην Πελοπόννησο. Μόνον δηλαδή η συστηματική ανασκαφή, και σ' ορισμένες περιπτώσεις και η επισταμένη επιφανειακή
έρευνα (survey), στη χώρα και το άστυ των οικισμών της
Πελοποννήσου θα δώσει πειστικές -προφανώς και καταφατικές- απαντήσεις στις
παραπάνω διαπιστώσεις, ή έστω απορίες.
1α. Από την Πελοπόννησο -και ακριβέστερα από ολόκληρη
την κεντρική Ελλάδα, αν εξαιρέσουμε την Αττική- μόνον η Κόρινθος αποδεδειγμένα
παρήγε και χρησιμοποιούσε αμφορείς για τη μεταφορά των υγρών κυρίως προϊόντων
της, κρασί ή λάδι, δια θαλάσσης (7). Αμφορείς με ενσφράγιστες ή όχι λαβές, η διασπορα των οποίων στο χώρο
τής Μεσογείου αποτελεί τον ασφαλέστερο κριτή για την εξάπλωση και τη δυναμική
του κορινθιακού εμπορίου. άλλωστε η Κόρινθος θεωρείται από τους ειδικούς ώς το
ιδανικό πρότυπο για τη μελέτη τέτοιου είδους οικονομικών παραμέτρων (8). . Η χρήση και η συνακόλουθη διασπορά των κορινθιακών
αμφορέων εκτείνεται σε μία ευρύτατη χρονολογική κλίμακα από τα τέλη του 8ου ως
τα μέσα τουλάχιστον του 3ου π.Χ. αιώνα . Η Κόρινθος εξάγει το μεγαλύτερο μέρος
τους στη Δύση, χωρίς να παραβλέπει τον Εύξεινο Πόντο ή τη Βόρεια . Ελλάδα.
Ήδη
από το τελευταίο τέταρτο του 8ου προχριστιανικού αιώνα οι κορινθιακοί αμφορείς
μετέφεραν κρασί στις τότε πόλεις της Μεγάλης Ελλάδος και της Σικελίας, όπως
μαρτυρούν τα κατά τόπους θραύσματά τους και μάλιστα οι λαβές. Στη διάρκεια του
7ου τα συναφή ευρήματα πολλαπλασιάζονται, γεγονός που πιστοποιεί την ευρύτερη εξάπλωσή τους, κορινθιακοί άμφορείς βρέθηκαν στις πόλεις Σύβαρις, Μύλαι,
Λεοντίνοι, Μέγαρα . Ύβλαία, Συρακούσες, Ηράκλεια Μινώα καί Γέλα. Τη θαλάσσια
διαδρομή τους σημαδεύουν αντίστοιχα ευρήματα στον Κορινθιακό καί την Κέρκυρα.
τα ίδια χρόνια πάντως η τοπικη άγορά δεν παραβλέπεται, αφού άμφορείς βρέθηκαν
τουλάχιστον στα Ίσθμια, την Αθήνα καί την Όλυμπία.
Η
διασπορά των κορινθιακών αμφορέων συνεχίζεται καθόλο τον 6ο προχριστιανικό
αίώνα. εκτός από τις παραπάνω πόλεις της ελληνικής Δύσεως αμφορείς βρέθηκαν
επίσης στο Μεταπόντιον, στη νήσο Λιπάρα, στην Καμάρινα καί στο Σελινούντα,
σημειώνοντας μια ευρύτερη επέκταση. Επιπλέον στον 6ο αιώνα πιστοποιείται μέσω
των αμφορέων η εξάπλωση του κορινθιακού εμπορίου στις περιοχές των Ετρούσκων,
στις πόλεις Pyrgi (Πύργοι), Graviscae (Γραβύσκοι), Caere (Καιρέα) καί Vulci
(Ούόλκοι).
Στον
5ο αιώνα τους βρίσκουμε στις περισσότερες από τις προαναφερθείσες πόλεις,
Λεοντίνοι, Μέγαρα Υβλαία, Συρακούσες, Καμάρινα ή Σελινούντα. την ίδια εποχή οι
κορινθιακοί αμφορείς ταξίδεψαν στον Εύξεινο Πόντο, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα
στην Ολβία και στους οικισμους του κάτω Don (αρχαίος Τάναϊς).
Οι
ενδείξεις συνηγορούν για έναν περιορισμό της διασποράς των κορινθιακών αμφορέων
κατά τον 4ο αιώνα, τουλάχιστον στη Δύση. Πιθανότατα μέρος της αγοράς
καταλαμβάνει το κερκυραϊκό κρασί, εκτοπίζοντας το κορινθιακό,εάν κρίνουμε από
τη συνύπαρξη των αντίστοιχων αμφορέων ή τον περιορισμό των δεύτερων από τους
πρώτους (9). Πάντως κορινθιακοί
άμφορείς βρέθηκαν στα παράλια της Βεγγάζης και στην Καρχηδόνα, ένδειξη ίσως
μιας προσπάθειας για νέες αγορές. Επιπλέον οι κορίνθιοι έμποροι εδραίωσαν τη
θέση τους στη βόρεια Ελλάδα εξάγοντας κρασί στην Πέλλα, την Απολλωνία και την
Άμφίπολη.
Ο
γεωγραφικός χώρος έξάπλωσης του κορινθιακού εμπορίου και η δυναμική του
πιστοποιείται, όπως προανέφερα, από την ανάλογη διασπορά των αμφορέων, εφόσον
τα πορίσματα δεν βασίζονται σε μεμονωμένα ευρήματα, αλλά σε σύνολα (10). Τις γνώσεις μας όμως από τον 4ο αιώνα κ.ε.
πλουτί-
ζουν
οι «πλήρεις σειρές» κορινθιακών αμφορέων σε αδιατάρακτα «εμπορικά φορτία» από
τα κατά τόπους γνωστά ναυάγια αυτής της εποχής το ναυάγιο στο Εl Sec της Pa1ma de Mallorca, που περιελάμβανε ικανή ποσότητα κορινθιακών
αμφορέων, ή αυτά των αρχών του 3ου στο Savelletri κοντά στο Μπρίντεζι (11) ή στο Stentinello των Συρακουσών
(12)
Η
διασπορά των κορινθιακών αμφορέων συνεχίζεται, λίγο ή πολύ, στη Δύση, τη βόρεια Αφρική και τη βόρεια Ελλάδα, τουλάχιστον το πρώτο μισό του 3ου π.Χ. αιώνα, ενώ
τα ευρήματα λιγοστεύουν απότομα από το 250 κ.ε. . Η τομή του 146 π.Χ., με την
καταστροφή της Κορίνθου, είναι αναμφι-
σβήτητη,
αλλά μάλλον ως γεγονός σφράγισε μία ήδη φθίνουσα -δυσεξιχνίαστο το γιατί-
παραγωγή και διάθεση: νέοι ανταγωνιστές με εφάμιλλα,αν όχι υπέρτερα, ποιοτικως
προϊόντα, νέα εμπορικά κυκλώματα, συγκυρίες και ανακατάξεις έθεσαν στο
περιθώριο το κορινθιακό κρασί ήδη από τα τέλη
του
3ου, για να εξαλειφθεί παντελώς τό 146 π.Χ.
Από τη
συνολική θεώρηση των κορινθιακών αμφορέων, έργο ζωής της Carolyn Koehler, τα
γνωστά παραδείγματα μόλις και ξεπερνουν τη μισή χιλιάδα (αναφέρομαι στον τύπο
Α, αποκλείοντας το Β, που, όπως προανέφερα, θεωρείται πλέον
κερκυραϊκός). Δεν γνωρίζουμε πάντως τί ποσοστό αμφορέων, και για ποιο επακριβώς
λόγο, σφραγιζόταν, ούτε τί σημαίνει μία τόση μεγάλη ποικιλία σφραγίδων.
Αξιοσημείωτο είναι ότι σημαντικός αριθμός τους βρέθηκε και στην ίδια την
Κόρινθο και την πέριξ περιοχή, μαζί με αμφορείς άλλων οινοπαραγωγικών κέντρων,
όπως για παράδειγμα της Κέρκυρας. Στην υπόλοιπη Πελοπόννησο κορινθιακοί αμφορείς
εχουν βρεθεί στην Ολυμπία και στην Ηλιν (13), μαζί με νησιωτικούς κυρίως, από την Κέρκυρα, Θάσο, Ρόδο και Κνίδο.
Ιβ. Στην ύπόλοιπη Πελοπόννησο, μεσόγειο άλλα και
παράλιο, λιγοστά είναι τα γνωστά στη βιβλιογραφία, μεμονωμένα έστω,
παραδείγματα αμφορέων (l4), πολύ περισσότερο οι εργαστηριακοί χώροι παραγωγής
τους, ενισχύοντας τα όσα έγραψα στην εισαγωγή του κεφαλαίου για το είδος της έρευνας που πραγματώνεται στην περιοχή. Η επιβεβαίωση προέρχεται από την ολιγόχρονη ανίχνευσή μου στις κατά τόπους Εφορείες Αρχαιοτήτων με το συγκεκριμένο ζητούμενο.
Η
συνάδελφος Κορνηλία Αξιώτη πρόκειται να δημοσιεύσει εργαστήριο παραγωγής αμφορέων των ελληνιστικών χρόνων, που ανεσκάφη στο Αίγιο, με χιλιάδες όστρακα
και αρκετές ενσφράγιστες λαβές, ανοίγοντας ενα νέο κεφάλαιο στη συναφή έρευνα (15). Πιθανότατα και στην Πάτρα υπήρχε
ελληνιστικό εργαστήριο παραγωγής αμφορέων, χωρίς να παρέχουν τα ευρήματα περισσότερες
πληροφορίες (16).
Αντιθέτως
δεν πρέπει να αναμένονται πολλά από τη μεσόγειο Πελοπόννησο. Για παράδειγμα από
τα ανεσκαμένα οικόπεδα της Σπάρτης κατά το διάστημα 1982-1989 προέρχεται μόνο
μία ενσφράγιστη λαβή αμφορέως (17). Έάν περάσουμε στην Αρκαδία, σε μία εκταση περίπου 900 km2, όσο κάλυψε η προσωπική έρευνα το διάστημα 1979-1987 (18), δεν βρέθηκε ούτε ενα δείγμα ενσφράγιστης λαβής
αμφορέως, ενώ ελάχιστες είναι οι απλές λαβές ή οι βάσεις τους «(κομβία»). Από
τις έρευνές μου την τελευταία πενταετία στο χώρο της ορεινής Άργολίδος, Δυτική και Βόρεια, επίσης οι αμφορείς αγνοούνται ως εύρημα. . Η απάντηση στις παραπάνω
διαπιστώσεις πιθανότατα έγκειται στον τρόπο μεταφοράς του κρασιού στις
μεσόγειες περιοχές, πέρα από τις ανάγκες αγοράς που κάλυπταν οι τοπικές
παραγωγές, το είδος της τυποποιήσεως και η οργάνωση της διαθέσεώς του. Προφανώς
μόνο δια θαλάσσης ήταν έφικτη η ασφαλής και απρόσκοπτη μεταφορά των υγρών
προϊόντων (βλ. παρακάτω V).
2.Τα
πράγματα δεν είναι καλύτερα στον τομέα των αρχιτεκτονικών καταλοίπων, όσον αφορά στους χώρους οινοποιήσεως, μόνον που εδώ υπάρχουν περισσότερα περιθώρια
για πορίσματα, έχοντας ως οδηγό τα δεδομένα του πρόσφατου παρελθόντος.
Λιγοστά είναι λοιπόν τα ανά την Πελοπόννησο γνωστά στη βιβλιογραφία
παραδείγματα ληνών. Άλλωστε αρκετές φορές ο ερευνητής χρειάζεται να είναι
καχύποπτος διαβάζοντας τα ΑΔ, ώστε να άνιχνεύσει στην «κτιστή δεξαμενή εις μίαν
γωνίαν του δαπέδου της οποίας υπήρχε ημισφαιρικό κοίλωμα» το υπολήνιο ενός
ληνού. Κατα κανόνα έπίσης τα γνωστα παραδείγματα προέρχονται από τα ανεσκαμμένα
άστη της Πελοποννήσου, την Πάτρα, το Αίγιο, το Άργος, την Κόρινθο, ή την Ασέα
στην Αρκαδία. Αντιθέτως ελάχιστα είναι αυτά, που μνημονεύονται στην ύπαιθρο
χώρα, παρότι ο ληνός αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο σε μία οργανωμένη αγροικία. Προφανώς γιατί η έρευνα δεν εχει υιοθετήσει ένα τέτοιο ζητούμενο και
τα γνωστά παραδείγματα είναι αποτέλεσμα τυχαίας επισημάνσεως. Άλλωστε η έρευνα έχει τις δυνατότητες να «κάνει θαύματα»: λόγου χάριν στη Νεμέα, στο λόφο της
Τσούγκιζας, «βρέθηκε ενα μεγάλο απόθεμα κουκουτσιών από σταφύλι >> σε στρώμα
ΥΕ IΙΒ (19), έμμεση άλλα σαφέστατη
πληροφορία. Πάντως τα γίγαρτα (κουκούτσια) είναι συχνό και συνάμα διδακτικό
εύρημα σε πολλές ανασκαφές προϊστορικών θέσεων.
Στα
έλληνιστικα χρόνια ανήκουν ο ένας τουλάχιστον γνωστός ληνός του Άργους (20), των Λουσών (21) και αυτοί στην Άσέα (22). Και στις τρεις οικίες της τελευταίας, που ανέσκαψε ο Erik Holmberg και χρονολόγησε στον 3ο π.Χ. αιώνα, βρέθηκαν ληνοί,
γεγονός κάθε άλλο παρα τυχαίο. Στην οικία Ι, τύπου Πριήνης, απεκάλυψε έναν πλήρη εργαστηριακό χώρο οινοποιήσεως
[149-150:]"a basin sunk into the ground and made entirely of cement. Its
size is 1.24χ 1.04 m. and its depth
0,7 m. The bottom, however, slopes down to the north-western corner, where
there is a conical depression 0.12 m. deep and 0.18 m. ίη diameter... At a distance
of 0.5 m. from the northern. side of the basin there is a square stone sunk
into the ground... ίη
all probability the stone has been a foundation for some kind of apparatus used
ίη
pressing wine". Αξιοσημείωτο είναι ότι ολόκληρο το δάπεδο του εργαστηρίου είναι από υδραυλικό κονίαμα, εξαίρεση
μοναδική για το υπόλοιπο σπίτι με το πατημένο χώμα. Ίδιος ληνός βρέθηκε
και στην οικία III
: στεγανοποιημένο υπολήνιο με κοιλότητα καθαρισμοϋ, και παρακείμενη λίθινη βάση
πιεστηρίου. Άντιθέτως στην οικία ΙΙ ό Holmberg απεκάλυψε [155:] "a
platform 0.08 m. high and 0.85 m. ίη diameter, made of cement... Analogous
to antique vase-paintings the vessel or basket ίη which the grapes have been trodden has very
probably stood upon it.". Με
αυτά λοιπόν τα δεδομένα δικαιούται ο καθένας να υποθέσει ότι η μικρή πόλη της Ασέας άναδεικνύεται σε οίνοπαραγωγικό κέντρο της Μεγαλοπολίτιδος. Άλλωστε το υψίπεδο της Ασέας και στο πρόσφατο παρελθόν, από
τα μέσα του 19ου ως τα μέσα του 20ου αιώνα, παρήγε ικανή ποσότητα κρασιού, ενώ γνωστή είναι σήμερα η ποιότητα, που εξασφαλίζουν τα αρκαδικά υψίπεδα στις εκεί
παραγωγές.
Στα
σποραδικά παραδείγματα ληνών περιλαμβάνονται αυτά στην Ασίνη (23) -σε δύο οικίες- ή στους Αλιείς / Πόρτο-Χέλι (24), και τα δύο των ελληνιστικών χρόνων, και αυτό στη
ρωμαϊκή Κόρινθο. Ληνούς έχει να επιδείξει, και η ρωμαϊκή Πάτρα, σε
μικρότερο όμως αριθμό από ότι τα προάστεια
της
(26) ή το ρωμαϊκό Αίγιο (27).
Από
τις extra muros εγκαταστάσεις οινοποιήσεως στην Πελοπόννησο, όσες δηλαδη ανήκαν
σε αγροικίες κάθε είδους, ελάχιστα είναι τα γνωστά παραδείγματα, όπως ο ληνός
με το υπολήνιο και την κοιλότητα καθαρισμοϋ των ρωμαϊκων χρόνων, που βρέθηκε
στα ανατολικά προάστεια του Άργους, στο χωριό Κουρτάκι (28). Τις
γνώσεις μας εμπλουτίζει η μελέτη του συναδέλφου Μιχάλη Πετρόπουλου ο οποίος
παρουσίασε σε πρόσφατο Συμπόσιο τις «Αγροικίες Πατραϊκής», είχε μάλιστα τη
μεγαθυμία να μου αποστείλει το υπό εκτύπωση χειρόγραφό του, από το οποίο αντλώ τα
σχετικά
(29) : Τουλάχιστον σε μία
δωδεκάδα ανέρχονται οι εγκαταστάσεις οινοποιήσεως στα περίχωρα της Πάτρας, που
στο σύνολό τους χρονολογούνται στα ρωμαϊκα και υστερορωμαϊκά χρόνια (30). Σε δύο περιπτώσεις μάλιστα πρόκειται για μεγάλους βιοτεχνικους χώρους (Πετρόπουλος, θέσεις άρ. 84 καί 62). Κατασκευαστικά ακολουθείται ο κοινός τύπος με το κτιστό ληνό και το υπολήνιο, ορθογώνιας κατόψεως,
κατά κανόνα επιμελημένης εργασίας, στεγανοποιημένοι με ύδραυλικό κονίαμα η
κοιλότητα καθαρισμού στο υπολήνιο αποτελεί , τον κανόνα, ενώ σ' ορισμένα
παραδείγματα υπάρχει και κλίμακα καθόδου για τον ευχερέστερο καθαρισμό του.
IV.
Άπό μία τέτοια θεώρηση δεν θα μποροϋσε να λείψει ένα, έστω και επιγραμματικό,
κεφάλαιο για τη λατρεία, ένα κεφάλαιο δηλαδή στο οποίο θα καταδεικνύεται η
σημαίνουσα θέση της αμπέλου και των προϊόντων της στο τελετουργικό τυπικό της
λατρείας και στα διάφορα θρησκευτικα δρώμενα. Και πώς θα μπορούσε βεβαίως να
ήταν διαφορετικά, όταν η αμπελοκαλλιέργεια και η οινοπαραγωγή είχαν τέτοια
σημασία στο βίο τών προγόνων μας;
'Ως ανάθημα, ως μέσον εξαγνισμού, καθαρμού και χοών, οι βότρυες και ο οίνος είναι
πανταχού παρόντα, χωρίς μάλιστα να συνδέονται αποκλειστικά με το Διόνυσο, αφού ολόκληρο σχεδόν το δωδεκάθεο τα έχει υιοθετήσει. Για παράδειγμα στο
περιρραντήριον από την Σπάρτη (IG V1, 362) ανα- γράφεται ότι η σπονδή (;) απαιτεί δίς οίνον και στον περίφημο ιερό νόμο της Ανδανίας (IG V1, 1390.2) ρητά εντέλλεται να ορκίζονται οι ιερείς αιμα και οίνον σπένδοντες.
Είδικα
για τη λατρεία του Διονύσου, θεού του οποίου άμπελος αποτελούσε έμβλημα και απόδειξη παρουσίας, υπάρχουν περιοχές στην Πελοπόννησο, όπου πράγματι κατέχει
την κυρίαρχη θέση, όπως στην Αχαΐα ή την Κορινθία, εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη
μας ότι οι συγκεκριμένες περιοχές ήταν, και είναι, οινοπαραγωγικές, κατανοουμε
την αμφίδρομη καί άρρηκτη σχέση λατρείας καί οικονομικών δραστηριοτήτων.
Γεγονός ε{ναι πάντως ότι δεν υπάρχει περιοχή, που στον ένα ή τον άλλο οικισμό
της, να μη λατρεύεται ο Διόνυσος. Ο περιηγητής του 2ου μεταχριστιανικού αιώνα
Παυσανίας αποτελεί τον ασφαλέστερο οδηγό μας σε μία τέτοια αναζήτηση και το οδοιπορικό του αναδεικνύεται σε ανεκτίμητο θησαυρό πληροφοριών.
Άλλωστε ο 2ος μ.Χ. αιώνας είναι μία κατεξοχήν εποχή αναβιώσεως, ανασυστάσεως
και επαναπροσδιορισμού πολλών κατα τόπους θρησκευτικών δοξασιών και δρώμενων.
Στό οδοιπορικό του Παυσανίου οι κάθε είδους αναφορές στο Διόνυσο σχεδόν
πλησιάζουν τις διακόσιες. Ο Διόνυσος είναι άρωγός, προστάτης, τιμωρός,
μέτοχος σε κάθε οινοποσία και κραιπάλη, πανταχού παρών: από τη λατρεία του στην
Κόρινθο και τη Σικυώνα, στις μυστικές και μη κοινοποιήσιμες τελετές στη Λέρνα
(Π 37, 1-2, 5), στον Κολωνάτα της Σπάρτης (ΙΙΙ 13,7), στον Ψίλακα (!) (31) των Αμυκλών (ΙΙΙ 19,
6), στις απόρρητες θυσίες μόνον από γυναίκες στις λακωνικές Βρυσεές (ΙΙΙ 20, 3),
στην Ήλιν, όπου μάλιστα Διόνυσον σέβουσιν ηλείοι, με το τοπικό θαύμα να
γεμίζη ο θεός με κρασί τούς άδειους λέβητες (VI 26, 1-2) (32), στην ορεινή και ές
φυτείαν αμπέλων επιτήδεια αχαϊκή Φελλόη (VII 26, 10), στα Λαμπτήρια της γειτονικής Πελλήνης, όπου οίνου κρατήρας
ίστασιν άνά την πόλιν πάσαν (VII 27, 3), στις οργιαστικές εορτές στα περίχωρα της
Μαντίνειας (VΙΙΙ 6, 5), στο αρχέγονο κυνήγι ταύρου στην Κύναιθα (VIΙΙ 19, 2) ή στη
μαστίγωση των γυναικών στην Αλέα (VIII 23, 1). Η επιφάνεια του
θεού γινόταν παντοιοτρόπως, αναφέρω μία χαρακτηριστικη περίπτωση, ως αίγα, από
περιοχή κατεξοχήν οινοπαραγωγική, το Φλειούντα (33) (Παυσ.ΙΙ 13, 6): dνάκειται
δέ έπί της αγοράς αίξ χαλκή, τά πολλά έπίχρυσος... το δε άστρον ήν ονομάζουσιν αίγα dνατέλλουσα τάς αμπέλους
λυμαίνεται συνεχώς. ίνα δέ άχαρι μηδέν απ' αύτης γένηται, οι δέ την επί
της αγοράς χαλκήν αίγα άλλοις τε τιμώσι... Πρβλ. και το συναφες
χωρίον ΙΙ 38,3.
Η απεικόνιση του Χριστού στην εικονογραφία στον τύπο «Άμπελoς αληθινή»
ή «Χριστός Άμπελος», όσο και εάν ξενίζει, για τους επαίοντες (34) δεν είναι τίποτα άλλο από επιβίωση αρχέγονων παραδόσεων στη χριστιανική λατρεία. Και στο μυστήριο της
θείας μεταλήψεως ο οίνος συμβολίζει τι αίμα του Χριστού, ενώ οι νεκροί
συνεχίζουν ν' απαιτούν χοή με κρασί κατά την
κηδεία και κατά την εκταφή τουλάχιστον, στην τελευταία το πλύσιμο των οστών με
κρασί και η οινοποσία των εκταφέων είναι κανόνας. Ενδείξεις κάθε άλλο παρά
τυχαίες, για όσους έχουν ισχυρά βιώματα και ανιχνεύουν σ’ αυτά δοξασίες
αναλοίωτες στο χρονο.
V. Από την παραπάνω θεώρηση των πηγών της αρχαίας γραμματείας και το σχολιασμό
των ανά την Πελοπόννησο καταλοίπων, που σχετίζονται με την παραγωγή και διάθεση
του οίνου (35), νομίζω ότι υπάρχει η δυνατότητα να διατυπώσουμε ορισμένα πορίσματα,
να καταγράψουμε απορίες και να θέσουμε τις βάσεις για μία παραπέρα αντιμετώπιση
της όλης προβληματικής.
Αυτό
λοιπόν που η κοινή λογική θεωρεί ως αυτονόητο, την καλλιέργεια δηλαδή της αμπέλου και την ποικιλότροπη εκμετάλλευση των προϊόντων της, τα έστω και πενιχρά ευρήματα σε συνδυασμό με τις φειδωλές μνείες της γραμματείας το επιβεβαιώνουν. Επιπλέον οι ενδείξεις συνηγορούν ότι η ενασχόληση με την άμπελο
των αρχαίων προγόνων δεν απέχει και πολύ από την ανάλογη των παππούδων μας. Τα δεδομένα, από κάθε άποψη, είναι σχεδόν τα ίδια, τουλάχιστον ως τα μέσα του 20ου
αιώνα, και η αμπελοκαλλιέργεια είχε την ίδια κυρίαρχη θέση στην πρωτογενή -και
όχι μόνον- οικονομία, τότε και χθες. Η μεταπολεμική εκμηχάνιση της
καλλιέργειας, λιγότερο, και περισσότερο η αλόγιστη χρήση των χημικών προϊόντων,
σε συνδυασμό με την εισαγωγή νέων ποικιλιών, είναι που διαφοροποίησαν τα δεδομένα. Ακόμη όμως και σήμερα στα ημιορεινά αμπελάκια των λίγων στρεμμάτων, σε
δίμετρες λαχίδες μ' αλήμματα εργα τέχνης, που θεραπεύουν στιπτοί γέροντες,
πρίνινοι ('Αριστοφ. Άχαρν. 180), η παράδοση συνεχίζεται σχεδόν
αναλλοίωτη και είναι φορές που η γνώση του «ατσαλάκωτου» γεωπόνου το λιγότερο
χλευάζεται. . Η παράδοση επιζεί και στην οινοποίηση, εστω και ως έξαίρεση στον
κανόνα, όταν ακόμη και σήμερα σε λίγα μέρη το βράσιμο του μούστου είναι
εμπειρική ιεροτελεστία και οι «παστίλιες» μένουν στην άκρη.
Σ’
ολόκληρη λοιπόν την Πελοπόννησο, τουλάχιστον ως την ύψομετρικη των 1000 μ., η
αμπελοκαλλιέργεια κατείχε σημαίνουσα θέση στην οικονομία του τόπου. Ήδη η
θεώρηση του Μ. Πετρόπουλου (36) παρέχει ενδείξεις ότι τουλάχιστον για την Αχαΐα ο οίνος αποτελούσε το
κύριο προϊόν της αγροτικής παραγωγής, με δυνατότητες εξαγωγής. Προφανώς δεν
είχαν όλες οι περιοχές την ίδια δυνατότητα για μαζική καλλιέργεια ή οργάνωση
της παραγωγής, ώστε να περάσουν σε στάδια τριτογενούς οικονομίας. στο
μεγαλύτερο μέρος η παραγωγή, ιδίως στα ημιορεινά και ορεινά, κάλυπτε τις προσωπικές ανάγκες του καλλιεργητή . Η Κόρινθος, η κοιλάδα της αρχαίας Νεμέας και του
Φλειούντος, η παράλιος Αχαΐα οπωσδήποτε, η Πυλία τουλάχιστον και η ημιορεινή Λακωνία πρέπει να είχαν οργανωμένες παραγωγές με ταυτόχρονες δυνατότητες
εμπορίας.
Σημαντικό
μέρος της αμπελοκαλλιέργειας απέβλεπε στην παραγωγή σταφίδας, που όπως και
άλλα αποξηραμένα προϊόντα, κατείχε σημαντικη θέση στη διατροφη των προγόνων
μας, η κυρίαρχη άλλωστε παρουσία της σταφίδας στην επιμελητεία του στρατού,
όπως προανέφερα, δεν είναι τυχαία, ενώ δεν πρέπει να παραβλέπουμε τα δεδομένα
των νεώτερων χρόνων, όταν από το συγκεκριμένο προϊόν έξαρτιόταν η οικονομία
μεγάλου μέρους της Πελοποννήσου. Αντιθέτως δεν ύπάρχουν σαφείς πληροφορίες για
οργανωμένη παραγωγή αποκλειστικά «επιτραπέζιων» σταφυλιών. Προφανώς υπήρχε η
δυνατότητα να καλυφθουν μ' ορισμένες ποικιλίες οι τοπικές ανάγκες, η διάθεσή
τους όμως σε μία ευρύτερη αγορά είχε να αντιμετωπίσει το μείζον πρόβλημα της
ταχυτάτης και το κυριότερο της ασφαλούς μεταφοράς : εάν γινόταν μία ολοήμερη
μεταφορά από το χερσαίο δίκτυο τα σταφύλια θα κατέληγαν μούστος στον παραλήπτη
τους.
Η οινοποίηση
γινόταν σε μόνιμες εγκαταστάσεις κατά κανόνα κοντά στο χώρο ζυμώσεως του
γλεύκους και αποθηκεύσεως του οίνου, στην αγροικία δηλαδή ή στην οικία. Για την
πρώτη μάλιστα η παρουσία του ληνού άποδεικνύεται άπα τα ευρήματα ώς άναγκαίο
«έξάρτημα», ενώ το ίδιο ισχύει και για τις οικίες των κωμών και πολισμάτων της
υπαίθρου, σ' αντιδιαστολή μ' αυτές ενός μεγάλου άστεως. Ληνοί βεβαίως υπήρχαν
και στους τόπους παραγωγής. Εάν κρίνουμε μάλιστα από τα σημερινά δεδομένα,
πρέπει να ήταν μεγάλης κλίμακος κατασκευές, που εξυπηρετούσαν τα αμπέλια μιας
ευρύτερης περιοχής, επομένως αποτελούσαν παράρτημα οργανωμένης παραγωγής,
αντιθέτως με τη μικρή οικογενειακη καλλιέργεια. . Η τελευταία, εκτός από τον
κατ' οίκο ληνό, μπορούσε να οινοποιηθεί με την πατητήρα, τον ξύλινο δηλαδή -ή
σπανιότερα ψάθινο- ληνό, αυτόν που τόσο παραστατικά αποδίδουν οι πάμπολλες
απεικονίσεις στην αγγειογραφία. Ίσως μάλιστα να έχει υποτιμηθεί η συμβολή του
ξύλινου ληνού στην οινοποίηση μιας μικρής παραγωγής, γιατί ως αρχαίο εύρημα δεν
υφίσταται, ενώ ως νεώτερο εργαλείο αγνοείται η χρήση του. Τα όσα όμως παραθέτω
στο Επίμετρον, νομίζω ότι επιβάλλουν μιαν άλλη θεώρηση.
Οι ληνοί, που απεκαλύφθησαν κατά τόπους, είναι διαχρονικά κτιστές, προσεγμένες
κατασκευές, στεγανοποιημένες με υδραυλικό κονίαμα. Κατά κανόνα το υπολήνιο έχει
κοιλότητα καθαρισμού, ενώ σπανιότερα υπάρχει κτιστή κλίμακα καθόδου για τον
ευχερέστερο καθαρισμό του, αφού μια ξύλινη σκάλα προφανώς και μπορούσε να έχει την ίδια λειτουργική αξία. Το πλήρες εργαστήριο οινοποιήσεως συγκροτείται από
το ληνό καί το υπολήνιο. Συχνά όμως το υπολήνιο, με τη μορφή της κτιστής
δεξαμενής, αντικαθίσταται από έναν κάδο ή πίθο. Για παράδειγμα στους νεώτερους
ληνούς το πολήμι απουσιάζει και ο μούστος από την προχόη του ληνού έπεφτε σε
χαρανί (χάλκινο καζάνι) και μόνον στους ληνούς του κάμπου το υπολήνιον είναι
υπόγειο, ένα βαθύ φρέαρ.
Μεγάλη
συζήτηση εχει γίνει καί για τους ληνούς με το μικρό, λίγων εκατοστών,
περιχείλωμα, όπως για παράδειγμα αυτός στην Ασέα. Στην περίπτωσή τους δεν
είναι αναγκαία η χρήση ξύλινου ληνού, ώστε να λειτουργούν ως βάση του, στην οποία έρρεε το γλευκος, γιατί το ύψος του δεν είναι λειτουργικό (ο ξύλινος
ληνός χρειάζεται μία βάση τουλάχιστον 0.80 με 1 μ.). Ήταν ληνοί για μικρή
ποσότητα σταφυλιών και το περιχείλωμα των δέκα περίπου εκατοστών επαρκούσε,
ώστε να μην υπερχειλίζει το γλεύκος, όπως στα παραδείγματα που παραθέτω στο Επίμετρον.
Οι λίθινες βάσεις, για την υποδοχή ενός ξύλινου στελέχους, που βρίσκονται δίπλα σε
ληνούς, όπως στην 'Ασέα, πιθανότατα ήταν για την ολοκληρωτική σύνθλιψη των
στέμφυλων από ένα είδος ξύλινου πιεστηρίου, το τελευταίο επιτελουσε δηλαδη το
ίδιο έργο με τη νεώτερη τσιπουριά, που
περιγράφω
παρακάτω, αποσκοπώντας στη μεγαλύτερη δυνατόν απόληψη γλεύκους (37).
Η
αποθήκευση του οίνου γινόταν άποκλειστικα σε πήλινα δοχεία, πίθους κάθε
είδους και μεγέθους, συνήθεια που μέχρι και πρόσφατα επικρατούσε σε πολλές
περιοχές, για να υποχωρήσει από τη γενίκευση της χρήσεως του βαρελιού σε συνδυασμό
με την προοδευτική εξάλειψη των, εξειδι- κευμένων σε κατασκευή πίθων,
καμινιών. Είναι τα dolia των Ρωμαίων
και οι βυτινάρες των νεοελλήνων. Αλλωστε το βαρέλι (cupa ή cupula) ως αντικείμενο είναι είδος άγνωστο στην αρχαία Ελλάδα
και εμφανίζεται κατά τους πρώτους μεταχριστιανικους αιώνες (38). Αποθήκευση,
τουλάχιστον στα άστη, μικρών ποσοτήτων οίνου -οίνου ανωτέρας ποιότητος και
δεδομένης προελεύσεως, όπως τα σημερινά κρασιά Ο.Π.Α.Π.- θα γινόταν και στους
γνωστούς οξυπύθμενους αμφορείς, στη «συσκευασία άγοράς») δηλαδή από τον έμπορο,
το παράλληλο με τις σημερινές νταμιτζάνες για όποιον αστό φυλάσσει στο
διαμέρισμά του σήμερα κρασί.
Οι
αμφορείς, ενσφράγιστοι ή όχι, ήταν το κύριο μέσο μεταφοράς του προς εμπορίαν
οίνου' επιβάλλεται όμως η διευκρίνιση ότι ο αμφορεύς είναι αποκλειστικά το σκεύος της δια θαλάσσης μεταφοράς του οίνου και όχι της χερσαίας. Είναι ένα
σημείο, το οποίο πρέπει να διευκρινισθεί, ώστε να κατανοήσουμε γεγονότα
δυσερμήνευτα. Η χερσαία μεταφορά του οίνου με αμφορείς, για όποιον γνωρίζει
έστω και λίγο τι σημαίνει αρχαίο οδικό δίκτυο, πρέπει να θεωρείται παντελώς
ανέφικτη: είτε με άμαξα, είτε με υποζύγιο ο παραλήπτης στην καλύτερη περίπτωση
θα είχε να κάνει με όστρακα κενά περιεχομένου. Το χωρίο του Αριστοφάνους από
τους Αχαρνείς (904/5): συκοφάντην έξαγε / ώσπερ κέραμον
ένδησάμενος σημαίνει πολλά για τις χερσαίες μεταφορές ευπαθών αντικειμένων.
Προφανώς θεωρώ ανέφικτη τη χερσαία μεταφορά αμφορέων σε μεγάλη απόσταση
και δεν εννοώ αυτή από το επίνειο στο άστυ, για παράδειγμα από το Λέχαιον ή τις
Κεγχρεές στην Κόρινθο, όταν μάλιστα σε τέτοιες διαδρομές έχουμε να
κάνουμε με ευθείες, φαρδείς λεωφόρους και όχι με αμαξηλάτους οδούς στη
χώρα του οικισμού, με απότομες κλίσεις και διαδρομές εξαρτημένες απόλυτα
από τις ιδιομορφίες του εδαφικού ανάγλυφου.
Πιθανότατα
λοιπόν σ' αυτήν την αδυναμία χερσαίας μεταφοράς του οίνου με αμφορείς έγκειται
ή ερμηνεία για την απουσία τους ως ευρημάτων στη μεσόγειο Πελοπόννησο, απουσία
που μόνο ως τυχαία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Επιμένω μάλιστα να λαμβάνω
υπόψη τα δεδομένα του πρόσφατου παρελθόντος, όταν η μεταφορά μούστου ή κρασιού
γινόταν αποκλειστικά με τουλούμια (βλ. 'Επίμετρον), δηλαδή ασκούς. Οι ασκοί
πρέπει να ήταν το ασφαλές μέσο μεταφοράς των υγρών προϊόντων δια ξηράς, είτε με
άμαξες είτε με υποζύγια, άλλωστε υπάρχουν οι ανάλογες απεικονίσεις σε ρωμαϊκά
ιδίως ανάγλυφα (39), που τεκμηριώνουν αυτή την άποψη.
VI. ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ.
Ως κατακλείδα στην παραπάνω θεώρηση εκρινα ότι έπρεπε να είναι η επιγραμματική καταγραφή των δεδομένων του πρόσφατου παρελθόντος. Ό,τι δηλαδή γνωρίζουμε για
τη διαδικασία της παραδοσιακής οινοποιήσεως (40), η οποία δεν απέχει και
πολύ από την αντίστοιχη εργασία της αρχαιότητος. Η τεχνογνωσία και η
αποκρυσταλλωμένη πείρα μεταφέρεται από γενιά σε γενιά διαχρονικα και
αδιάκοπα και μόνον οι ανυποψίαστοι ερευνητές ίσως δεν μπορούν να εννοήσουν τη
συνέχεια στην παράδοση της εμπειρικής γνώσεως σε κάθε επίπεδο και κάθε
είδος εργασίας της πρωτογενούς παραγωγής.
Ο
ληνός -στην Πελοπόννησο δεν άκούγεται ο όρος πατητήρι, λανός στα Κύθηρα-
αποτελούσε σχεδόν απαραίτητο εξάρτημα σε κάθε σπίτι που διατηρούσε αμπέλι.
Συνήθως ήταν ορθογώνια δεξαμενή 1 με 1.5 επί 2 μ., στεγανοποιημένη με
κο(υ)ρασάνι ή μπερτζουλάνα. τό βάθος της κυμαινόταν από τα δέκα εκατοστά –απλό
δηλαδη περιχείλωμα- ως το μισό μέτρο, ανάλογα με την παραγωγή του κτήτορα.
Συχνά ήταν κεραμοσκεπής, με μονόρριχτη στέγη και στη μία στενή πλευρά του είχε
προχοή για την έξοδο του μούστου. Ο σπιτικό ς ληνός κατά κανόνα δεν είχε πολήμι
[ή πολήνι, λημπί, βοθρί, πουλάνι στα Κύθηρα]. 'Ο μούστος έτρεχε σε χαρανί
(μεγάλο χάλκινο καζάνι) άπ' όπου με τουλούμια, με το σέκιο (= 6 όκάδες), τη
μπότσα (= 2 όκάδες) ή με άλλο σκεύος μεταφερόταν στο παρακείμενο βαγένι. Οι ληνοί
όμως του κάμπου, αυτοί δηλαδη δίπλα στα αμπέλια, ήταν ασκεπείς, μεγαλύτερου
βάθους και διέθεταν οπωσδήποτε πολήμι, τό πολήμι ήταν ένα στεγανοποιημένο φρέαρ
διαμέτρου περίπου 1.5 μ. και βάθους 6 με 8 μ., ώστε να μην ύπάρχη κανένα
πρόβλημα χωρητικότητας, έως ότου ο μούστος πουληθεί, αφού ληνό στο κάμπο είχαν οι
μεγαλοπαραγωγοί και στο σύνολό της σχεδόν η παραγωγή κάλυπτε τις ανάγκες της
τοπικής αγοράς. Τό πολήμι είχε στον πάτο του κοιλότητα συλλογής των στερεών
αποβλήτων και καθαριζόταν επισταμένα αμέσως μετά το πάτημα, για την κάθοδο
χρησιμοποιούσαν ξύλινη σκάλα. Πολύμι φρεατόσχημο κατασκευαζόταν σπανίως και σε
σπίτια, μοναδικό παράδειγμα κατέγραψα στο χωριό , Αγρίδι Γορτυνίας, στο
Μπεταίϊκο σπίτι (41). ο ληνός ήταν στην αυλή
και το πολήμι, βάθους τουλάχιστον 4 μ., στο κατώι και ο μούστος διοχετευόταν με
αγωγό.
Κατ'
αντιδιαστολή όμως του μεγάλου καμπίσιου ληνού ύπήρχε και η μικρογραφία του, που
ήταν η πατητήρα: ο ξύλινος ληνός, που τόσο παραστατικά απεικονίζει η αρχαία
αγγειογραφία. Είχε διαστάσεις 1.5 επί 1 μ., οι τάβλες ήταν αρσενικοθήλυκες,
ώστε να μη «χάνη» (= διαρρέη ο μουστος),
μία
σανίδα αποτελούσε το περιχείλωμα,ενώ με δύο μικρότερες έφτιαχναν στη μία
στενή πλευρά την προχοή, την τοποθετουσαν σε κτιστή ή πρόχειρη ξύλινη βάση,
ύψους περίπου ενός μέτρου, ώστε να είναι λειτουργική. Η πατητήρα ήταν δημοφιλής
στις μικρές παραγωγές, γιατί ως ελαφριά κατασκευή μεταφερόταν εύκολα από αμπέλι
σε αμπέλι. Σημειώνω ότι τα σταφύλια πατιόντουσαν στην πατητήρα οπωσδήποτε μέσα
σε σακιά από λινάτσα. Τό πάτημα με σακί συνηθιζόταν και στους σπιτικούς ληνούς,
αφού απέδιδε μούστο -από κουκούτσια και
στέμφυλα-, αλλά η χρήση του σακιού ήταν εφικτή μόνο στις μικρές παραγωγές.
Το
πάτημα των σταφυλιών στο αμπέλι το επέβαλε δηλαδη τό μέγεθος της παραγωγής και
οι εδαφικές ιδιομορφίες κάθε τόπου, προφανώς γιατί η μεταφορά, του μούστου,
πάντοτε με τουλούμια, ήταν ευκολότερη και πιο οικονομική. Δεν μπορώ να μη
σημειώσω πάντως το «ληνό», που επέβαλε σήμερα σε πολλά μέρη η έξέλιξη: τα
σταφύλια φορτώνονται επί τόπου στην καρότσα του αγροτικού αυτοκινήτου, τη
ντυμένη με αγρονάυλον, μεταφέρονται στο σπίτι και πατιούνται μέσα σ' αυτήν για
πολήμι χρησιμοποιουν συνήθως ενα χαρανί.
Χρησιμοποιουσαν
επίσης την τσιπουριά ή τσιφιλιά: μία εξ όλοκλήρου ξύλινη κατασκευή για την
επιπλέον σύνθλιψη των στέμφυλων (τσάμπουρα).
Ήταν ένας κάδος, ένα μέτρο ύψος και 0.60 μ. διάμετρο, που τον έφτιαχναν κάθετες
σανίδες, όχι αρσενικοθήλυκες, αφήνοντας μεταξύ τους μικρό κενό, ; ώστε να μπορεί
να διαρρέει ο μούστος. είχε το αδράχτι, έναν άξονα με «βόλτες», στο οποίο
περνούσε «κολάρο» ο παπάς ή ξύλο, ένα κυκλικο καπάκι του κάδου, μικρότερης όμως
διαμέτρου. Βιδώνοντας σφιχτά το αδράχτι, κατέβαινε ο παπάς και συμπίεζε τα
τσάμπουρα, που απέδιδαν τον υπολοιπόμενο μούστο. Αργότερα τα περισσότερα
εξαρτήματα της τσιπουριάς εγιναν σιδερένια (42).
Το
μέτρημα του μούστου και ταυτόχρονα η μετάγγισή του από το πολήμι γινόταν με το
σέκιο [: χάλκινο ή σιδερένιο σκεύος, παρόμοιο με κοφίνι, συγκεκριμένης
χωρητικότητας 6 όκάδων (= 3 μπότσες) με χέρι, όπως ο κουβάς, για το πιάσιμο και
μικρότερη λαβή κάθετη, ψηλά στο χείλος, ώστε όταν έπεφτε μέσα στο μούστο να
γέρνει μονόπαντα, να μην επιπλέει και να γεμίζει αμέσως. Γι' αυτό και
χρειαζόταν ιδιαίτερη τέχνη, ώστε να βγαίνει το σέκιο γεμάτο από το φρεατόσχημο
πολήμι, διαφορετικα δεν ήταν έφικτο το μέτρημα του μούστου]. Με το σέκιο ο
μούστος ριχνόταν στα τουλούμια, το αποκλειστικό μέσο μεταφοράς του. Το τουλούμι
(= άσκος) γινόταν αποκλειστικά από δέρμα γίδας (43) και είχε χωρητικότητα περίπου 6.5 σέκια (= 40 όκάδες).
Το ζώο
μετέφερε δύο τουλούμια, δηλαδή ένα φόρτωμα, σχεδόν 80 όκάδες (44).
Το
φόρτωμα και το μέτρο (= 65 όκάδες) ήταν οι δυο μονάδες υπολογισμού του μούστου, τυπική ήταν για τον παραγωγό η ερώτηση: «πόσο πήγες;» (45) ή «πόσα μέτρα
πήγες;»
Η
ζύμωση του μούστου, και η συνακόλουθη αποθήκευση του κρασιου, γινόταν σε
πίθους, τις βυτινάρες [τζάρες] ή σε βαρέλια. Οι ευρύστομες βυτινάρες ήταν
διαφόρων μεγεθών και σκεπαζόντουσαν με τη ρετσινιά [τομάρι ρετσινωμένο], που
κολλουσε στα χείλη τους. Το κρασι το έπαιρναν με κούπα ή άλλο σκεύος, γιατί οι
βυτινάρες με προχοή αποτελούσαν την εξαίρεση του
κανόνα.
Δυσερμήνευτη είναι η επιλογή βυτινάρας ή βαρελιού, πιθανότατα εξαρτιόταν από τη
δυνατότητα άσφαλούς μεταφοράς μιας βυτινάρας, ενώ σε πολλές περιπτώσεις το
βαρέλι ήταν κατά πολύ ακριβότερο. Για παράδειγμα στα Καλαβρυτοχώρια κυριαρχουσε
το βαγένι, ενώ. στη Λακωνία η βυτινάρα. Πάντως μεταπολεμικα τό βαρέλι
επικράτησε, αφού τα εξειδικευμένα καμίνια σταμάτησαν προοδευτικά να
λειτουργουν. Περιώνυμα ήταν επίσης και τα γιγάντια βαγένια, που συχνά έφεραν
και όνομα, όπως αυτά του Μεγάλου Σπηλαίου, ο Αγγελής και ο Σταμάτης, με
χωρητικότητα μερικών χιλιάδων οκάδων, δημοφιλέστατο αξιοθέατο της Μονής στη
δεκαετία του' 60 (46). . Η βίκα (είδος
στάμνας) προοριζόταν για τη μεταφορα του κρασιού μέσα στο σπίτι και ποτέ για τη
μεταφορά του με υποζύγιο.
Το
μέγεθος πάντως της άμπελοκαλλιέργειας στους νεώτερους χρόνους, και ως τα μέσα
του 20ου αιώνα, πιθανότατα μας διαφεύγει, κρίνοντας με τα σημερινα δεδομένα.
Υπάρχει όμως ένας αδιάψευστος μάρτυρας: τα συναφή μικροτοπωνύμια στο
τοπωνυμικό κάθε χωριού, που κατέχουν σημαντικό ποσοστό. Αμπέλια, Αμπελάκι,
Παλιάμπελα, Ληνοί, και ιδίως τα Δραγάτης (ο υπεύθυνος για τη φύλαξη των
αμπελιών από κλοπή), Δραγασιό ή Δραγατσούρα (η σκοπιά του δραγάτη, συνήθως υπερυψωμένη
ξυλοκατασκευή). Μια ερευνα λοιπόν με συγκεκριμένο ζητούμενο προφανώς θα απέδιδε
πολλά.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Η φύση του
συγκεκριμένου εγχειρήματος μ' έκανε οφειλέτη πολλών σε πολλούς: ευχαριστώ
θερμά, γιατι βοήθησαν παντοιοτρόπως, τους Κορνηλία 'Αξιώτη, Ντόρα Γαρταγάνη,
Δημήτρη Κουρκουμέλη, Αντιγόνη Μαραγκού, Άννα Μπανάκα, Βούλα Μπαρδάνη, Τάσο
Μπέλλα και Μιχάλη Πετρόπουλο. Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τους Χαράλαμπο Π. Μπουγάδη,
Νίκο Γ. Μπουγάδη και Βασίλη Σ. Γάββαρη. Η παρούσα μελέτη αποτελεί μια πρώτη
παρουσίαση του πολυσύνθετου θέματος, εγράφη με πρώτιστο στόχο ν' αποτελέσει
χρηστική εισαγωγήl στην ευρύτερη έρευνα.
2. Αύτονόητον είναι ότι
δεν παρέχω πλήρη testimonia, αφού κάτι τέτοιο θα μ' απεμάκρυνε από τους
στόχους της παρούσας συγγραφής. '
3. Βλ. Θουκ. III 49, 3 IV
16, 1, Ξεν. Κ. Άνάβ. IV 4, 9.
4. Βλ. Α. Π. Ματθαίου -
Γ. Α. Πίκουλας, Έδον Λακεδαιμονίοις ποττόν πόλεμον, Ηόρος 7 (Ι989) 77-124,
στίχο 13.
5. Πρβλ. καί την ανάθεση
αμπελοφυτείας στον Ασκληπιό της Μαντίνειας, IG V2, 269.
6. Βλ. την κλασική έκδοση
του S. Lauffer , Diokletians Preisedikt, Berlin 1971, σσ.101-103.
7. Τις πληροφορίες μου
αντλώ από τό ευσύνοπτο άρθρο της C. G. Koehler, Transport Amphoras as evidence
for trade, Archaeological News VIII 2/3,
1979, 54-61. για τό μέγεθος του προβλήματος, την επάρκεια δηλαδή των γνώσεών
μας, αναφέρω ότι από τους δυο τύπους κορινθιακών αμφορέων που διακρίνει η
Koehler (Α και Β), ο δεύτερος θεωρείται πλέον Κερκυραϊκός. Την πληροφορία έδωσε
η ίδια η Koehler στό Δ. Κουρκουμέλη, ο οποίος και μ' ενημέρωσε σχετικώς κατά
την άγαστή συνεργασία μας.
8. "Corinth will serve as a good model because of
her broad export of these jars, which are not so numerous as to be
overwhelming, but of a quantity requiring careful analysis" σημειώνει ή Koehler,
o. π., σ. 58.
9. Επαναλαμβάνω ότι ο
τύπος Β της Κορίνθου, στη μελέτη της Koehler, εδώ θεωρείται κερκυραϊκός, βλ.
σημ. 7.
10. Βλ. Κοehler,ο.π.,σ. 57/fig. 4: "at least
three vessels from the same quarter-century"
11. Βλ. G. Kapitan, Α Cοrinthian Shipwreck at Savelletri (Βrindisi, Apulia, Italy),
(Intemational Joumal of Nautical Archaeology II (1973)
185/6 [η παραπομπή από τή μελέτη της Koehler].
12. Βλ. G. Kapitan, I1 relitto cοrinzio de Stentinello nella Baia di S. Panagia (Siracusa), Sicilia Archeologica 9
(1976) 90-91 [η παραπομπή από τη μελέτη της Koehler]. ;
13. Βλ. Claudia
Lepeniotis, Die Amphorentempel aus den alten Grabungen ίη Elis, 'Αρχαία 'Αχαία
και Ήλεία, ΕΙΕ/ΚΕΡΑ, Μελετήματα άρ. 13/1991, σσ. 379-387- ευχαριστω θερμα την
κ. Λεπενιώτη για τη συζήτησή μας.
14. Μια πρόχειρη αναδρομή
στό SEG μπορεί να μας πείσει: Υπάρχουν κυρίως εισηγμένοι και ελάχιστοι ντόπιοι,
όπως στην Κόρινθο ΧΙ 52f, 216/8 [Ρόδου, Θάσου, Κνίδου], χχνιιι 385 [Κνίδου],
στό W Αργος χν 204 [Ρόδου, Κνίδου, Κορίνθου], ΧΧΧΙΙ 376 [Θάσου], στην 'Ασίνη
ΧΧΧΙΙ 380 [Κνίδου, Ρόδου, κω] και στην Ήλιν ΧΧΧ 423, ΧΧΧΙΙ 408, ΧΧΧΙΙΙ 325.
15. Βλ. ΑΔ 36 (1981 ΒΙ,
171, Κλ. Οίκονόμου και Μητροπόλεως [: «καλυμμένη» παραπομπή].
16. Βλ. ΑΔ 31 (1976) ΒΙ,
89: Πεσόντων 'Αστυνομικων 7- την ασαφή πληροφορία του ΑΔ επιβεβαιώνει ο
συνάδελφος Μιχάλης Πετρόπουλος στην υπό έκτύπωση μελέτη του (θέση άρ. 6Οα), βλ.
την παρούσα σημ. άρ. 29.
17. Ανασκαφή Ελένης
Κουρίνου, Μ.Σ. 6998 (: οικόπεδο Μπότη-Χριστοδούλου, ΟΤ 9). πρόκειται για
ενσφράγιστη (συμπίλημα) λαβή με λευκό επίχρισμα.
18. Βλ. Γ. Α. Πίκουλας,
'Η Νότια Μεγαλοπολιτική Χώρα, άπό τον 8ο π.Χ. ώς τον 4ο μ. Χ. αιώνα, Αθήνα
1988.
19. Βλ. ΑΔ 40 (1985)
Χρον. 96.
20. Βλ. ΑΔ 27 (1972) ΒΙ,
203: Όδός Κοφινιώτη 27.
21. Βλ. Β.
Μητσοπούλου-Leοn, Η ζωή σε μία πόλη της βόρειας 'Αρκαδίας, Πρακτικά Δ. Διεθνους
Συνεδρίου Πελοπ/κών Σπουδών, Κόρινθος 9-16/9/1990, Πελοποννησιακά,
Παράρτημα 19, Β' τόμος, ειδικά σ. 51 (2ος αΙ π.Χ.).
22. Βλ. Εrίk J. Ηο1berg, The Swedish excavations at Asea ίη Arcadia, Acta Inst. Rom. Regni Sueciae ΧΙ Lund 1944, σσ. 147-160.
23. Βλ. Μ. Η. Jameson, Excavations at
Porto Cheli and Vicinity, Hesperia 38 (1969) 311-342, εΙδικά σσ. 322/4.
24. Βλ. Ο. Frδdίn - Α. W. Person, Asine, results
ofthe Swedish Excavations 1922-1930, Stockholm 1938, εΙδικά σσ. 33-38.
25. Βλ. BCH 87 (1963)
722.
26. Βλ. ΑΔ 29 (1973-74) Β2,
376/7 11 ΑΔ 40 (1985) 114.
27. Βλ. ΑΔ 33 (1978) ΒΙ,
99: Β. Κων/νου 23.
28. Βλ. ΑΔ 23 (1968) ΒΙ,
131.
29. Βλ. Μ. Πετρόπουλος,
Πρακτικά Συμποσίου «Αγροτικές δομές και αρχαίες κοινωνίες», Κέρκυρα
14-16/5/1992, .Ιόνιο Παν/μιο.
30. Βλ. Μ. Πετρόπουλος,
δ.π., [οι άριθμημένες θέσεις παραπέμπουν στόν κατάλογο της συγκεκριμένης
μελέτης] θέση 12=ΑΔ 34 (1979) ΒΙ, 142: Νέστορος 12. 16=ΑΔ 34 (1979) ΒΙ, 142:
Μποζαϊτικα, Αυστραλίας 31, θ. 34=ΑΔ 38 (1983) ΒΙ, 123/5: .Ελ. Στρατιώτου-Στάδιο
Παναχαϊκης. 45α=ΑΔ 34 (1979) ΒΙ, 134: Κορίνθου 197 - Ζαίμη - Πουκεβίλ, 62=ΑΔ 43
(1988) Χρον. (ύπό δημοσίευση) Πατρών-Κλάους (Τσερίδη) 3. θ. 65=ΑΔ 29 (1973-74)
ΒΙ, 370: Στ. Βουλγάρεως 14, θ. 66=ΑΔ 34 (1979) ΒΙ, 136: Χρυσοστόμου 57, θ.
67α=ΑΔ 30(1975) ΒΙ, 112/3: .Εγλυκάδα, Άναξιμάνδρου 7 Ζήνωνος. 71=ΑΔ 39 (1984)
ΒΙ, 90/2: .Εγλυκάδα, Πέλοπος 90, θ. 78=ΑΔ 42 (1987) Χρον. 187: Γ. Φραντζη 72.
80=ΑΔ 34 (1979) Β Ι, 136: Μαξίμου 61, θ. 84=ΑΔ 31 (1976) Β 1,92: Πετμεζα 2 -
Ναυαρίνου 23. Πιθανοί ληνοί οι θέσεις άρ. 17,35, 39β καί 54 τουλάχιστον. Αντιθέτως
οι έργαστηριακοί χώροι στην άγροικία τών κλασικών χρόνων, που άνεσκάφη στά Ανω
Συχαινά, στά βόρεια προάστεια της Πάτρας, θ. 29=ΑΔ 40 (1985) Χρον. 120, δεν
άνήκουν σε ληνούς, δπως διευκρινίζει ο Μ. Πετρόπουλος στη μελέτη του [«λίθινο
πατητήρι-πιεστήριο» - «τριβείο σταριού» ].
31. Παυσ. III 19,6: Ψίλα
γάρ καλούσιν οι Δωριείς τά πτερά, άνθρώπους δέ οίνος επαίρει τε καί άνακουφίζει
γνώμην ούδέν τι ήσσον ή όρνιθας πτερά' σημειώνω ότι οι Αμύκλες
σήμερα παράγουν άριστη ποιότητα κρασιών.
32. Πρβλ. και Άθήν. Ι
34a.
33. Για τούς γνωρίζοντες
ή περιοχη του άρχαίου Φλειούντος εΙναι ή σημερινη Νεμέα (πρώην Αγιος Γεώργιος)
καί ή λανθασμένη μετονομασία του οlκισμου περιέλαβε και τα τοπικα κρασια ΟΠΑΠ.
34. Βλ. Μ. Tatic Djuric, Icone despotique... et l’ origine du theme "Le
Christ Ampelos", Πρακτικά Δ' Διεθνους Συνεδρίου
Πελοπ/κών Σπουδών, Κόρινθος 9-16/9/ 1990, ., ;~~~;
Πελοποννησιακά, Παράρτημα
19, Β' τόμος, σσ. 209-225.
35. Συνειδητα δεν
άναφέρθηκα στην εικονογραφία γιατί δεν έχω να προσθέσω τίποτα ως προς την
Πελοπόννησο. πρβλ. όμως Β. Α. Sparkes,
Treading the grapes, BABesch 51 (1976) 47-64. Πολύτιμα είναι και τα όσα
αναφέρει ο D. Α. Amyx, The Attic Stelai III Hsperia 27 (1958) ειδικά 241-252.
36. Βλ. Μ. Πετρόπουλος,
ο.π.
37. Τέτοιου ή παρόμοιου
είδους ξύλινα πιεστήρια απεικονίζονται στην αγγειογραφία, βλ. Β. Α. Sparkes,
BABesch 51 (1976) 47-64. Ειδικά για τις λίθινες βάσεις βλ. S. C. Bakhuizen, Torcula Graecanica, Stips
Votiva, Papers presented ΙΟ C. Μ. Stibbe, Amster- dam 1991, 1-6.
38. Βλ. Daremberg - Saglio, s.v., (τόμ. ΠΙ Dolium, τόμ. 12 Cupa).
39. Βλ. πρόχειρα G.
Pisani Sartorio,Mezzi di trasporto e traffico,Vita e costumi dei Romani antichi, άρ. 6, Roma 1988, σ. 66 εικ..
74και Daremberg - Saglio τόμ. V s.v., σ.
920 εικ.. 7514. βλ. επίσης W. Κ. Pritchett, SAGT 111
(1980) 158 σημ. 34, ενώ η πληροφορία του Αριστοτέλη (Μετεωρ. ιν 10,
5/388b) είναι ενδεικτική.
40. Πληροφορίες έχω
συγκεντρώσει από όλη σχεδόν την Πελοπόννησο, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα εχουν και
τα βιώματά μου από τα Καλαβρυτοχώρια. Στα Κύθηρα επίσης, και ιδίως στα χωριά
Μιτάτα και Φριλιγγιάνικα, όπου σώζονται στα περισσότερα σπίτια ληνοί και παραμένει αναλλοίωτη η παράδοση
στην οινοποίηση της ντόπιας παραγωγής. Πάντως συστηματική καταγραφή εγινε στη Λακωνία
και οφείλω πολλά στους αγαπητούς Χαράλαμπο Παν. Μπουγάδη (1904) και Νικόλαο
Γεωργ. Μπουγάδη (1913), μια ζωή κρασοπαραγωγοί και ταβερνιάρηδες στα
Πικουλιάνικα του Μυστρά, καί στο φίλο Βασίλειο Σαρ. Γάββαρη, έναν άπό τους
καλύτερους γευσιγνώστες κρασιού στη Σπάρτη.
41. Σήμερα ανήκει στους
κληρονόμους των Μπεταίων, τη συνάδελφο Τούλα Μαρκέτου και τους αδελφούς της.
42. Σήμερα κυκλοφορούν
στο έμπόριο έξελιγμένες μορφες τσιπουριας. Δεν ciναφέρομαι στά καζανέματα, την
παραγωγη δηλαδη αποστάγματος (ρακή, τσίπουρο, τσικουδια) με τη μέθοδο της αποστάξεως,
αφοϋ σε γενικες γραμμες είναι γνωστή.
43. Το γίδινο τομάρι
γυριζόταν, το μέσα έξω, και γεμιζόταν με χονδρό άλάτι, για 20 ήμέρες, ώστε νά
μη φεύγει η τρίχα, ενώ αργότερα το ξύριζαν. Γιά στόμιο χρησιμοποιούσαν το
άνοιγμα του λαιμού, που δενόταν με τέχνη, ώστε καί αν έπεφτε το τουλούμι από το
υποζύγιο ήταν πιθανότερο να σπάσει παρά νά λυθεί. Με τουλούμια μετέφεραν μούστο
ή και ψημένο κρασί σε όποια απόσταση ήθελαν, χωρίς καμία αλλοίωση του
περιεχομένου.
Συνήθης ήταν η μεταφορά
του κρασιοϋ τη νύκτα, ώστε να αποφεύγουν τη ζέστη της ημέρας. Υπενθυμίζω
επιπλέον την ποιότητα του τουλουμίσιου τυριού.
44. Το αγώγι (μεταφορικά)
υπολογιζόταν με το βάρος και όχι με τις διαδρομές. Ανώτατο όριο ασφαλείας για
ένα δυνατό υποζύγιο ήταν οι 80 με 100 οκάδες.
45. Σημασία για τον
υπολογισμό είχε και το γράδο του μούστου: 1 μέτρο (= 65 όκάδες) μούστου με 13
γράδο έδινε 55 όκάδες κρασί, ενώ η ίδια ποσότητα με 11 γράδο παρείχε 60 όκάδες,
καί αυτό γιατί υψηλότερο γράδο σήμαινε περισσότερη φύρα. Το γράδο ( καθόριζε
την τιμή, γιατί μούστος με 13 γράδο δεν χρειαζόταν δυνάμωμα (= προσθήκη ζάχαρης
ή σταφίδας), οπότε έφτιαχνε καλύτερο κρασί, και ήταν ακριβότερος, σ' αντίθεση
με το 11, που ηθελε δυνάμωμα, άρα επιπλέον έξoδα, εκτός από την υποδεέστερη
ποιότητά του. Μούστος με 11 γράδο χωρίς δυνάμωμα κινδύνευε νά γίνει ξύδι με την
άνοδο της θερμοκρασίας. Ο βαθμός του γράδου εξαρτιόταν από το έδαφος και τις
κλιματολογικές συνθήκες, ορεινό και ξηρασία συνεπαγόταν ψηλό γράδο. Πριν την
εμφάνιση του γραδόμετρου, το γράδο μετριόταν μ' ένα αυγό (!). Κανόνας ήταν
επίσης τό ρετσίνωμα του κρασιοϋ (πρβλ. Pitton de Tournefort, Relation d'un
voyage du Levant, Lyon 1717, 1159).
46. Πρβλ. τον Παππού της
μονής της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος, βλ. Β. Λογοθέτου, Συμβολή της
άμπέλου..., Θεσ/κη 1974, σ. 185, είκ. 44.
ΓΕΝΙΚΗ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α m ο u r e t t ί, Μ. - C . , Oleiculture et
viticulture dans la Grece antique, ΑgrcuΙture ίη Ancien! Greece, Proceedings of the
7th Int. Symposium at the Swedish Inst. at Athens, 16-17/5/1990, ed. Β. Wells, Stockholm 1992, ειδικά 77-86.
Amyx, D. Α., The Attic Ste1ai III, Ηesperia 27 (1958) 163-310, ειδικά 241-252.
Bakhuizen, S. v., Torcula Graecanica, Stips
Votiva, Papers presented to C. Μ. Stibbe, Amsterdam 1991, 1-6.
Bruneau, Ph. - Fraisse, Ph.,Unpressoire a vin a Delos,BCH
105(1981) 128-169. Ήμελλος, Σ. Δ., Όνος, αίξ καί κλάδευσις της αμπέλου,
ΕΚΛ 22 (1969-72) 3-16. Forbes,
R. J., Studies ίη Ancient Technology, ΙΙΙ 106-124.
G r a c e, V. R., Amphoras and the Ancient Wine
Trade, Excavations of the Athenian Agora, Picture Book 6, ASCSA, Princeton 1961
(19791.
Hanson, V. Ο., Practical Aspects of
Grape-growing and the Ideology of GreekViticulture, Αgriculture ίη Ancient Greece,
Proceedings of the 7th Ιnt. Symposium at the Swedish
Inst. at Athens, 16-17/5/1990, ed. Β. WeIls, Stockholm 1992, εiδικά 161-166.
Jarde, Α., λήμμα Vinum, Daremberg-Saglio, V
(1919) 912-924.
Κ ο e h Ι e r, C. G., Transport
Amphoras as evidence for trade, Archaeological News VIΙΙ 2/3, 1979,54-61 [τό άρθρο άποτελεί επιτομή της διδ. διατριβής της, Princeton 1978]. Λογοθέτου, Βασ. Χ., Συμβολή τής άμπέλου καί του οίνου εις τόν πολιτισμό
ν της 'Ελλάδος καί της ανατολικής Μεσογείου, ΑΠΘ, ΕΕΓ[εωπον.] Δ[ασολ.] Σ τόμ.
ΙΖ', Θες/νίκη 1974.
Ψαρράκη-Μπελεσιώτη,
Ν. - Γερουλάνου, Α., Παραδοσιακες καλλιέργειες, Μουσείο Μπενάκη, Άθήνα 1978, ειδικά
σσ. 67-93.
Ψυχογιός,
Δ. Κ., Προίκες, φόροι, σταφίδα καί ψωμί, ΕΚΚΕ, , Αθήνα 1987, ειδικά σσ. 37-40.
Sparkes, Β. Α., Treading the grapes,
BABesch 51 (1976) 47-64.
La Production du νίn et l'huile en Mediteranee,
BCH Suppl. 26 (1993).
SUMMARY
Yanis PikouJas, ViticuJture in ancient PeJoponnesus
This study offers a general consideration of
what we know about ancient viticulture and commerce of wine in Peloponnesus. There is also an Appendix concerning
viticulture ίη the same region during 19th and 20th centuries.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου