μια σκέψη

Στην αγγειογραφία του Αμάσεως απεικονίζεται η διαδικασία του τρύγου και της οινοποίησης.
Διαφέρει σε κάτι από τις αντίστοιχες σημερινές εργασίες ;



Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012


O οίνος στον Άθω

H αμπελοκαλλιέργεια, η χρήση του κρασιού και τα Bαγεναρεία των Μοναστηρίων

Tου Iωακείμ Aθ. Παπαγγέλου
Aρχαιολόγου - Bυζαντινολόγου

EXONTAΣ υπόψη ότι ο οίνος αποτελεί βασικό συστατικό της χριστιανικής λατρείας, θα πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιο ότι η καλλιέργεια της αμπέλου στον Χριστιανικό Άθω εμφανίζεται μαζί με τον μοναχισμό.
 H απόκρημνη, πυκνόφυτη, βαθίσκια, υδροφόρος και απομονωμένη χερσόνησος, φαίνεται ότι ήταν σχεδόν έρημη κατοίκων κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους, όταν άρχισε να χρησιμοποιείται ως καταφύγιο ανθρώπων που ήθελαν να προσεγγίσουν το Θείον, με την βοήθεια της
μοναξιάς. Πότε άρχισε αυτή η προσέλευση δεν γνωρίζουμε, είναι όμως βέβαιο ότι συνέβη πριν από τα μέσα του 8ου αιώνα. Τότε λοιπόν θα άρχισε και η επανακαλλιέργεια της αμπέλου στην Αθωνική χερσόνησο. Οι σχετικές όμως μαρτυρίες είναι πολύ μεταγενέστερες.
 Από το «Tυπικόν» του οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου, του ιδρυτού της Μεγίστης Λαύρας, μαθαίνουμε ότι προ του 963 υπήρχε ήδη έντονη τάση καλλιεργείας αμπελώνων στο Όρος και η αγοραπωλησία ετοίμων κτημάτων δεν ήταν ασυνήθιστη. O  όσιος Αθανάσιος άλλωστε φρόντισε, παράλληλα με την οικοδομική δραστηριότητά του στη Μονή, να οργανώσει και τον μεγάλο αμπελώνα στο μετόχι του Μυλοποτάμου, που το σημερινό ομώνυμο ιστορικό κελί.
 Την τακτική του Οσίου ακολούθησαν όλοι οι κτήτορες των αγιορείτικων μονών. Και ένα από τα πρώτα μελλήματά τους ήταν η προικοδότηση των ιδρυμάτων τους με μεγάλους αμπελώνες.

Διατροφή
Αναμφισβητήτως η έκρηξη της αμπελοκαλλιέργειας στον Άθω κατά τον 10ον αιώνα δεν αποσκοπούσε μόνον στην κάλυψη των αναγκών των ναών. O οίνος ήταν βασικό συστατικό της διαίτης των μοναχών, τόσον από απόψεως διατροφής όσο και ως μέσον συντηρήσεως ή αποκαταστάσεως της υγείας.
 O όσιος Αθανάσιος, γύρω στο 990, συνέταξε την «Υποτύπωση καταστάσεως της Λαύρας», δηλαδή κάτι σαν κανονισμό λειτουργίας της Μονής. Με το κείμενό του αυτό , το οποίο φαίνεται να επέδρασε ουσιαστικώς στην εμπέδωση της μεταγενέστερης γενικής αγιορειτικής πρακτικής, έθεσε σαφείς κανόνες όσον αφορά τη χρήση του οίνου από τους μοναχούς. Χαρακτηριστικώς καθορίζει:  «Κατά τη διάρκεια της αγίας Τεσσαρακοστής δεν πίνουμε οίνον, παρά μόνον τα Σαββατοκύριακα. Από τον κανόνα αυτόν εξαιρούνται οι ασθενείς και οι γέροντες». Για την ίδια περίοδο καθόρισε επίσης, μία άλλη εξαίρεση: «Όταν έχουν εργασία οι χαλκουργοί, οι βορδωνάριοι (=ημιονηγοί), οι ναυπηγοί και οι ξυλουργοί, τότε πρέπει να τους δίδεται, μετά τις εννιά το πρωί, άρτος και ανά δύο «κρασοβόλια» οίνου (=περίπου ένα κιλό), εκτός Δευτέρας, Τετάρτης και Παρασκευής. Αυτές τις ημέρες δεν επιθυμώ να πίνει κάποιος οίνον. Εκτός από τους ασθενείς».
 H μέριμνα του οσίου Αθανασίου για την όσο γίνεται μεγαλύτερη ικανοποίηση των ειδικών τεχνιτών της Μονής, φαίνεται σαφώς από τις ειδικές διαιτητικές διατάξεις που καθόρισε γι’ αυτούς:
«Αφού περάσει η αγία Τεσσαρακοστή, θα πρέπει να δίδεται στους βορδωναρίους και τους χαλκουργούς, πριν από το πρόγευμα, κάθε ημέρα, άρτος και ανά ένα κρασοβόλιον οίνου, διότι ασχολούνται με βαριές δουλειές. Επίσης και στους ξυλουργούς και τους ναυπηγούς, όταν ασχολούνται με την ειδικότητά τους.
Θα δίδεται επίσης και στους αμπελουργούς ανά ένα, κρασοβόλιο κατά τις ημέρες του κλαδέματος και του βλαστολογήματος μόνο, και στους εργαζόμενους στο «μαγκιπείο» (=αρτοποιείο) όταν έχουν ζύμη. Όλοι οι υπόλοιποι να αρκούνται στην δίαιτα του κοινού»

Τυπικόν
Το 972 συντάχθηκε, ο πρώτος γνωστός καταστατικός χάρτης του Αγίου Όρους, το ονομαζόμενο «Tυπικόν», το οποίο υπογράφηκε από τον αυτοκράτορα Ιωάννη τον Τσιμισκή και όλους τους προέχοντες αθωνίτες μοναχούς. Το 15ο κεφάλαιό του είναι αφιερωμένο σε θέματα διακινήσεως και εμπορίας του οίνου. H ένταξη του θέματος αυτού σε ένα τόσο σπουδαίο αυτοκρατορικό κείμενο δεν
μπορεί παρά να σημαίνει ότι είχαν ήδη δημιουργηθεί προβλήματα στην αθωνική κοινωνία εξ αιτίας της ζητήσεως του τόσο επιθυμητού προϊόντος. Παρουσιάζουμε το σχετικό κείμενο.
 «Με κοινή γνώμη, για τον οίνο καθορίζουμε και προτρέπουμε τα εξής. Κανείς να μην τολμά να πωλή οίνον σε κοσμικούς «από του ποταμού του Ζυγού και ενδοτέρω» (= μέσα στα όρια του Άθω) ώστε έτσι να βρίσκουν πρόφαση οι κοσμικοί για να συχνά επισκέπτονται τους μοναχούς και να τους μολύνουν με τις αμαρτωλές συνήθειές τους.
 Εάν όμως κάποιος (μοναχός) παράγει περισσότερον από όσον του χρειάζεται να το πωλή σε μοναχούς ανταλλάσσοντάς το με προϊόντα που δεν έχει. Επειδή όμως κάποιοι από τους μοναχούς του Όρους είναι πολύ πτωχοί σε απαραίτητα είδη –διότι δεν είναι όλοι σε κατάσταση ανέσεως– εάν κάποιοι κοσμικοί τύχει να βρίσκονται στο Όρος με αντικείμενα των οποίων έχει ανάγκη το Όρος, τότε συγχωρείται να ανταλλάσσεται και με αυτούς ο οίνος που τους είναι απαραίτητος».
 Είναι προφανές ότι βασικός στόχος του Τυπικού ήταν να αποτρέψει το εξαγωγικό εμπόριο του αθωνικού οίνου, ώστε να επιτευχθεί η διαμόρφωση χαμηλών τιμών στην εσωτερική αγορά. Αυτό θα πρέπει να σημαίνει ότι η παραγωγή ήταν μικρή εκτός Αγίου Όρους, πράγμα αυτονόητο άλλωστε, αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι βουλγαρικές επιδρομές στη Μακεδονία ήταν στο φόρτε τους κατά το τελευταίο τέταρτο του 10ου αι. Φαίνεται όμως ότι οι διατάξεις αυτές δεν έτυχαν γενικής αποδοχής στην πράξη. Όταν λοιπόν, το 1045, γίνονταν οι ζυμώσεις για τη σύνταξη του B΄ Τυπικού, τότε οι ενδιαφερόμενοι δήλωσαν ότι «δεν μπορούν να παραμείνουν ούτε μία ακόμη μέρα στο Όρος», εάν δεν τους δοθεί η άδεια να πωλούν τον οίνο που περισσεύει σε κάποιους. Μπροστά σ’ αυτή τη φοβερή απειλή ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Μονομάχος υποχώρησε και βρέθηκε συμβιβαστική λύση:
απαγορεύθηκε να γίνεται «εξωτερικό» εμπόριο κατά τις ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής!
Στους αιώνες που ακολούθησαν ο οίνος ήταν ίσως το κυριότερο προϊόν που παρήγε το Άγιον Όρος. Ακολουθούσε το λάδι και κατά τον 18ο αι. φαίνεται να άρχισε η συστηματική εκμετάλλευση του δασικού πλούτου της χερσονήσου.  H οικονομική άνεση των Μονών και οι προοδευτικές τάσεις κάποιων προϊσταμένων είχαν ως αποτέλεσμα την πρώιμη εφαρμογή της εκάστοτε μοντέρνας τεχνολογίας στο Όρος. Γι’ αυτό και η τεχνολογία της παραγωγής αποσταγμάτων είχε εισέλθει στο Όρος ήδη στα μέσα του 16ου αι. Έκτοτε το αθωνικό τσίπουρο αποτελεί βασική προσφορά στο πλαίσιο του παραδοσιακού αγιορείτικου κεράσματος.
H μακραίωνη παράδοση οινοπαραγωγής στη χερσόνησο και η ενδελεχής παρατήρηση από γενιές σε γενιές «μερακλήδων», εντόπισε και καθιέρωσε τις αθωνικές ζώνες παραγωγής υψηλής ποιότητος. Τα περίφημα κρασιά του Mονοξυλίτου, της παλιάς αμπελικιάς του Κασταμονίτου και του Σιμωνοπετρίτικου Δόντα ήσαν φημισμένα και περιζήτητα.

Βαγεναρεία
Προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι μεγάλες και συνεχείς ανάγκες των μονών σε οίνο, καθιερώθηκαν ειδικά «διακανονήματα», του «αμπελικού» (επιμελητής του αμπελιού) και του «βαγεναρείου» (επιμελητής της οινοαποθήκης). O βαγενάρης είχε τη φροντίδα του «βαγενάρειου», δηλαδή της μεγάλης αποθήκης που φυλάσσονταν τα «βαγένια» και οι «παραβούτες» (τα πατητήρια). Το βαγενάρειο είναι ένας ημιυπόγειος χώρος σε μια από τις πτέρυγες κάθε μονής.
 Τα βαγένια είναι τα ξύλινα βαρέλια των οποίων η περιεκτικότης ποικίλλει από τα 900 «μέτρα», δηλαδή 23 τόνους περίπου, μέχρι και τις μικρές «πίπες» (150 κιλά). Κάποια βαγένια είναι περίφημα τόσο για τη μεγάλη χωρητικότητά τους όσο και για την παλαιότητά τους π.χ. ο λεγόμενος «παππούς» στη Μεγίστη Λαύρα, ο οποίος, κατά την παράδοση κατασκευάσθηκε από τον ιδρυτή της Μονής, στα τέλη του 10ου αι. «Θηριώδη» σε μέγεθος βαρέλια υπάρχουν ακόμη στα βαγεναρεία της Ιβήρων, του Βατοπεδίου, του Xελανδαρίου και στη σκήτη του Αγίου Ανδρέα. Κάποια από αυτά δίνουν την εντύπωση μικρών... υποβρυχίων.
  H φυλλοξήρα της δεκαετίας του 1920 και η μείωση του ανθρώπινου δυναμικού στο Όρος μέχρι και το 1970, εξαφάνισαν τα μεγάλα αμπέλια και τα βαγεναρεία άρχισαν να ρημάζουν. Το 1980 ο αρχαιολόγος I. Tαβλάκης, με την συμπαράσταση του γέροντος Kαλλινίκου, διέκοψε την  μετατροπή των αρχαίων βαγενίων της μονής Ιβήρων σε καυσόξυλα, ενώ η πολυετής αχρηστία και εγκατάλειψη έχει επιδράσει καταστροφικά σε όλα σχεδόν τα μνημειακά βαγένια του Όρους.
Με την είσοδο των νέων «συνοδειών» στα μοναστήρια, άρχισε να αναπτύσσεται πάλι η αμπελοκαλλιέργεια και να εισάγεται η νέα τεχνολογία, τόσο στην καλλιέργεια όσο και στην οινοποίηση και την αποθήκευση (π.χ. Σιμωνόπετρα). Παράλληλα, η έναρξη συνεργασίας της μονής του Αγίου Παντελεήμονος με τον Tσάνταλη άρχισε να κάνει γνωστά τα αγιορειτικά κρασιά στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αν και θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται και πάλι για μια καταστρατήγηση του άρθρου 15 του Tυπικού του Tσιμισκή. Όμως το νέο πνεύμα που διατρέχει το Άγιον Όρος, φαίνεται ότι δεν μπορεί να συγκρατηθεί από τις διατάξεις των αρχαίων Tυπικών. Δεν αποκλείεται λοιπόν σύντομα το «Nάμα Aγιορειτικόν» να εκτοπίσει από τους ναούς της ορθοδοξίας την «Μαυροδάφνη Πατρών».

ΠΗΓΗ : Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Επτά Ημέρες, Κυριακή 17 Οκτωβρίου 1993,
ΣΑΡΑΝΤΑ ΑΙΩΝΕΣ ΚΡΑΣΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου