Μακεδονικά συμπόσια
Τα αρχαιολογικά ευρήματα σε Βεργίνα και Δερβένι μαρτυρούν τον
πλούτο των κατοίκων
Της Ιουλίας Βοκοτοπούλου
Εφόρου Κλασικών Αρχαιοτήτων Κεντρικής
Μακεδονίας - Θεσσαλονίκη
H ΦIΛOΛOΓIKH
παράδοση και η αρχαιολογική έρευνα δεν αφήνουν καμία αμφιβολία τι οι αρχαίοι Μακεδόνες
τιμούσαν τον Διόνυσο και ακόμη περισσότερο τον οίνο, το προϊόν της τέχνης που
φέρεται ότι δίδαξε ο ίδιος ο θεός στον βόρειο ελλαδικό χώρο, στη Χίο και στη
Θράκη.
Φαίνεται
όμως ότι πολύ πριν από τη διαμόρφωση του ελληνικού δωδεκαθέου ήταν γνωστή η
αμπελουργία και η οινοποιία στο μακεδονικό χώρο. Για τα συμπόσια των Μακεδόνων
οι παλαιότερες γραπτές πηγές ανάγονται στην εποχή του Αλεξάνδρου του Γ΄, αλλά
οι σχετικές αναφορές είναι
συντομότατες και τις έχει διασώσει ο Aθήναιος στους «Δειπνοσοφιστές». Απεικονίσεις
μακεδονικών συμποσίων σε αγγειογραφίες ή τοιχογραφίες δεν έχουμε ως τώρα. Όμως
η πανελλήνια πίστη για τη μετά θάνατον συνέχιση ορισμένων αναγκών των νεκρών,
συνετέλεσε ώστε να τοποθετούνται μέσα στους τάφους τα σκεύη του πότου.
Τάφοι
Οι τάφοι της Σίνδου μας δίδαξαν
πολλά για τις τέχνες και το εμπόριο των κατοίκων ενός πεδινού σχεδόν
παραθαλάσσιου οικισμού της κεντρικής Μακεδονίας. Οι δοξασίες τους για τη
μεταθανάτια πορεία των ανθρώπων συνετέλεσαν ώστε να μάθουμε πολλά και για την
καθημερινή ζωή μέσα και γύρω από την οικία. Σε ανδρικούς και γυναικείους τάφους
βρέθηκαν σιδερένια ή χάλκινα ομοιώματα αγροτικών αμαξών, επίπλων, οβελών και
μαχαιριών.
Πρόκειται κατά κανόνα για ένα κάθισμα με πλάτη, όμοιο με τη
σημερινή καρέκλα, ένα τραπέζι και μια δέσμη οβελών πάνω στα στηρίγματά τους,
τους κρατευτές. Πάνω στο τραπέζι σε μερικές περιπτώσεις ήταν ακουμπισμένα
μαχαιρίδια. Τα τραπέζια είναι επιμήκη, ορθογώνια, με τρία πόδια, «τράπεζαι
τρισκελείς» ή «τρίποδες», τύπος που επικρατεί στην αρχαία Ελλάδα από τις αρχές
του 6ου ως και τον 4ο αι. π. X. Oβελοί και μαχαίρια υποδηλώνουν κρεοφαγία οπτών
(ψημένων) κρεάτων.
Το κάθισμα δίπλα στο τραπέζι εικονογραφεί αδιάψευστα την
πληροφορία που διέσωσε ο Aθήναιος (I, 31) ότι ο Αλέξανδρος μερικές φορές στα
σύνδειπνα δεν κατακλινόταν, αλλά καθόταν, προσθέτοντας ότι, στη Μακεδονία
υπήρχε έθος να μην κατακλίνονται στο δείπνο, να μην τρώνε δηλαδή ανακεκλιμένοι
σε ανάκλιντρα, εάν δεν έχουν σκοτώσει αγριογούρουνο. Μέχρι να διαπράξουν αυτό
το κατόρθωμα έτρωγαν καθιστοί. O μετέπειτα βασιλεύς Κάσσανδρος μάλιστα, αν και
ήταν τριάντα πέντε ετών, «εδείπνει παρά τω πατρί καθήμενος» επειδή δεν είχε
τύχει να πραγματοποιήσει τον άθλο αυτό, αν και ήταν ανδρείος και καλός κυνηγός.
Την επιβίωση και διατήρηση παλαιότερων εθίμων στη Σίνδο δείχνει
–εκτός από τα μυκηναϊκού τύπου χρυσά προσωπεία– και η χρήση των οβελών πάνω σε
κρατευτές, για το ψήσιμο κρεάτων. Στους ομηρικούς χρόνους βασιλείς και ιδιώτες
έχουν κοινή απλή τροφή, χωρίς καρυκεύματα ή άλλα πιάτα, το ψητό κρέας συνήθως
βόειο, στις γιορτές, τους γάμους ή οποιαδήποτε άλλη σύνοδο. Δεν φορούσαν
στεφάνους στα σύνδειπνα και στέφανοι δεν βρέθηκαν ούτε στη Σίνδο ούτε σε άλλο
αρχαϊκό νεκροταφείο. H απουσία τους ίσως πρέπει να αποδοθεί στο ότι στους
αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους οι συμποσιαστές φορούσαν πλεκτούς άνθινους
στεφάνους. Επίχρυσοι, χάλκινοι και χρυσοί στέφανοι θα εμφανιστούν από τον 4ο
αιώνα και εξής.
Τα σκεύη της
οινοποσίας διακρίνονται σε δοχεία οίνου ή νερού και σε ποτήρια ή εκπώματα. Τον
6ο αι. π. X. από την πρώτη κατηγορία στη Σίνδο εμφανίζονται μικροί χάλκινοι
λέβητες και οινοχόες με οπισθότμητο στόμιο, γενικά μικρού μεγέθους αγγεία. Ίσως
αυτό πρέπει να το αποδώσουμε στην εγκράτεια που προσπαθούσαν να έχουν ως προς
τον οίνο οι παλαιοί Έλληνες και που την επαινούσαν ήδη τον 4ο αι. π. X. O
Θεόφραστος, αναφέρει, ότι αντίθετα απ’ ό,τι συνέβαινε στην εποχή του, οι
παλαιοί δεν έχυναν νερό στον οίνο, αλλά οίνο στο νερό, ώστε να είναι
«υδαρέστερη η κράσις». H αναλογία μάλιστα στην εποχή του Hσιόδου (7ος αι. π.
X.) ήταν τρία μέρη ύδατος από «αέναον κρήνην», προς ένα μέρος οίνου.
Από τα εκπώματα ή ποτήρια, πάντα στη Σίνδο, βρέθηκαν αρκετές πήλινες
αττικές κύλικες και μάλιστα ωραία έργα του Κεραμεικού, αλλά γενικά υπερτερούν
οι χάλκινες φιάλες απλές ή μεσόμφαλες. Αν και περιείχαν πλήθος χρυσών
κοσμημάτων εξαιρετικής τέχνης, χρυσά ποτήρια δεν βρέθηκαν στους τάφους της Σίνδου,
ενώ τα αργυρά είναι σπανιώτατα. Την ίδια περίπου εποχή, ή λίγο μετά, για την
ανατολική Χαλκιδική, την περιοχή του Aκάνθου, υπάρχει η μαρτυρία του Ηροδότου
ότι κατασκεύαζαν επί τόπου χρυσά και αργυρά επιτραπέζια σκεύη.
Είχαν άλλωστε δίπλα τους πλούσια μεταλλεία
χρυσού και αργύρου, ενώ στην υπόλοιπη Μακεδονία, με εξαίρεση ίσως τον χρυσοφόρο
ποταμό Εχέδωρο της Σίνδου, όπως και στην άλλη Ελλάδα, «σπάνιος ήν το παλαιόν
παρά τοις Έλλησιν ο μεν χρυσός, ο δ’ άργυρος ολίγος ην». Γι’ αυτό και ο ίδιος ο
Φίλιππος το προσωπικό του χρυσό ποτήρι το τοποθετούσε κάτω από το προσκεφάλαιό
του τα βράδια. Βέβαια αυτό το περιστατικό θα αναφέρεται στην πρώτη περίοδο των
εκστρατειών του Φιλίππου, πριν από την κατάκτηση της περιοχής του Παγγαίου.
Γεγονός αναμφισβήτητο παραμένει, ότι εκτός από την οστεοδόχο χρυσή λάρνακα, χρυσά
ποτήρια δεν αποτέθηκαν στον τάφο του, μόνο αργυρώματα (ασημένια αγγεία).
Στο δεύτερο μισό, του 4ου αι. π. X. την εποχή της ακμής του
Φιλίππου και της ανατολής της νέας εποχής που έφερε ο Μέγας Αλέξανδρος, μικροί
και μεγάλοι ανδρικοί τάφοι συναγωνίζονται στην επίδειξη του πλούτου και το
κύριο βάρος στον τομέα αυτό φέρει το σύνολο των σκευών του συμποσίου.
Μερικοί τάφοι, όπως οι του Δερβενίου ή της Βεργίνας,
θα μπορούσαν να γεμίσουν με τα αργυρώματά τους ένα κυλικείο της εποχής εκείνης,
- όπως ονομάζουν «την των ποτηρίων σκευοθήκην».
Βεργίνα
Στους
βασιλικούς τάφους της Βεργίνας τα δοχεία κεκραμένου οίνου και οι οινοχόες
συνεχίζουν να είναι μικρού
μεγέθους κατά το παλαιόν έθος των Μακεδόνων.
Στους τάφους του Δερβενίου που χρονολογούνται
γύρω στο 330 – 310 π. X., εμφανίζονται οι μεγάλοι κρατήρες από ορείχαλκο. Κορυφαίο
δημιούργημα της βορειοελλαδικής χαλκουργίας ο μεγάλος κρατήρας του τάφου B,
ύψους 0,91 μ. μοναδικός στο είδος του μέχρι τώρα. Λόγω της περιεκτικότητας στο
κράμα μεγάλης σχετικά αναλογίας κασσιτέρου (15%) διατηρήθηκε το αρχικό χρυσό
χρώμα του χαλκού, με αποτέλεσμα να διατυπωθεί αρχικά η άποψη ότι ο κρατήρας και
τα αγγεία του Δερβενίου ήταν επίχρυσα ή ότι περιείχαν πολύ χρυσό στο κράμα τους.
H χημική όμως ανάλυση έδειξε απουσία χρυσού. Είναι καμωμένος με δύο τεχνικές,
χυτά το χείλος, οι λαβές, η βάση και τα αγαλμάτια των ώμων, χητές και σφυρήλατες
οι ανάγλυφες μορφές της κοιλιάς και του λαιμού. Το στόμιο σκεπάζεται με
διάτρητο κοίλο κάλυμμα που χρησίμευε ως ηθμός για το κρασί.
Το θέμα της διακόσμησης είναι παρμένο από το Διονυσιακό κύκλο, ταιριαστό
άλλωστε με τον αρχικό προορισμό του σκεύους, να περιέχει δηλαδή κρασί, το δώρο
του Διονύσου στους ανθρώπους. Στην ανάγλυφη σύνθεση της κοιλιάς του αγγείου το
κέντρο κατέχει το ιερό ζεύγος του Διονύσου και της Αριάδνης, γαλήνιο, μακάριο
και αιώνια νέο, σε πλήρη αντίθεση με την οργιαστική ατμόσφαιρα του εκστατικού
βακχικού χορού των μαινάδων και σατύρων που τους περιβάλλουν. Κατά τα άλλα στο
Δερβένι βρέθηκαν παρόμοια σκεύη συμποσίου με τη Bεργίνα: κάδοι, κάνθαροι,
ηθμοί, αρύταινες, κάλυκες.
Οι συμποσιαστές τώρα πια δεν φορούν άνθινους
στεφάνους, αλλά χρυσούς και ελλείψει αυτών χάλκινους επίχρυσους. Χρυσά στεφάνια
και αργυρά σκεύη βρίσκονται τώρα σε όλη την έκταση της Μακεδονίας.
Συμπόσια
Από την
Πιερία έχουμε μερικά σπάνια δείγματα όπως το χρυσό στεφάνι από κλαδί κισσού που
βρέθηκε σε μικρό
τάφο στη Σεβαστή. H εικόνα του πλούτου που εισέρρευσε στη Μακεδονία, όπως μας
τη φανέρωσαν οι τάφοι της Bεργίνας και του Δερβενίου, είναι ένα μικρό δείγμα
του ότι συνέβη λίγο αργότερα, στον 3ο αιώνα π. X. στην εποχή της ακμής των βασιλείων
των διαδόχων του Αλεξάνδρου. Την ανείπωτη χλιδή και τον νεοπλουτισμό που
επικρατούσε στα Μακεδονικά συμπόσια στηλίτευσαν οι σύγχρονοί
τους συγγραφείς.
Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του γαμηλίου
συμποσίου που παρέθεσε σε είκοσι συνδαιτυμόνες ο Μακεδών Kάρανος, κάπου «εν
Μακεδονία», όπως τη διέσωσε ο Aθήναιος στους Δειπνοσοφιστές: Πριν μπουν στην
αίθουσα του συμποσίου τους στεφάνωσαν με χρυσή στλεγγίδα και μόλις πήραν θέση
στα ανάκλιντρα τους έδωσαν δώρο από μία αργυρή φιάλη. Αφού έφαγαν ποικιλία
φαγητών, κυρίως κυνηγιού, έπλυναν τα χέρια τους και τους έφεραν στεφάνους
ανθέων, αλλά και χρυσές στλεγγίδες. Στη συνέχεια εισέβαλαν αυλητρίδες και
μουσουργοί και «συμβικίστριαι τίνες Pόδιαι, εμοί μεν γυμναί δοκώ, πλην έλεγον
τινάς έχειν χιτώνας». Άλλες κοπέλες τους προσέφεραν από μια χρυσή και μία αργυρή
λήκυθο μύρου, πράγμα που επαναλήφθηκε και αργότερα. Ακολούθως εμφανίστηκε
«πίνακας αργυρούς ίσου μεγέθους με τον επ’ αυτού ύπτιο χοίρο», του οποίου η κοιλιά
ήταν γεμάτη με ψημένα πουλιά και θαλάσσια όστρεα.
Συνεχίσθηκε η δωρεά και άλλων πολύτιμων σκευών
από τον γαμβρό, ο οποίος μάλιστα έδωσε στον καθένα και σάκκους για να βολέψουν
τα δώρα του. Μετά από διάλειμμα με θαυματοποιούς, μεταξύ των οποίων και γυμνές
γυναίκες που έβγαζαν φωτιά από το στόμα τους, ξανάρχισαν το ποτό με κρασιά
Θάσου, Mένδης, Λέσβου.
Ακολούθησε
τρίτο σερβίρισμα φαγητών με ψάρια, πάνω σε δίπηχυ γυάλινο πίνακα. Έπλυναν πάλι
τα χέρια τους και έλαβαν πάλι δώρο μία σειρά αργυρών και χρυσών αντικειμένων
συμποσίου. Ακολούθησε χορωδία και θεατρικές παραστάσεις. Στο τέλος σάλπισαν
«κατά Μακεδονικόν έθνος» το τέλος του δείπνου, που περιλάμβανε ποτό σε μικρά ποτήρια
συνοδευόμενο από τραγήματα και πλακούντες (γλυκά).
O επίλογος της επιστολής είναι χαρακτηριστικός
της αιώνιας ελληνικής νοοτροπίας «εκ του Kαράνου δείπνου
πλούτον αντί μερίδων ευωχηθέντες, νυν ζητούμεν, οι μεν οικίας, οι δε αγρούς, οι
δε ανδράποδα ωνήσασθαι».
H περίοδος του επείσακτου πλούτου στην κυρίως Ελλάδα
δεν φαίνεται να κράτησε πολύ. Οι τάφοι του τέλους του 3ου και του 2ου αι. π. X. έχουν λίγα χρυσά κοσμήματα και στα συμπόσια
φαίνεται ότι είχαν επιστρέψει στα πάτρια πήλινα σκεύη. O θεσμός όμως δεν
έσβησε, αντίθετα κράτησε καλά και μεταλαμπαδεύτηκε, μέσω της Μεγάλης Ελλάδας
και στην ρωμαϊκή κοινωνία.
ΠΗΓΗ : Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Επτά Ημέρες, Κυριακή 17
Οκτωβρίου 1993, ΣΑΡΑΝΤΑ ΑΙΩΝΕΣ
ΚΡΑΣΙ.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου