ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ
ΑΜΠΕΛΟΥ ΣΑΜΟΥ
Νικολάου
Λυμπέρη, Δημοδιδασκάλου
1975
Άμπελος : Χωριό της νήσου Σάμου.
Βρίσκεται στα βόρεια παράλια της νήσου. Με την απογραφή του 1981 αριθμούσε
περίπου 400 κατοίκους.
Α Μ Π Ε Λ Ο Υ Ρ Γ Ι Α
α). Φύτεμα του αμπελιού. Για να γίνει ένα χωράφι αμπέλι, πρέπει πρώτα-πρώτα να «στρεματιστεί», δηλαδή να σκαφτεί σε
βάθος 0,60μ μέχρι 1 μ.. να «ξεπετριστεί» (= καθαριστεί από τις
πέτρες που είναι μεγαλύτερες από μύγδαλα) και να καθαριστεί από όλες τις
άχρηστες ρίζες που υπάρχουν εκεί.
Οι πέτρες μεταφέρονται με «γαλίκια» που λέγονται αλλιώς
«χαλχουλόοι» (=χαλικολόγοι) και είναι γερά πλεκτά καλάθια με δυο μικρές
χειρολαβές, πλεγμένα με βέργα αγριελιάς, έξω από το σκαμμένο χωράφι, στους
«αρμακάδες» (=σωρούς από φερτές πέτρες).
Το χωράφι πρέπει επίσης να «οριζοντιωθεί», αν είναι σε
πλαγιά με το χτίσιμο τοίχων αντιστηρίξεως, που τους λένε «πεζούλες».
Μετά χαρακώνουν το χωράφι σε τετράγωνα χρησιμοποιούντες
μακρύ σχοινί και χαράσσοντας κάθε 0,80μ. – 1μ. γραμμές πάνω στο χώμα ανάλογα με
τη γονιμότητα του εδάφους. Στις διασταυρώσεις των γραμμών ανοίγουν μια τρύπα
βάθους 0,40μ. – 0,50μ., με σιδερένιο λοστό, που έχει μάκρος 1,50μ. περίπου.
Εκεί τρυπώνουν ένα «έρριζο» που του ρίχνουν και λίγο νερό, γιατί το νερό
παρασύρει χώμα και το προσκολλά πάνω του.
«Έρριζο» λέμε μια βέργα, 0,60μ. – 0,80μ. μακριά, από
άγρια ποικιλία κλήματος, που την κόβουν από το κλήμα κατά το Φεβρουάριο και τη
χώνουν στη γη λοξά, προσέχοντας ώστε το πάνω μέρος της βέργας να είναι στο βαθύτερο
μέρος του λάκκου. Εκεί μέσα σε 10 – 12 μέρες βγάζει από τα μάτια που βρίσκονται
κοντά στην επιφάνεια της γης ρίζες, ενώ από τα μάτια που είναι στο βάθος βγάζει
νέους βλαστούς. Τότε τα ξεχώνουν και τα φυτεύουν στο χωράφι.
β) Καλλιέργεια του αμπελιού. Φθινοπωρινές εργασίες είναι
το ξελάκκισμα, που σήμερα σπάνια το κάνουν, και το «πάστρεμμα». «Πάστρεμμα»
λέγεται ο καθαρισμός των κλημάτων από τις τεράστιες βέργες που γίνεται με
κλαδευτήρι και όταν κιτρινίσουν τα περισσότερα φύλλα.
Χειμερινή εργασία είναι μόνο το κλάδεμα, δηλαδή το κόψιμο
που κάνουν στις βέργες που έχουν μείνει από το πάστρεμμα. Το τμήμα της βέργας
που μένει στο κλήμα το λένε «τσαμπούνι», προσέχουν δε να έχει δυο ή τρία μάτια,
από τα οποία το πρώτο που βρίσκεται κοντά στο κούτσουρο το λένε «τσίμπλα».
Το κλάδεμα γίνεται συνήθως όταν είναι πανσέληνος, αλλά
και όλο τον Ιανουάριο> Γι’ αυτό χρησιμοποιούν και την παροιμία :
«Γενάρη
μήνα κλάδευε
Φεγγάρι
μην αρώτα».
Την άνοιξη γίνεται το «μπόλιασμα» (=εμβολιασμός), το
σκάψιμο, το θειάφωμα, το βλαστόκομμα, το αργολόγημα, και τι δισκάφισμα.
Κατά το σκάψιμο το χώμα συγκεντρώνεται και υψώνεται
μεταξύ των σειρών των κλημάτων, κατά μήκος και με πρανή προς τις ρίζες των
κλημάτων (όπως φαίνεται στο παρακάτω σχήμα) και λέγεται «όργος». (Όργος λέγεται
και η σειρά των κλημάτων). Κατά το δισκάφισμα οι όργοι ισοπεδώνονται. Το
σκάψιμο γίνεται κατά το Μάρτιο ενώ το δισκάφισμα κατά το Μάϊο.
Το αργολόγημα γίνεται συνήθως πριν σκληρύνουν πολύ οι
βλαστοί. Μ’ αυτό αφαιρείται ο «αργός» (= οι μη ανθοφόροι, συνήθως μικροί,
βλαστοί που φυτρώνουν από το κούτσουρο) και κόβονται τα κάτω φύλλα των βλαστών,
για να γίνεται κανονικός ο αερισμός σ’ όλο το κλήμα.
Στις αρχές της ανοίξεως γίνεται το μπόλιασμα των άγριων
με τα ήμερα κλήματα. Το μπόλιασμα γίνεται κατά τον αγγλικό έφιππο εκεντρισμό με
πλάγια τομή, χαμηλά στο έδαφος, όπως φαίνεται στο παρακάτω σχέδιο. Το «μπόλι»
(=κεντράδι) πρέπει να έχει δυο μάτια. Μετά την εφίππευση προσδένεται με χορτάρι
μπολιάσματος (=κύπερι) και παραχώνεται με χώμα σε σχήμα κώνου. Κατακόρυφα και
δίπλα στο μπόλι τοποθετείται και ένα «καζίκι» (=πολύ μικρός πάσσαλος) που
λέγεται και παλούκι και χρησιμεύει για το πότισμα που γίνεται στο μπόλι αν
επακολουθήσει ξηρασία. Για να ποτίσουν το μπόλι τραβούν έξω από το χώμα το
παλούκι και γεμίζουν την τρύπα με νερό.
Η κυριότερη ασθένεια που προσβάλει τα αμπέλια στην
περιοχή είναι το «μαράζι» (=ωίδιον του Τικκέρου). Σπάνια παρουσιάζεται
περονόσπορος. Η φυλλοξήρα που στις αρχές του αιώνα κατέστρεψε όλα τα αμπέλια
του χωριού, δεν προκαλεί σήμερα ζημιές, γιατί χρησιμοποιούνται σαν υποκείμενα
κατά το μπόλιασμα άγρια κλήματα αμερικανικής προελεύσεως ανθεκτικά στην
ασθένεια.
γ). Τρύγος. Στην περιοχή υπάρχουν πολλά
είδη σταφυλιών. Απ’ όλα αυτά όμως το σπουδαιότερο είναι το λευκό μοσχάτο από το
οποίο παράγεται το ονομαστό μυρωδάτο σαμιώτικο κρασί. Εκτός όμως από αυτό
υπάρχουν τα μαυρομούσκατα, με τις ίδιες ιδιότητες που έχουν τα λευκά μοσχάτα,
μόνο που είναι μαύρα, τα φωκιανά οι σιδερίτες, οι ροδίτες, τα ρητινά, τα
ξυδιανά,, τα αηγιαννίτικα, τα κοκκινοστάφυλα, οι φράουλες και τρία ή τέσσερα
ακόμη είδη χωρίς όνομα όλα κοκκινόμαυρα. Επίσης τα ροζακιά, οι μαλάκες,οι
μπαρμπαδήμηδες, τα «συρλιξύδικα» (=σουλτανίνες), τα ισπανικά, οι ασπρούδες,τα
κολοκυθάτα,και τέσσερα, πέντε άλλα είδη χωρίς όνομα, όλα άσπρα.
Από τα είδη αυτά, κατά σειρά προτιμήσεως, τα ροζακιά, τα
κολοκυθάτα, τα φωκιανά, οι ροδίτες, και οι σιδερίτες θεωρούνται επιτραπέζια ενώ
τα συρλιξύδικα, οι μπαρμπαδήμηδες και τα κολοκυθάτα κατάλληλα για γλυκά του
κουταλιού.
Το ωρίμασμα των σταφυλιών αρχίζει από τα τέλη Ιουλίου,
τις τρείς δε πρώτες ώριμες ρόγες που θα δει ο αμπελουργός τις φέρνει στο σπίτι
του και πριν μπει μέσα, από την πόρτα,τις σκορπά στο πάτωμα και λέει :
«Μέσα ρόγα και σταφύλ’
όξου οι κουριοί κι οι ψύλλ’».
Οι αμπελουργοί πριν από το 1900, σύμφωνα με τα λεγόμενα
των γερόντων, δεν έτρωγαν σταφύλι πριν από την εορτή του Αηλιά. Τηρούσαν μια
ρήση που έλεγε :
«Απ’ τ’
Αη-λιά σταφύλι»,
αλλά μέχρι
τότε είχαν ήδη πολλά σταφύλια τρυγηθεί και γι’ αυτό υπήρχαν άνθρωποι που για να
φάνε σταφύλια άφηναν ατρύγητα μερικά κλήματα.
Πριν αρχίσει ο τρύγος γινόταν πλύσιμο και άσπρισμα του
πατητηριού και των
πολυμιών που βρίσκονταν οι άντρες και
οι γυναίκες που θα τρυγούσαν το αμπέλι είτε σαν εργάτες, είτε σαν βοηθοί (χωρίς
αμοιβή), είτε με «αλλαξά» (=δανεική εργασία). Ο νοικοκύρης μπαίνοντας στο
χωράφι για να αρχίσει τον τρύγο κάνει το σταυρό του ενώ οι εργάτες και οι
εργάτριες που τον ακολουθούν του εύχονται να κάνει «χίλια γομάρια».
Οι
τρυγητές κόβουν τα σταφύλια με το «κατσούνι»
(= μικρό γυριστό μαχαίρι, όπως φαίνεται στο σχήμα) και γεμίζουν τα «κοφίνια» τους
(=καλάθια). Αφού γεμίσουν τα κοφίνια τους τα αδειάζουν στις κοφίνες και όταν
γεμίσουν και αυτές τις παίρνουν οι κουβαλητάδες και τις πηγαίνουν και τις
αδειάζουν στο πατητήρι ή γεμίζουν τις μουσαμαδένιες σακούλες με τις οποίες οι
αγωγιάτες, φορτώνοντάς τες στα ζώα, μεταφέρουν τα σταφύλια και τα αδειάζουν στα
πατητήρια που είναι μακρυά από το αμπέλι.
Την ημέρα του τρύγου τα κορίτσια και τ’ αγόρια λένε
αστεία και αλληλοπειράζονται ή τραγουδούν. Παλαιότερα στ’ αμπέλια τις μέρες του
τρύγου κυριαρχούσε το τραγούδι. Έλεγαν δίστιχα στο ένα αμπέλι, απαντούσαν από
το άλλο και ήταν όλο γέλιο και χαρές. Πολλά τέτοια δίστιχα γράφει ο
Επαμεινώνδας Σταματιάδης στον Δ΄ τόμο των Σαμιακών του. Σήμερα από τα δίστιχα
εκείνα δεν τραγουδιέται και το σκοπό τους, μονό ή διπλό (που είναι με το σκοπό
της κούνιας), τον θυμούνται μόνο λίγοι γέροι και γριές.
Αφού τελειώσει ο τρύγος και κουβαληθούν τα σταφύλια στο
πατητήρι τα «πατούν» (=τα λειώνουν πατώντας τα) και μετά τα τσίπουρα τα
στιβάζουν σε μια μεριά του πατητηριού, βάζουν πάνω τους κλαδιά από σπάρτα και
πάνω από τα σπάρτα βαριές πέτρες για να σταγγίσει μέσα τους ο μούστος. Τα
τελευταία χρόνια οι πιο ευκατάστατοι είχαν αγοράσει «κοφτήρια» (= χειροκίνητα
μηχανήματα που έλειωναν τα σταφύλια) και σχεδόν όλοι «στριφτήρια» (= μηχανήματα
που να στίβουν τα τσίπουρα) με τα οποία η εργασία της εξαγωγής του μούστου από
τα σταφύλια έγινε σχετικά πολύ εύκολη.
Το μούστο που έτρεχε και συναζόταν στο πολύμι τον έβγαζαν
με ένα δοχείο, συνήθως από λαμαρίνα, που χωρούσε δέκα κιλά και λεγόταν «μέτρο».
Με κάθε «μέτρο» που έβγαζαν έλεγαν τραγουδιστά και λίγα λόγια, στίχους της
στιγμής, για να κρατούν το μέτρημα, γιατί το μούστο από το «μέτρο» τον άδειαζαν
μέσα στα «δερμάτια» (= ασκιά), τέσσερα μέτρα σε κάθε δερμάτι, για να φτιάξουν
με δυο τέτοια ένα «γομάρι» (= φόρτωμα) και να το μεταφέρουν στα βαρέλια στις
αποθήκες τους.
Στίχους που θυμούμαι :
-
Πρίμοοο.. (για το πρώτο «μέτρο»
-
Τριάσανε και χιλιάσανε. (για
το τρίτο «μέτρο»)
-
Σταυρός αληθινός. (για
το 4ο «μέτρο»)
-
Όχοτο και πούντο της γειτόνισσας το φρούτο. (για το 8ο «μέτρο)
Η παραγωγή γενικά μετριόταν με «γομάρια» που οι πιο
γραμματισμένοι» τα έλεγαν φορτώματα.
Τα βαρέλια για να δεχτούν το κρασί πλένουνταν πρώτα καλά
και αν δεν είχαν καμιά μυρωδιά τους έκαναν μια «στόφα» (= κάψιμο υφάσματος
μουσκεμένο σε λειωμένο θειάφι μέσα στο βαρέλι) για απολύμανση, τα άφηναν έπειτα
ανοικτά για μια μέρα για να φύγει η «μυρωδιά» του θειαφιού, δηλαδή το διοξείδιο
του θείου, και έπειτα τα γέμιζαν με μούστο.
Αν το βαρέλι ήταν μεγάλο και χωρούσε 7 έως 9 φορτώματα
κρασιού το έλεγαν «μπόμπα», αν ήταν μικρότερο διατηρούσε το όνομα «βαρέλι» και
αν ήταν πολύ μικρό, για 1 έως 1,5 φόρτωμα, λεγόταν «βαρελάκι». Τα μακρυά και
μεγάλα βαρέλια που χωρούσαν 10 έως 12 φορτώματα τα έλεγαν «βουτσά».
Αν τύχαινε το βαρέλι να έχει άσχημη μυρωδιά ή να είναι
από ξυνισμένο κρασί, το έπλεναν, το «ξεφούντωναν» (= έβγαζαν το ένα φούντι,
δηλαδή τη μια βάση) και φώναζαν το βαρελά να το «κάψει», να το ξύσει και να το
περιποιηθεί όπως εκείνος ήξερε.
Για να φτιάξουν το γλυκό σαμιώτικο κρασί, επειδή είναι
δύσκολο στην παρασκευή του και πάντα υπάρχει κίνδυνος να ξυνίσει, τρυγούσαν τα
καλύτερα μοσχάτα σταφύλια, δηλαδή τα αναριόραγα και ώριμα, τα άπλωναν στον ήλιο
μερικές ημέρες και όταν μαραινόταν το κοτσάνι τους τα μάζευαν και φρόντιζαν να
τα κουβαλήσουν στο πατητήρι, να τα πατήσουν και να βάλουν στο βαρέλι το μούστο
την ίδια ημέρα.
Τα τσίπουρα που έμεναν ύστερα από το στίψιμο, τα έβαζαν
μέσα σε πιθάρια, έβαζαν πάνω κλαδιά από πλατάνια και πέτρες για να τα κρατήσουν
πιεσμένα, μετά έρριχναν και νερό μέχρι να τα καλύψει και τα άφηναν εκεί για να
υποστούν την οινοπνευματική ζύμωση. Μετά 10 – 15 μέρες περίπου ήταν έτοιμα για
απόσταξη. Η απόσταξη γινόταν με τα γνωστά «καζαναριά» (= αποστακτήρες).
δ). Χρήσεις του κλήματος.
1) Η στάχτη από τις βέργες του κλήματος κάνει την πιο
δυνατή αλυσίβα.
2) Τα φύλλα του αμπελιού χρησιμοποιούνται, εκτόςαπό τροφή
των ζώων, και για το περιτύλιγμα των «γιαπρακιών» (= ντολμάδων).
3) Το «δάκρυ» (=έκκριμα χυμού) από τις κλαδεμένες βέργες
κάνει καλό για τον πονόματο.
4) Η διέλευση ενός αρρώστου μέσα από τη σχισμή μιας
βέργας κλήματος συντελεί στη γιατριά του, αρκεί να μη δει κανείς ξένος την
τέλεση της πράξεως και εφόσον με την παρέλευση του χρόνου η σχισμή της βέργας
θρέψει. Η βέργα μετά την διέλευση του αρρώστου δένεται σφικτά.
5) Ένα τραγούδι τονισμένο με βυζαντινή μουσική, σε ήχο
Δ΄, για τα κάλη του κρασιού είναι το εξής :
Ποτόν πώμα γλυκύτατον
Και στη θωριά εκλεκτότατον
Όπου βλέπουμε σήμερον
Εις τούτο το ποτήριον.
Τυφλοί το πίνουν και αναβλέπουσι.
Νεκροί το πίνουν και ανασταίνονται.
Ω θείον δώρημα
Τοις ανθρώποις δέδοται!
Ως και ημείς, δεύτε ας το πίωμεν
Τον ευγενέστατον οίνον.
Το παραπάνω τραγούδι τραγουδιέται συνήθως στο τραπέζι του
γάμου, αλλά και σε βαφτίσια και σε άλλα τραπέζια.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου