Η αντιφώνηση της κ. Σταυρούλας Κουράκου-Δραγώνα
De profundis
Είναι κάποια απογεύματα που έχω τη χαρά, αγαπητέ μου
Παύλε, να δεχτώ ένα σου τηλεφώνημα: «Να περάσω φεύγοντας από το γραφείο;».
Έρχεσαι γελαστός, φιλικός, άνετος, μόνο για την συντροφικότητα και την καλή
κουβέντα. Όχι σπάνια ζωντανεύουν οι αναμνήσεις, που τόσο οι δικές μου όσο και
οι δικές σου είναι πολλές, ενδιαφέρουσες, ευχάριστες, αφού είχαμε την καλή τύχη
να γνωρίσουμε τον διεθνή χώρο του κρασιού από διαφορετικό μετερίζι. Αρέσκεσαι
καμιά φορά να κολακεύεις τα χρόνια μου: «Κυρία Βούλα μας έχεις μνήμη ελέφαντα»
μου λες γελώντας. Δεν θα σε απογοητεύσω σήμερα, που με τόση αρχοντιά τιμάτε, εσύ
και η Μαριάννα, την πολύχρονη φιλία μας.
Θα σε μεταφέρω νοερά στη μεγάλη αίθουσα του Γενικού
Χημείου του Κράτους στην Τσόχα 16, γύρω από το τεράστιο τραπέζι των συσκέψεων,
όπου είχαμε προσκληθεί υπηρεσιακοί παράγοντες συναρμόδιων υπηρεσιών και κυρίως
ενδιαφερόμενοι, για ένα «διάλογο» σχετικά με τη νέα νομοθετική ρύθμιση για τα
αλκοολούχα ποτά. Προσπαθούσα να πείσω του φορείς ότι, εάν θέλαμε να
κατοχυρώσουμε την ελληνικότητα της επωνυμίας ούζο, θα έπρεπε να νομοθετήσουμε
κατά τέτοιο τρόπο τον ορισμό και τον τρόπο παρασκευής του ούζου, ώστε να
δικαιολογείται ο ισχυρισμός μας ότι πρόκειται για παραδοσιακό απόσταγμα.
Αναγκάσθηκα να επανέλθω πολλές φορές στις κατά την
γνώμη μου αναγκαίες ρυθμίσεις. Η συζήτηση, όχι μόνο για το ούζο, αλλά και για
τα άλλα αλκοολούχα ποτά, τραβούσε σε μάκρος, οπότε ο κύριος που καθόταν
αριστερά μου σηκώθηκε διακριτικά να φύγει και σκύβοντας μου ψιθύρισε: «Θαυμάζω
την υπομονή σας». Σε σχετική ερώτηση, ο στα δεξιά καθήμενος μου ψιθύρισε: ο
Καρακώστας. Έτσι σε πρωτοείδα πριν 26 συναπτά έτη. Ήσουνα δεν ήσουνα τότε 30
χρονών, καταξιωμένος επιχειρηματίας, ένα πολύ γνωστό όνομα στο χώρο του κρασιού
και των αλκοολούχων ποτών και όχι μόνον. Ένας μεγάλος οικονομικός παράγοντας
στην ελληνική κοινωνία.
Αυτή τη σκηνή ασφαλώς δεν τη θυμάσαι. ¨Όμως είμαι
βεβαία ότι θυμάσαι πότε πρωτοήλθες να με επισκεφθείς στο Ινστιτούτο Οίνου. Ήταν
όταν αποφάσισες να ασχοληθείς με την παραγωγή ενός γλυκού κρασιού με το
παραδοσιακό ελληνικό τρόπο, δηλαδή με λιάσιμο των σταφυλιών, όπως
παρασκευάζονταν δια μέσου των αιώνων τα γλυκά κρασιά, από τότε που ο
πολυμήχανος Οδυσσέας στάθηκε να θαυμάσει το κτήμα του βασιλιά των Φαιάκων
Αλκίνοου και είδε να λιάζονται τα σταφύλια στο θειλόπεδο, δηλαδή στη λιάστρα.
Τον δικό σου αμπελώνα τον ονειρευόσουν στην Κάρυστο,
στις πεζούλες που κατεβαίνουν από την κορυφή του λοφίσκου όπου είναι χτισμένο
το Σαράι του πασά της Καρύστου, το οποίο είχες αγοράσει και αναστήλωνες. Σ’
αυτές τις πεζούλες, που τα χρόνια του πασά ήταν φυτεμένες με πορτοκαλιές,
θέλησες, σαν γνήσιος άνθρωπος του κρασιού, να φυτέψεις αμπέλια. Αλλά ποιες
ποικιλίες; Στην Κάρυστο καλλιεργείτο μόνο το Σαββατιανό, κι εσύ φιλοδοξούσες να
κάνεις «Το» γλυκό κρασί. Αυτό σου το «όνειρο» σε έφερε στο «άντρο» μου, γιατί
κανείς δεν αποφάσιζε να έλθει για ψύλλου πήδημα στη Λυκόβρυση. Το ερώτημά σου ήταν: «Πώς βρίσκω την ιδέα
και, εάν την εγκρίνω, ποιες ποικιλίες πρέπει να φυτευτούν».
Όλα αυτά τα γνωρίζεις, όμως εκείνο που δεν γνωρίζεις
είναι σε πόσο δύσκολη θέση ήρθα τότε. Από τα χρόνια του Θεόφραστου ήταν γνωστό
ότι εάν δεν γνωρίζεις το έδαφος και τους αέρηδες μιας περιοχής, είναι
παρακινδυνευμένο να αποφασίσεις ποια «είδη
σταφυλιών» πρέπει να καλλιεργήσεις και ποιο προσανατολισμό να δώσεις στον
αμπελώνα. Πώς όμως να απογοητεύσω τον ενθουσιασμό σου;
Ευτυχώς, Παύλε μου, όπως αρέσκεσαι να λες, ο πατέρας
σου, σου έχει αφήσει πολλά και εσύ τα
αυγάτισες αντί να τα σπαταλήσεις. Επομένως μπορούσαμε να ρισκάρουμε, γιατί σε
περίπτωση αποτυχίας το μόνο που θα χανόταν ήταν το «όνειρο» και όχι το
οικογενειακό εισόδημα, όπως θα συνέβαινε εάν ήσουν κατ’ επάγγελμα αμπελουργός.
Γι’ αυτό και έδειξα ανεπιφύλακτα τον ενθουσιασμό μου στην ιδέα σου, γεγονός που
σε εντυπωσίασε: «Δεν το περίμενα, έτρεμε το φυλλοκάρδι μου όταν ερχόμουν», μου
εκμυστηρεύτηκες έπειτα από μερικά χρόνια. Σου ανταποδίδω σήμερα την
εκμυστήρευση: η στάση μου δεν θα ήταν η ίδια, εάν δεν επρόκειτο για το μεράκι
ενός πλουσίου.
Όμως και στη δική
μου περίπτωση έλαβα τα μέτρα μου. Για να μειώσουμε το ρίσκο, σου πρότεινα να
καλλιεργήσεις δοκιμαστικά ελληνικές και ξενικές ποικιλίες, που τα σταφύλια τους
να προσφέρονται κατ’ αρχάς στους τόπους όπου καλλιεργούνται, για παρασκευή
γλυκών κρασιών. Έτσι δημιούργησες έναν αποδεικτικό αμπελώνα αποκλειστικά με
ποικιλίες πρόσφορες για μελιηδείς οίνους. Πόσο δίκιο είχε ο Θεόφραστος! Από
αυτές, άλλες δεν άντεξαν στους φοβερούς αέρηδες της Καρύστου – στους «καρεκλάτους»,
όπως τους λέτε, γιατί σηκώνουν καρέκλες-, ενώ άλλες δεν μας ικανοποίησαν από
πλευράς ποιότητας, όταν δοκιμάζαμε τα κρασιά. Όσες ανταποκρίθηκαν στις τοπικές
συνθήκες και τις ποιοτικές προδιαγραφές, αποτελούν τον ποικιλιακό πλούτο του
αμπελώνα από τον οποίο παράγεται το λιαστό κρασί σου: το Κτήμα Μοντοφώλι, που
απλόχερα μας κέρασες σήμερα.
Γεμάτο μ’ αυτό το κρασί, σηκώνω το ποτήρι στην υγειά
σου και στην υγειά των τεσσάρων γυναικών που ομορφαίνουν τη ζωή σου: της φίλης
Μαριάννας Καρακώστα και των θυγατέρων σας: της πρωτότοκης Αλκμήνης και της μικρότερης
Δανάης που ήλθαν ειδικά για τη σημερινή βραδιά η μία από το Παρίσι και η άλλη
από τη Λωζάνη, όπου σπουδάζουν, και της δευτερότοκης Ελένης, που αφού σπούδασε
στην Αμερική μαθητεύει κοντά σου στην οικογενειακή επιχείρηση, τη «ΓΕΝΚΑ
Εμπορική». Είναι υπεύθυνη του Cellier
Wine
Club.
Την καλωσορίζω στον όμορφο κόσμο του κρασιού.
Με αληθινή συγκίνηση ευχαριστώ την Μαριάννα και
εσένα για την ωραία φιλική οικογένεια που μου χαρίσατε και για την τιμή που μου
κάνατε με την οργάνωση της σημερινής εκδήλωσης.
Είσαι έμπειρος στις προπόσεις φίλε μου, αφού έχεις
προσφωνήσει και Άγγλους και Γάλλους, διακεκριμένες προσωπικότητες του χώρου των
πολλών επαγγελματικών δραστηριοτήτων σου. Περιέγραψες τα στάδια της
επιστημονικής διαδρομής μου με σαφήνεια, και τα «σερβίρισες» προσθέτοντας, για
να νοστιμίσουν, άφθονο το αλατοπίπερο της φιλικής σου διάθεσης. Με συγκίνησες,
όπως με συγκίνησε και η επιστολή του ευπατρίδη του κλάδου κ. Δημητρίου
Κουρτάκη, του αγαπητού μου Μίμη, που κι αυτή έχει υπαγορευθεί από φιλικά
αισθήματα.
Άλλη διάσταση έχει η επιστολή του Γεωπονικού
Πανεπιστημίου Αθηνών που με τιμάει ιδιαίτερα, καθώς και η παρουσία στη σημερινή
βραδιά των τριών καθηγητών: του κ. Γεωργίου Καλατζόπουλου, του κ. Μιχαήλ
Κωμαΐτη και του κ. Μανόλη Σταυρακάκη. Από τη Θεσσαλονίκη με τιμούν με την
παρουσία τους οι καθηγητές του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου κ Δημήτρης Σταύρακας
και ο κ. Θεοδόσιος Σουλής, από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας ο καθηγητής κ. Γιάννης
Πίκουλας. Τους παρακαλώ να δεχθούν
θερμότατες ευχαριστίες.
Με τους πέντε πρώτους, τους οποίους γνωρίζουν οι
περισσότεροι των παρευρισκομένων, με συνδέει το γνωστικό αντικείμενο άμπελος-οίνος,
όμως ο τελευταίος έρχεται από άλλον τομέα: είναι ιστορικός, αρχαιολόγος,
εκδότης του περιοδικού «Hόros» και διδάσκει αρχαία ελληνική
ιστορία.
Η γνωριμία και η φιλία μας με τον Γιάννη Πίκουλα
είναι όψιμη, της τελευταίας δεκαετίας της ζωής μου, όπως όψιμη είναι και η
φιλική σχέση που με συνδέει με τη βυζαντινολόγο κ. Ασπασία Λούβη, Διευθύντρια
του Πολιτιστικού Τεχνολογικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ, την ιστορικό κ. Ευαγγελία
Μπαλτά, διακεκριμένη ερευνήτρια των τουρκικών αρχείων που αφορούν τον ελληνικό
χώρο, την αρχαιολόγο κ. Ελένη Κουρίνου-Πίκουλα, που εργάζεται στο Εθνικό
Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, και τον βυζαντινολόγο κ. Ηλία Αναγνωστάκη, που μας
έχει χαρίσει το δίτομο μνημειώδες έργο «Οίνος ο Βυζαντινός». Είναι όλοι τους
νέοι άνθρωποι, μιας ηλικίας που θα μπορούσε να είναι παιδιά μου. Εξαιρείται η
κ. Μαρία Μπρούσκαρη, επί 38χρόνια αρχαιολογικός γραμματέας της Ακροπόλεως και
διευθύντρια του Μουσείου Καννελοπούλου, αυθεντία στα θέματα της κλασσικής
αρχαιότητας. Και εξαιρείται, γιατί με το Μαρικάκι περπατήσαμε χέρι-χέρι στα
παιδικά και σχολικά μας χρόνια.
Γιάννη Πίκουλα έχεις, φίλτατε, τον λόγο εύκολο, γι’
αυτό θα πρέπει η προσφώνησή σου να ζυγιαστεί στην πλάστιγγα της φιλίας, που
γέρνει πάντα μονόπλευρα. Έλα όμως, που κάτω από το γελαστό σου ύφος κρύβεται
ένας αυστηρός αρχαιολόγος. Δεν θα χαριζόσουν στον ερασιτεχνισμό μου, και το
ξέρω. Γι’ αυτό τα λόγια σου, μαζί με την στοργική αγάπη όλων σας, μου δίνει την
δύναμη να συνεχίσω σ’ αυτή την τελευταία δραστηριότητα της ζωής μου, που σκοπό
έχει να ερμηνεύσει με τις σύγχρονες επιστημονικές γνώσεις, τη θαυμαστή
εμπειρική οινοποιητική τεχνική της
αρχαιότητας, που δημιούργησε τους Θάσιους, τους Λέσβιους, τους Χίους και τόσους
άλλους οίνους, γνωστούς με τα γεωγραφικά ονόματα παραγωγής τους: τους οίνους
«Ονομασίας Προελεύσεως» των αρχαίων χρόνων. Ευχαριστώ τα μάλα.
De profundis:
το όραμα
Αγαπητέ μας οικοδεσπότη, όταν είχες την καλοσύνη να
με ενημερώσεις σχετικά με τις λεπτομέρειες για την οργάνωση της σημερινής
βραδιάς, μου είπε: «Κοίταξε, αρκεστείς σε λίγα λόγια, όσοι έρθουν θα θέλουν να
σε ακούσουν. Μίλησε εκ βαθέων». Ζητώ εκ των προτέρων συγγνώμη από τους
καλεσμένους σου εάν, ακολουθώντας την προτροπή σου, τους κουράσω.
De
profundis,
λοιπόν. Το 1977, ο συνάδελφος κ. Βασίλης
Πυροβολάκης, με την ιδιότητα του αρχισυντάκτη του περιοδικού «Ο Οινολόγος» μου
ζήτησε μια συνέντευξη. Οι ερωτήσεις ήταν γραπτές, καθώς και οι απαντήσεις,
γιατί τα λόγια πτερόεντα, γι’ αυτό και δεν δίνω συνεντεύξεις. Από αυτή την
πολυσέλιδη συνέντευξη, που ο ίδιος χαρακτήρισε «συζήτηση εκ βαθέων», διάλεξα να
διαβάσω σήμερα κάποια αποσπάσματα. Μία από τις ερωτήσεις είχε ως εξής:
Μιλήστε
μου λίγο για την ρηξικέλευθη απόφαση να ασχοληθείτε με το νοικοκύρεμα της
ελληνικής οινοπαραγωγής. Πώς το αποφασίσατε, ποιος σας βοήθησε και σας
συνέδραμε στην απόφασή σας αυτή και από υπήρξαν οι κυριότερες αντιδράσεις.
Αντίθετα απ’
ότι πιστεύεται στον κλάδο, δεν ήταν ούτε η Γαλλία, ούτε ο O.I.V., που επηρέασαν την απόφασή μου
και με βοήθησαν στις επιλογές μου, αλλά το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ας τα
πάρουμε, όμως από την αρχή: Χημικός του Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάκτωρ του
Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, είχα την έφεση να ασχοληθώ με την
εργαστηριακή έρευνα. Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου στο Ινστιτούτο Οίνου
δημοσίευσα στον ξένο επιστημονικό Τύπο πολλές πρωτότυπες εργασίες χημικής
φύσεως και σε ηλικία 30 χρόνων έκανα την πρώτη μου ανακοίνωση στην Ακαδημία
Επιστημών της Γαλλίας. Έκανα «όνομα» στους διεθνείς επιστημονικούς κύκλους,
αλλά η ελληνική οινοπαραγωγή δεν είχε τίποτα άμεσπ να κερδίσει από αυτές.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 μου ανατέθηκε η
εκπροσώπηση της χώρας μας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όπου είχε δημιουργηθεί μια
τεράστια Επιτροπή ανωτάτων λειτουργών όλων των κρατών-μελών για τη σύνταξη ενός
σχεδίου διεθνούς Συμφωνίας για τους οίνους και τα αλκοολούχα ποτά.
Ήμουν η μόνη γυναίκα ανάμεσα σε καμιά διακοσαριά
αντιπροσώπους, και ο πιο μικρός σε ηλικία εκπρόσωπος. Τότε, ήρθα για πρώτη φορά
σε επαφή με οικονομικής φύσεως έννοιες.
Οι συζητήσεις ήταν ψύχραιμες, αλλά οι αντιπροσωπείες ανυποχώρητες σε όσα προβλέπονταν από τη νομοθεσία τους: «ονομασίες προελεύσεως», επωνυμίες δηλωτικές του γένους του προϊόντος, προστασία και κατοχύρωσή τους, ετικετάρισμα και όλα τα συναφή. Ρουφούσα σαν σφουγγάρι τις συζητήσεις και όταν γύριζα «βομβάρδιζα» με εκθέσεις τις αρμόδιες Υπηρεσίες: ΥΠ.ΓΕ., Γ.Χ.Κ., ΥΠ.ΕΞ., ΥΠ.ΕΜΠ. Ζητούσα οδηγίες, ζητούσα απόψεις, ζητούσα βοήθεια. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Και τότε ένιωσα «γυμνή», δεν είχα νομοθεσία να στηρίξω διεκδικήσεις, δεν είχα επώνυμα προϊόντα για να προστατεύσω, δεν είχα «ονομασίες προελεύσεως» για να αναγράψω στους πίνακες, δεν είχα παράδοση στο εμφιαλωμένο κρασί, δεν είχα φορείς που να έχουν γνώμη, δεν υπήρχαν υπηρεσίες που να προβληματίζονται. Ένιωσα σαν την καλαμιά στον κάμπο.
Οι συζητήσεις ήταν ψύχραιμες, αλλά οι αντιπροσωπείες ανυποχώρητες σε όσα προβλέπονταν από τη νομοθεσία τους: «ονομασίες προελεύσεως», επωνυμίες δηλωτικές του γένους του προϊόντος, προστασία και κατοχύρωσή τους, ετικετάρισμα και όλα τα συναφή. Ρουφούσα σαν σφουγγάρι τις συζητήσεις και όταν γύριζα «βομβάρδιζα» με εκθέσεις τις αρμόδιες Υπηρεσίες: ΥΠ.ΓΕ., Γ.Χ.Κ., ΥΠ.ΕΞ., ΥΠ.ΕΜΠ. Ζητούσα οδηγίες, ζητούσα απόψεις, ζητούσα βοήθεια. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Και τότε ένιωσα «γυμνή», δεν είχα νομοθεσία να στηρίξω διεκδικήσεις, δεν είχα επώνυμα προϊόντα για να προστατεύσω, δεν είχα «ονομασίες προελεύσεως» για να αναγράψω στους πίνακες, δεν είχα παράδοση στο εμφιαλωμένο κρασί, δεν είχα φορείς που να έχουν γνώμη, δεν υπήρχαν υπηρεσίες που να προβληματίζονται. Ένιωσα σαν την καλαμιά στον κάμπο.
Τότε εκεί, στο Στρασβούργο, πήρα τη μεγάλη απόφαση.
Δεν είχα το δικαίωμα να ακολουθώ τον δρόμο του καβαλάρη στην έρημο. Το
Ινστιτούτο Οίνου δεν ήταν πανεπιστημιακό εργαστήριο οινολογίας, είχε ιδρυθεί για
να συντελέσει με τις εργασίες και εισηγήσεις του στην ποιοτική αναβάθμιση του
ελληνικού κρασιού. Εκεί έπρεπε να στρέψω όλη τη δραστηριότητα, όχι μόνο τη δική
μου, αλλά και των συναδέλφων. Οφείλαμε να δράσουμε συλλογικά, ο καθένας εκεί
που του επέτρεπαν οι δυνάμεις και η ειδικότητά του. Η Ε.Ο.Κ. ήταν ad portas, οφείλαμε να ετοιμασθούμε για τις
διαπραγματεύσεις έγκαιρα. Και μια τέτοια προετοιμασία, αρχίζοντας από το μηδέν,
ήταν έργο ζωής.
Οι συνάδελφοι έφυγαν σταδιακά στο εξωτερικό με
υποτροφίες προς απόκτηση εμπειρίας σε συγκεκριμένους τομείς και εγώ ξεκίνησα το
οδοιπορικό μου στις αμπελουργικές περιοχές της πατρίδας μας, της κατεστραμμένης
από την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Κοιμήθηκα σε σπίτια παπάδων, δασκάλων και
αμπελουργών γιατί δεν υπήρχαν ξενοδοχεία, ταξίδεψα με τζίπ, μουλάρια και
γαϊδουράκια, γιατί τότε ο κάθε δημόσιος
υπάλληλος δεν είχε δικό του αυτοκίνητο, μίλησα με αμπελουργούς την ώρα
της δουλειάς τους, αλλά και τα βράδια στα καφενεία, έμαθα να χρησιμοποιώ όρους
της τοπολαλιάς τους, δοκίμασα κρασιά από γηγενείς ποικιλίες και κατέγραψα τον
τρόπο –πρωτόγονο- παρασκευής τους, μελέτησα ξένους περιηγητές και τα σχόλιά τους
για τα κρασιά διαφόρων περιοχών μας, συγκέντρωσα πληροφορίες για την έκταση που
κατελάμβαναν τα αμπέλια πριν καταστραφούν από τη Φυλλοξήρα, αλλά και τους
λόγους εγκατάλειψης ορισμένων οικισμών, γιατί η αμπελουργία θέλει χέρια και
μάλιστα έμπειρα.
Σε δυο χρόνια ήμουν έτοιμη. Το παιδί της πόλης είχε
αγαπήσει τον κόσμο της υπαίθρου, γιατί είχε ζήσει από κοντά τα προβλήματά του
και είχε μοιραστεί το ψωμί του στο φτωχικό του τραπέζι. Ο χημικός είχε
αντιληφθεί ότι το μυστικό για το καλό ελληνικό κρασί δεν κρυβόταν μόνο στην
οινοποιεία ή στην τεχνολογία παρασκευής τους, αλλά και στην πρώτη ύλη και
επομένως στους αμπελώνες. Όμως αυτό έπρεπε να αποδειχθεί. Εξασφάλισα τα
κονδύλια για την κατασκευή ενός πειραματικού οινοποιείου, το οποίο μας επέτρεψε
να παρασκευάσουμε κρασιά από ποικιλίες αμπέλου που προμηθευόμαστε από όλες τις
αμπελουργικές περιοχές της χώρας. Ένας πλούτος ζηλευτός άρχισε να γεμίζει τα
ποτήρια μας και οι ιδιαιτερότητες των οικοσυστημάτων να αποκαλύπτονται.
Και αυτό το διαπιστώναμε όχι μόνο εμείς, αλλά και οι
ξένοι εμπειρογνώμονες, για τους οποίους συχνά οργανώναμε οργανοληπτικές
δοκιμασίες των πειραματικών οίνων, τις οποίες παρακολουθούσαν, όχι σπάνια,
Έλληνες οινοποιοί, οινολόγοι ή και αμπελουργοί ανά περίπτωση.
Την ίδια εκείνη εποχή είχα πληροφορηθεί στο
Συμβούλιο της Ευρώπης ότι υπήρχε κίνδυνος να μην υπογραφεί η Συμφωνία που γι’
αυτήν είχαμε χάσει τόσα χρόνια, γιατί στο μεταξύ η Ε.Ε. των «Έξι» είχε
ετοιμάσει τα δικά της σχέδια Κανονισμών για τους οίνους και τα αλκοολούχα ποτά
και δεν ήθελαν να βρεθούν με διεθνείς δεσμεύσεις, πριν αποκρυσταλλωθεί η δική
τους αμπελοοινική πολιτική. Κίνησα γη και ουρανό και με τις διασυνδέσεις που
είχα αποκτήσει κατόρθωσα να φθάσει στα χέρια μου ένα αντίγραφο του σχεδίου
Κανονισμού της Ε.Ο.Κ. Από αυτό πληροφορήθηκα ότι θα υπήρχαν στην Ε.Ο.Κ. δυο
κατηγορίες οίνων, οι επιτραπέζιοι και οι V.Q.P.R.D. που αντιστοιχούσαν στις «ονομασίες
προελεύσεως» του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τα κρασιά των τρίτων και συνδεδεμένων
χωρών, όπως ήταν η Ελλάδα, για να εισαχθούν στην Κοινότητα θα έπρεπε να
σέβονται την «τιμή αναφοράς». Του μέτρου αυτού εξαιρούντο όσοι οίνοι ανήκαν σε
κατηγορία ανάλογη προς εκείνη των V.Q.P.R.D., υπό την προϋπόθεση ότι η
αντιστοιχία θα τεκμηριωνόταν κατά την διάρκεια διαπραγματεύσεων της
ενδιαφερόμενης χώρας με Κοινοτικούς παράγοντες.
Έτσι κατάφερα να πείσω τη Διοίκηση του υπουργείου
Γεωργίας, ότι οι εξαγωγές οίνων θα διευκολύνονταν μελλοντικά, εάν
δημιουργούσαμε μια κατηγορία οίνων ανάλογη με εκείνη των V.Q.P.R.D. Και επειδή ο όρος αυτός
επιφυλασσόταν μόνο για τους οίνους των κρατών-μελών, ο μόνος δόκιμος διεθνής
όρος ήταν ΑΟ (appellation
d’
origine).
Έτσι γεννήθηκε ο νόμος πλαίσιο για τις «ονομασίες προελεύσεως», οπότε ο δρόμος
για παροχή κινήτρων προς επέκταση της αμπελοκαλλιέργειας στις ζώνες παραγωγής
οίνων «ονομασίας προελεύσεως» με βάση εκλεκτές γηγενείς ποικιλίες είχε πια
ανοίξει.
Όπως
βλέπετε, κανείς δεν με βοήθησε στην απόφασή μου, γιατί τα χρόνια εκείνα κανείς
στην Ελλάδα δεν καταλάβαινε την «γύμνια» μας. Αυτήν την ένιωσα εγώ που είχα στο
Στρασβούργο την ευθύνη της εκπροσώπησης – αλήθεια ποιών; Ποιους εκπροσωπούσα;
Κανέναν. Γι’ αυτό και ουσιαστικά κανείς δεν αντέδρασε, γιατί κανείς δεν πίστεψε
ότι κάτι άλλαζε, κάτι γεννιόταν.
Τους λίγους εκείνους που τυχαίνει να έχουν όψιμες
επιφυλάξεις ως προς την χρησιμότητα της νομοθεσίας των «Ονομασιών Προελεύσεως»,
που νοικοκύρεψε τον χώρο της οινοπαραγωγής και του οινεμπορίου, τους παραπέμπω
στο οινολογικό συνταγολόγιο της εποχής εκείνης, είναι διαφωτιστικό. Από
πρακτική Οινολογία του 1957 αντιγράφω. «Πώς γίνεται ένα βαρέλι 800 οκάδων
κρητικό κρασί, 1000 οκάδες Μαυροδάφνη κεφαλλονίτικη: Βάλε μέσα στο βαρέλι των
800 οκάδων μια οκά χρώμα ζαχάρεως να γίνει σαν κονιάκ, ύστερα βάλε 50 δράμια
χρώμα κόκκινο και τότε γίνεται χρώμα του κρασιού. Ύστερα βάλε δυο οκάδες ζάχαρη
λιωμένη σε δυο οκάδες νερό, πέντε οκάδες οινόπνευμα λευκό και 10 γραμμάρια
ελαίου πορτοκαλιού και έχεις Μαυροδάφνη κεφαλλονίτικη που πωλείται 16 δρχ. η
οκά και όχι 3,50 δρχ. που πωλείται το κρητικό κρασί».
Έτσι παρασκεύαζε το χονδρεμπόριο τη Μαυροδάφνη που
εξαγόταν μεταπολεμικά στη Γερμανία, γι’ αυτό ο εμπορικός σύμβουλος στην
πρεσβεία μας στη Βόννη έγραφε στις εκθέσεις του προς το υπουργείο Εμπορίου ότι
οι Γερμανοί υποστηρίζουν ότι οι Έλληνες οινοποιοί έχασαν τη συνταγή παρασκευής
της Μαυροδάφνης! Καμιά συνταγή δεν είχε χαθεί, νοθευμένα κρασιά έστελνα στη
Γερμανία με το όνομα ενός ονομαστού ελληνικού κρασιού.
Θυμάμαι τον
Κωνσταντίνο Αντωνόπουλο, τον αείμνηστο πρόεδρο της «Achaia Clauss», όταν το 1971 δημοσιεύτηκαν οι
πρώτες νομοθετικές ρυθμίσεις για τους γλυκούς οίνους: «Εάν κανείς μου έλεγε ότι
οι επωνυμίες Μαυροδάφνη Πατρών και Μοσχάτο Πατρών θα αναγνωρίζονταν όσο ακόμα
ζούσα, ελεγχόμενες ονομασίες προελεύσεως και θα προστατεύονταν από τις
παραποιήσεις, δεν θα τον πίστευα.
Όμως εγώ είχα ένα όραμα, το πίστευα και πάλεψα για
να γίνει πραγματικότητα.
Τον
εμπειρογνώμονα τον δικαιώνει η προσφορά έργου
Οι συνάδελφοι και ο κλάδος το ξέρουν, δεν ήταν πάντα
ο δρόμος μου στρωμένος με χαλί να περάσω, γι’ αυτό ο κ. Πυροβολάκης μου έκανε
και μια άλλη ερώτηση:
Τι
σας έκανε να επιμείνετε όταν οι διάφορες αντιδράσεις σας έφεραν στο «αμήν» που
λέμε, και να μην αφήσετε στη μέση το έργο σας, όπως έκανα εκατοντάδες άλλοι,
κατά τα άλλα αξιόλογοι άνθρωποι του δημοσίου τομέα, που αφού ποτίστηκαν με
πίκρα, παραιτήθηκαν;
Ας πούμε τα σύκα-σύκα, χωρίς καμία πρόθεση
πολιτικολογίας. Όταν το ΠΑΣΟΚ ήρθε στην εξουσία, εξακολούθησα να εκπροσωπώ την
Ελλάδα στον O.I.V. και την Ε.Ο.Κ. και μάλιστα είχα
δυο προεδρίες Επιτροπών ad
hoc
του Συμβουλίου κατά την πρώτη προεδρία της Ελλάδος στην ΕΟΚ: μια για τους
οίνους και μια για τα αλκοολούχα ποτά. Και μάλιστα την πρώτη προώθησα
χρονίζοντα θέματα, έτσι που ο προεδρεύων Έλληνας υπουργός δέχτηκε πολλά
συγχαρητήρια από τους ομολόγους του και από παράγοντες των Βρυξελλών.
Όμως παράγοντες του «κινήματος» εντός και εκτός
υπουργείου, ζητούσαν από την αρχή την κεφαλή μου. Έτσι, όταν τελείωσε η
ελληνική Προεδρία στην Ε.Ο.Κ. και δεν με χρειάζονταν πια, μου κοινοποιήθηκε η
μετάθεσή μου στο Ινστιτούτο Εδαφολογίας. Ζήτησα να δω τον υπουργό και με
δέχτηκε: «Ξέρω ότι θα βλάψω το αντικείμενο, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας
μεταθέσω, μην με ρωτήσετε γιατί», μου είπε. Του εξήγησα ότι δεν πήγα να ζητήσω
εξηγήσεις για τις αποφάσεις του, αλλά για να του πω ότι «εγώ δεν γίνομαι
κηφήνας του ελληνικού Δημοσίου κατά τα τελευταία 3,5 χρόνια της καριέρας μου.
Τα θέματα του Ινστιτούτου Εδαφολογίας δεν τα γνωρίζω και όμως θα καλύψω θέση υποδιευθυντή
χωρίς να μπορώ να προσφέρω απολύτως κανένα έργο. Αυτό –και μόνον αυτό-
κάνει την απόφαση της μετάθεσής μου
ανήθικη, είναι πιο τίμιο να ζητήσετε την παραίτησή μου και θα την έχετε χωρίς
περιστροφές, αλλά να μου ζητηθεί εγγράφως, γιατί εγώ –από μόνη μου- δεν έχω
λόγους να αφήσω το έργο μου ημιτελές, τώρα μάλιστα που η χώρα μας είναι μέλος
της Ε.Ο.Κ. και χρειάζεται πολλή δουλειά και έμπειρους εκπροσώπους».
Με ρώτησε τι προτείνω. Του απάντησα πως λίγο με
ενδιέφερε πια να προΐσταμαι ενός ιδρύματος και να χάνω ώρες με γραφειοκρατικά
θέματα και υπογραφές μισθολογίων. Θέλω να μείνω στο Ίδρυμα που ουσιαστικά εγώ
ίδρυσα, χωρίς να έχω καμία απολύτως εξουσία, ένας απλός μελετητής στη
βιβλιοθήκη και στα αρχεία του, που εγώ έχω συγκεντρώσει και ταξινομήσει. Έτσι
και έγινε. Η μετάθεσή μου ουδέποτε εκτελέστηκε. Για του λόγου το αληθές, ο
υπουργός λεγόταν Κώστας Σημίτης. Ουδέποτε του κράτησα κακία, ούτε τότε, ούτε
τώρα.
Έπειτα από λίγους μήνες υπήρχε ένα θέμα προς
διαπραγμάτευση με την Commision
και
αναρωτιόντουσαν οι περί αυτόν ποιος θα μπορούσε να το αναλάβει. Προς κατάπληξη
όλων ο υπουργός τους ρώτησε: δεν θα μπορούσε να το αναλάβει η Κουράκου; Και το
ανέλαβα, και τους έφερα το σχέδιο Κανονισμού έτοιμο, αλλά όταν το πήγαν στο
Συμβούλιο Υπουργών μόνοι τους, χωρίς εμπειρογνώμονα –αχρείαστος να ‘ναι- ο
Βρετανός υπουργός Γεωργίας πρότεινε μια τροπολογία που τη δέχτηκαν, χωρίς να
αντιληφθούν ότι ο Κανονισμός δεν είχε πια ενδιαφέρον για την Ελλάδα.
Όταν μαθεύτηκε στη διοίκηση του ΥΠ.ΓΕ. αυτό που είχε
συμβεί, ξεσηκώθηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Εγώ απλώς τους τηλεφώνησα όσο ακόμη
συνεδρίαζαν στα γραφεία της μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας στις Βρυξέλλες και
τους είπα ότι αυτό που έγινε είναι μεν μια μεγάλη ζημιά, αλλά μπορεί να γίνει
μια διορθωτική κίνηση με κατάλληλη τροποποίηση άλλο Κανονισμού. Πείτε στον κ.
υπουργό ότι ευχαρίστως αναλαμβάνω τον σχετικό φάκελο. Και ο φάκελος μου
ανατέθηκε και το θέμα λύθηκε. Βλέπετε, όποιος πηγαίνει στις Βρυξέλλες πρέπει να
παίζει το Κοινοτικό Δίκαιο στα πέντε δάκτυλα.
Έπειτα από λίγο μου ανατέθηκε η προεδρία της
διυπουργικής και διεπαγγελματικής «Νομοθετικής Επιτροπής για τους οίνους», από
την οποία προέκυψαν νομοθετικά κείμενα για τους οίνους με τις ενδείξεις «κάβα»
και «τοπικός οίνος» και μπήκαν οι βάσεις για τη νομοθεσία περί «αμπελουργικών
εκμεταλλεύσεων».
Ταυτόχρονα δημιουργήθηκε στο υπουργείο Εθνικής
Οικονομίας με αίτημα των φορέων, η επιτροπή των αλκοολούχων ποτών και ο τότε
τσάρος της Οικονομίας –ο παντοδύναμος Αρσένης- έπειτα από εισήγηση συνεργατών
του που είχαν ακούσει για μένα στη Γαλλία (βλέπετε είχα καλύτερο όνομα στο
εξωτερικό απ’ ότι στην Ελλάδα), ζήτησε από τον υπουργό Γεωργίας να αναλάβω την
προεδρία της και τις διαπραγματεύσεις με την Ε.Ο.Κ. Έτσι βρέθηκα για δεύτερη
φορά Πρόεδρος της ad
hoc
Επιτροπής του Συμβουλίου για τα αλκοολούχα ποτά κατά την 2η Προεδρία
της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ. Τότε πέτυχα την ψήφιση του χρονίζοντος κανονισμού για
τα αλκοολούχα ποτά, με τον οποίο διασφαλίστηκε η ελληνικότητα της επωνυμίας
«ούζο» και άνοιξε ο δρόμος για το τσίπουρο, την τσικουδιά, το απόσταγμα
σταφίδας, το brandy
σταφυλής,
κ.ά.
Υπήρξα ο μόνος Πρόεδρος ad hoc Επιτροπής
στα χρονικά της Ε.Ο.Κ., που ο υπουργός του, του έδωσε το λόγο να μιλήσει αντί
αυτού στο Συμβούλιο Υπουργών. Όταν ψηφίστηκε ο Κανονισμός στις 3 τα ξημερώματα,
αγκαλιαστήκαμε αυθόρμητα με έναν άλλο υπουργό Γεωργίας του ΠΑΣΟΚ, τον κ. Γιάννη
Ποτάκη, υπό τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των Αντιπροσωπειών των κρατών-μελών
και των στελεχών του Συμβουλίου και της Commission.
Και σας ρωτώ, είχα το δικαίωμα να τα «πετάξω» όλα
αυτά από ένα πείσμα, ένα πληγωμένο φιλότιμο; Δεν ήταν μεγαλύτερη η δικαίωσή
μου; Όπως στη δεκαετία του ’60 θυσίασα τις χημικές έρευνές μου στο βωμό ενός
«οράματος» για το μέλλον της ελληνικής οινοπαραγωγής, έτσι και στη δεκαετία του
’80 θυσίασα το «ψωροφιλότιμό» μου στον βωμό ενός έργου που είχα αρχίσει. Δεν με
ενδιέφερε η «καρέκλα», αλλά το έργο. Γι’ αυτό συνέχισα. Δεν με ενδιέφερε ποιο
κόμμα και ποια κυβέρνηση θα καρπούτο την επιτυχία του έργου, γι’ αυτό προσέφερα
πάντοτε τις καλές μου υπηρεσίες στις εκλεγμένες κυβερνήσεις. Τον εμπειρογνώμονα
δεν τον κάνει η «καρέκλα», τον δικαιώνει η προσφορά έργου.
Πιστεύω
στο μέλλον του ελληνικού κρασιού
Κύριοι καθηγητές, κύριοι Πρόεδροι, αγαπημένοι μου
συγγενείς, αγαπητοί μου φίλοι, κυρίες και κύριοι,
Δεν θα σας κουράσω άλλο με τα δικά μου, που για
πολλούς από εσάς είναι και δικά σας. Ευχαριστώ όλους σας, γιατί
ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση της «ΓΕΝΚΑ Εμπορική» και του κυρίου και της
κυρίας Παύλου Καρακώστα, με τιμάτε με την παρουσία σας. Ας μου επιτραπούν όμως
μερικοί χαιρετισμοί.
Χαιρετίζω τον δημοσιογραφικό κόσμο που βρίσκεται
σήμερα μαζί μας, με κορυφαίο τον Κυριάκο Κορόβηλα, τον οποίο ευχαριστώ
ιδιαίτερα για την πολύχρονη φιλία μας και για τα όσα το περιοδικό του «ΤΡΟΦΙΜΑ
ΚΑΙ ΠΟΤΑ» προσέφερε στον κλάδο του κρασιού και των αλκοολούχων ποτών. Είναι
ανυπολόγιστα!
Ένα φιλικό ευχαριστώ στην εκδότρια κ. Λούση
Μπαρτζιώτη για τον κλάδο της ελιάς –συμβολικό κότινο- που φορτωμένος με καρπούς
στολίζει την αίθουσα. Λούση, χωρίς εσένα το βιβλίο «Κρατήρ μεστός ευφροσύνης»
δεν θα ήταν έργο τέχνης.
Χαιρετίζω τους οινοχόους και τους ανθρώπους της
εστίασης. Χάρις σ’ αυτούς απολαύσαμε σήμερα ένα θαυμάσιο συνδυασμό φαγητών και
κρασιών. Και με την ευκαιρία αυτή ευχαριστώ θερμά τον φίλτατο Βαγγέλη
Γεροβασιλείου, καθώς και τους αγαπητούς μου Γιάννη Παρασκευόπουλο και Λέοντα
Καράτσαλο, που πρόθυμα και σε αφθονία προσέφεραν ο πρώτος το λευκό «Κτήμα
Γεροβασιλείου» και οι δεύτεροι το κόκκινο «Κτήμα Γαία», μεγάλη θυσία, όταν
μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν τις βιβλικές για τη Νεμέα καιρικές συνθήκες του εφετεινού
τρύγου.
Δεν ξέρω εάν διαβάσατε την αφιέρωση του Βαγγέλη στην
οπίσθια ετικέτα. Τον τίτλο «Κυρά των Αμπελιών», από το ομώνυμο ποίημα του
Γιάννη Ρίτσου «Κυρά των αμπελιών … είσαι η λεβεντιά και είσαι η Ελλάδα», τον
οφείλω στον Κυριάκο Κορόβηλα. Με αυτόν τον τίτλο ανήγγειλε από την εφημερίδα «Η
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», της οποίας ήταν αρχισυντάκτης, την εκλογή μου στην προεδρία του O.I.V. Κανείς τίτλος –και είχα πολλούς
κατά καιρούς- δεν με τίμησε περισσότερο. Βαγγέλη, με γύρισες 24 χρόνια πίσω,
μοιραστείτε με τον Κυριάκο την φιλική μου αγάπη.
Με δεδομένα αυτά τα δυο κρασιά, ο Παύλος Καρακώστας
και το επιτελείο του επέλεξαν, έπειτα από επανειλημμένες δοκιμές, τα φαγητά,
ώστε να προβάλλονται οι χαρακτήρες των κρασιών. Γι’ αυτό ακριβώς, δεν ήταν
δυνατόν να προσφερθούν και άλλα κρασιά. Το λέω αυτό, γιατί γνωρίζω ότι πολλοί
οινοπαραγωγοί προσφέρθηκαν να καλύψουν τις ανάγκες μας. Τους ευχαριστώ όλους
και είμαι βέβαιη για την κατανόησή τους.
Χαιρετίζω τους συναδέλφους χημικούς του Γενικού
Χημείου του Κράτους, καθώς και τους οινολόγους και τους ειδικούς σε θέματα
αμπελουργίας, είτε προέρχονται από τον χώρο της διοίκησης του υπουργείου
Γεωργίας και της έρευνας, είτε ανήκουν στη μαχόμενη οινολογία. Όπως είναι
φυσικό, χαιρετίζω ιδιαίτερα την επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου Οίνου, τους
παλαιούς συναδέλφους που αγωνιστήκαμε μαζί τα δύσκολα πρώτα χρόνια, και τους
νεώτερους, που ήρθαν κοντά μας άπειροι επιστήμονες και εξελίχτηκαν σε αξιόλογα
στελέχη του αμπελοοινικού τομέα. Τους ευχαριστώ για τα λόγια που έγραψαν στην
κάρτα που συνόδευε το άνθινο καλάθι που στάλθηκε στον κ. Καρακώστα: «Με
συγκίνηση σας ευχαριστούμε για την τιμή που κάνατε στον κορυφαίο του ιδρύματός
μας». Ο ομφάλιος λώρος δεν έχει, βλέπετε, κοπεί.
Άφησα τελευταίο τον παραγωγικό κόσμο, αυτούς που
έχουν ιδρύσει τις μεγάλες οινοβιομηχανίες και τις αμπελουργικές εκμεταλλεύσεις,
αυτούς που έχουν δημιουργήσει επώνυμα ελληνικά κρασιά και αλκοολούχα ποτά. Και
τους άφησα τελευταίους, γιατί το ευχαριστώ μου δεν περιορίζεται στη συμμετοχή
τους στη σημερινή εκδήλωση. Τους ευχαριστώ γιατί αυτό που οραματίστηκα, εκείνοι
το έκανα πράξη. Και μάλιστα μου έδωσαν την ανείπωτη χαρά, να κάνουν το όραμα
πραγματικότητα όσο ακόμη είμαι εν ζωή. Γι’ αυτό ευχαριστώ, τόσο αυτούς που με
αγαπούν και αναγνωρίζουν την προσφορά μου στα αμπελοοινικά δρώμενα, όσο και
τους λίγους εκείνους που δεν διέπονται από φιλικά συναισθήματα απέναντί μου.
Έχει ακόμη πολύ δρόμο το ελληνικό κρασί, δεν θα
υπάρχω για να δω την κορύφωση όσων έχουν δρομολογηθεί, αλλά πιστεύω στο μέλλον
του. Εξ άλλου τα πολλά και συχνά τηλεφωνήματα όσων με θυμούνται, επιβεβαιώνουν,
με τα νέα που μου δίνουν, τις ευοίωνες εξελίξεις.
Ήμουν τυχερή που ευτύχησα να δω να γεννιέται από το
μηδέν στη χώρα μας ένας ολόκληρος τομέας ως έρευνα, επιστήμη, εφαρμογή,
οινοβιομηχανία, αμπελουργικές εκμεταλλεύσεις, εμπόριο και εξαγωγές εμφιαλωμένων
οίνων. Που διάβασα στις ετικέτες ελληνικές γεωγραφικές επωνυμίες. Που είδα το
Ασύρτικο, το Μοσχοφίλερο, το Ξινόμαυρο, το Αγιωργίτικο και τόσες άλλες εκλεκτές
ελληνικές ποικιλίες γραμμένες στην ετικέτα των κρασιών μας, ποικιλίες που
αγάπησα, που πρόβαλα το οινικό δυναμικό τους, που τις γνώρισα στους Έλληνες
οινοπαραγωγούς και σε ξένους εμπειρογνώμονες, ποικιλίες που η διεθνοποίησή τους
είναι πιά αναπόφευκτη και ευκταία.
Κυρίως όμως ήμουν τυχερή γιατί ευτύχησα να έχω δίπλα
μου, συμπαραστάτη ένθερμο των προσπαθειών μου, τον σύντροφο της ζωής μου, τον
«Κωστή» Δραγώνα.
Θα ήθελα να τελειώσω λέγοντας ότι, ο αμπελοοινικός
τομέας μου έδωσε πολλές ικανοποιήσεις και μεγάλες χαρές. Εάν επρόκειτο να
ξαναγεννηθώ, θα ευχόμουν να ζήσω την ίδια αυτή ζωή, ακόμη και τις δύσκολες
αυτές στιγμές της, αυτή τη γεμάτη ζωή, που αναλώθηκε στην υπηρεσία αυτού του
ιδιαίτερου τομέα της ελληνικής γεωργικής οικονομίας, που τον έχουν ευλογήσει
όχι μόνον ο κερδώος Ερμής, αλλά και ο Διόνυσος και ο Πάνας και οι Μούσες.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ εκ βαθέων για όλους σας.
Πηγή : Περιοδικό ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΠΟΤΑ, Φεβρουάριος 2004
Πηγή : Περιοδικό ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΠΟΤΑ, Φεβρουάριος 2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου