Κατά μήνας Ποσειδεώνα και Γαμηλιώνα
Της MΑΡΩΣ Κ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Eπίκ. καθηγήτριας του
Πανεπιστημίου Αθηνών
Οι
μήνες του αρχαίου αττικού ημερολογίου ήσαν «σεληνιακοί» και άρχιζαν με τη φάση
της νέας σελήνης (νουμηνία). Οι Αθηναίοι στο πρώτο δεκαήμερο μετρούσαν κατ’
αύξοντα αριθμό τις ημέρες «ισταμένου (μηνός)», δηλαδή αυξήσεως της σελήνης’ το
δεύτερο δεκαήμερο της σχετικώς αμετάβλητης σελήνης (4-5 ημέρες πριν και 4-5
ημέρες μετά την πανσέληνο) μετρούσαν «πρώτην (Δευτέρα κ.λ.π.) επί δέκα»’ και το
τρίτο δεκαήμερο μετρούσαν αντιστρόφως, «ενδεκάτη (δεκάτη κ.λ.π.) φθίνοντος
μηνός», δηλαδή ελαττώσεως της σελήνης, έως τη νέα σελήνη (Σχόλ. στις Νεφέλες
του Αριστοφάνη, στ. 1131).
Επειδή
12 σεληνιακοί μήνες ισούνται με 354 ημέρες, δηλαδή υπολείπονται κατά 11¼ ημέρες
από το τροπικό έτος των 365¼ ημερών, κάθε τρίτο έτος πρόσθεταν έναν εμβόλιμο
μήνα, τον δεύτερο Ποσειδεώνα. Επιπλέον, το αττικό έτος άρχιζε (με τον μήνα
Εκατομβαιώνα) περί το θερινό ηλιοστάσιο, επομένως δεν υπάρχει σύμπτωση με τους
δικούς μας μήνες και τις ημερομηνίες τους Γι’ αυτό και η κατάταξη των αρχαίων
αττικών εορτών σε αυτούς γίνεται κατά προσέγγιση.
Οι
μήνες του αττικού ημερολογίου ήσαν οι εξής: Εκατομβαιών, Μεταγειτνιών,
Βοηδρομιών, Πυανοφιών, Μαιμακτηριών, Ποσειδεών (και Ποσειδεών Β’), Γαμηλιών,
Ανθεστηριών, Ελαφηβολιών, Μουνυχιών, Θαργηλιών, Σκιροφοριών.
Η
«πρώτη» ημέρα κάθε μηνός, η νουμηνία θεωρείτο ως η ιερότερη ημέρα. Την εόρταζαν
ανεβαίνοντας στην Ακρόπολη., με μεγάλη εμποροπανήγυρι, αγώνες στην παλαίστρα
και συμπόσια. Γι’ αυτό κάθε ετήσια εορτή δεν γινόταν σε νουμηνία. Η «δεύτερη»
ημέρα ήταν αφιερωμένη στον «αγαθόν δαίμονα», τον Διόνυσο, τον οποίο τιμούσαν με
άκρατον (ανέρωτο) οίνο στο δείπνο.
Τιμούσαν όμως και άλλους ήρωες και δαίμονες. Η «Τρίτη» ήταν αφιερωμένη στα
γενέθλια της Αθηνάς και η «τέταρτη» στον Ηρακλή, τον Ερμή, την Αφροδίτη και τον
Έρωτα, ως γενέθλιος ημέρα των δυο πρώτων και του Έρωτος. Η «έκτη» και η «έβδομη»
ήταν αφιερωμένες στα γενέθλια της Αρτέμιδος και του Απόλλωνος, αντιστοίχως. Η
«όγδοη» ήταν αφιερωμένη στον Ποσειδώνα.
Τα
Αλώα
Στην
Αττική, στις 26 του μηνός Ποσειδεώνος (περ. αρχές Ιανουαρίου) εορτάζονταν τα
Αλώα, μια από τις αττικές γιορτές προς τιμήν της Δήμητρος, της Κόρης και του
Διονύσου. Η ημερομηνία αναφέρεται από τον Φώτιο (Αλώα’ Ποσειδεώνος Πέμπτη φθίνοντος’ εορτή εστιν Αττική) και
επιβεβαιώνεται από τον Αρποκρατίωνα, που αντλεί από τον Φιλόχορο, και από μια
επιγραφή του 4ου αιώνα, όπου αναφέρονται οι δαπάνες εορτασμού των
Αλώων κατά την 5η πρυτανία του έτους 329/8 π. χ.
Οι
πληροφορίες μας για την εορτή προέρχονται από ένα σχόλιο στο Λουκιανό, κατά το
οποίο επρόκειτο για δρώμενα στην Ελευσίνα τελούμενα μόνο από γυναίκες. Οι
επιμελητές των Μυστηρίων, αφού ετοίμαζαν ένα τραπέζι με παντός είδους τρόφιμα,
εκτός των απαγορευμένων στα Μυστήρια –ρόδια, μήλα, αυγά, πτηνά και κάποια είδη
ιχθύων- αποχωρούσαν. Κατά τον σχολιαστή, το πλούσιο τραπέζι αποτελούσε απόδειξη
του ότι η Ελευσίνα δίδαξε την Ανθρωπότητα πώς να τρέφεται ανθρώπινα.
Ως
γνωστόν, κατά την παράδοση η Δήμητρα και η Κόρη εδίδαξαν στον Τριπτόλεμο την
καλλιέργεια του σίτου και από κείνον έμαθαν οι άνθρωποι να καλλιεργούν τη γη
και να θερίζουν το στάρι. Γι’ αυτό στον ορφικό ύμνο της η Δήμητρα Ελευσινία
καλείται «σπερμεία», «σταχυοτρόφος»,
«σωρίτις», «αλωαία», επίθετα αναφερόμενα στη σπορά, την αύξηση του στάχυος,
τη σώρευσή του μετά το θερισμό και το αλώνισμα. Μάλιστα, χαρά της θεάς είναι τα
δρέπανα του θερισμού (δρεπάνοις χαίρουσα
θερείοις).
Ότι
τα Αλώα ήταν εορτή γονιμότητος για την ευκαρπία της γης αποδεικνύεται από τα
ομοιώματα ανδρικών και γυναικείων γεννητικών οργάνων τα οποία έφεραν οι
γυναίκες μαζί τους. Εξάλλου στα τραπέζια υπήρχαν και γλυκίσματα-ομοιώματα
γεννητικών οργάνων. Ενδεικτικό της αρχαιότητος, ιερότητος και μυστικότητος της
εορτής ήταν ο τρόπος συνεννοήσεως των γυναικών: Όλα γίνονταν ψιθυριστά: ψιθυριστά
συνομιλούσαν μεταξύ τους, ψιθυριστά συμβούλευε καθεμιά τους η ιέρεια.
Από
τον 4ο π. Χ. αιώνα ο γονιμικός χαρακτήρας των δρωμένων της εορτής
και ο χρόνος τελέσεώς τους πιθανότατα κατά τη νύχτα –αφού κατά τον ορφικό ύμνο
της η Δήμητρα Ελευσινία είναι «λαμπαδόεσσα»- αποτελούσε ευκαιρία για τις
γυναίκες ελευθερίων ηθών να συμμετέχουν σε αυτά.
Στα
Αλώα τιμούσαν και τον Διόνυσο, που, κατά τον Πίνδαρο, έχει μακριά και
βαθυπλόκαμα μαλλιά και κάθεται δίπλα στη Δήμητρα, που για χάρη της κτυπούν
χάλκινα κύμβαλα (χαλκοκρότου πάρεδρον
Δαμάτερος ευρυχαίταν Διόνυσον). Τη σχέση του Διονύσου με τις Ελευσίνιες
θεές αποκαλύπτει ένας από τους ορφικούς ύμνους τους: Είναι ο Ευβουλεύς,
γεννημένος από τις «άρρητες» συζυγικές σχέσεις του Διός και της Περσεφόνης (Διός και Περσεφονείης αρρήτοις λέκτροισι
τεκνωθείς). Η λεπτομέρεια αυτή δεν είναι παρά ένας τρόπος συσχετίσεως του
Διονύσου ως «θνήσκοντος» βλαστικού θεού με την Κόρη, τη σύζυγο του Πλούτωνος,
του βασιλέως του κάτω κόσμου, ο οποίος κατά τους Ορφικούς ταυτίζεται με τον Δία
χθόνιο (Ζεύ χθόνιε… Πλούτων), την
Κόρη-Περσεφόνη ή Φερσεφόνη, που τρέφει μεν, αλλά και φονεύει τα πάντα (Φερσεφόνη φέρβεις γαρ αεί και πάντας
φονεύεις). Εξ άλλου το όνομα Ευβουλεύς είναι ευφημιστικό επίθετο του Άδη.
Και ας μη ξεχνούμε τη μαρτυρία πρώτου του Ηρακλείτου για την ταυτοποίηση Άδου
και Διονύσου: «ωυτός δε Αΐδης και
Διόνυσος ότεωι μαίνονται και λημναΐζουσι». Τη σχέση Διονύσου και
Δήμητρος/Κόρης ως θεοτήτων της ευκαρπίας της γης βρίσκουμε και σε μικρασιατικές
επιγραφές που συνοδεύουν αφιερώματα: «Διονύσωι
καλλικάρπωι και Δήμητρηι Καρποφόρωι».
Τα κατ’ αγρούς Διονύσια
Τον
ίδιο μήνα εορτάζονταν στους δήμους της Αττικής τα κατ’ αγρούς Διονύσια, αλλά σε διαφορετικές ημερομηνίες, αναλόγως
της επιλογής των κατοίκων κάθε περιοχής, έτσι μπορούσαν οι άνθρωποι να
περιέχονται την ύπαιθρο και να μετέχουν στις εορτές διαφόρων δήμων. Οι μεγάλες
διονυσιακές εορτές των Αθηνών, τα Λήναια
και τα κατ’ άστυ Διονύσια, προήλθαν
από τα «κατ’ αγρούς», τα οποία, αν και με την πάροδο του χρόνου δέχτηκαν
επιδράσεις από τις μεγάλες αστικές εορτές, διατήρησαν έως ένα σημείο πολλά
πρωτόγονα χαρακτηριστικά της πρωταρχικής εορτής.
Ο
πολύ μεταγενέστερος Πλούταρχος (2ος αι. μ. Χ.) περιγράφει την αρχαία
λιτή τελετουργία, αντιδιαστέλλοντάς την με φανταχτερό και πολυδάπανο θέαμα,
όπως αυτή έχει καταντήσει στον καιρό του: Προηγείται κάποιος με μια στάμνα
κρασί και κλήμα, έπεται άλλος με έναν τράγο, ακολουθεί τρίτος με ένα κάνιστρο
σταφίδες, και τέλος έρχεται ο φαλλός. Η περιγραφή αυτή φέρνει στη μνήμη μια σκηνή
από τους Αχαρνείς του Αριστοφάνους (5ος αι. π. Χ.): Ο Δικαιόπολις
οδηγεί τον τράγο, η κόρη του μεταφέρει το κάνιστρο (κανηφόρος) και ο δούλος του
Ξανθίας μεταφέρει τον φαλλό (φαλλοφόρος), ο οποίος συνήθως ήταν κατασκευασμένος
από δέρμα ή από ξύλο (συκιάς). Πρόκειται δηλαδή για πομπική μεταφορά του φαλλού
(φαλληφορία) από όλα τα μέλη του υποστατικού –αφού στις καθαρώς αγροτικές
περιοχές κύριοι και δούλοι εργάζονταν μαζί στα χωράφια-, κατά την οποία
ψάλλονται και τα φαλλικά άσματα. Μάλιστα ο φαλλός των αγρούς Διονυσίων
προσωποποιείτο σε ξεχωριστόν φαλλικόν δαίμονα, τον Φαλήν, ο οποίος ταυτιζόταν
με τον Διόνυσο. Οι εορτάζοντες, βαμμένοι και μασκαρεμένοι επάνω σε άμαξες,
περιέπαιζαν τους άλλους (σκώμματα εξ αμάξης).
Ο
εορτασμός περιελάμβανε και παραδοσιακά αγροτικά παιχνίδια, σπουδαιότερο από τα
οποία ήταν ο «ασκωλιασμός». Αφού φούσκωνα ένα γιδοτόμαρο και το λάδωνα
εξωτερικώς, προσπαθούσαν να πηδήσουν επάνω του και να χορέψουν ισορροπώντας.
Διάφορες παραλλαγές του παιχνιδιού προσέφεραν πολλές ευκαιρίες στους παίκτες να
δείξουν τις ικανότητές τους. Π. χ. ενώ κάποιος ισορροπούσε στο ένα πόδι,
προσπαθούσε να αγγίξει τους άλλους παίκτες με το ελεύθερο πόδι του ή
συναγωνίζονταν ποιος θα κάνει το μακρύτερο άλμα, ή θα έχει τον μεγαλύτερο
αριθμό επιτυχών αναπηδήσεων.
Τα Λήναια
Δυο
αρχαίες πηγές μαρτυρούν ότι τα Λήναια
τελούντο τον μήνα Γαμηλιώνα –το πρώτο μισό του οποίου αντιστοιχεί χονδρικά με
το δεύτερο μισό του Ιανουαρίου- χωρίς να αναφέρουν ημερομηνία. Αυτή συνεπάγεται
από την ημερομηνία τελέσεως θυσίας στον Διόνυσο Ληναίο στη Μύκονο στις 12 του
ιωνικού μηνός Ληναιώνος, αντιστοίχου του αττικού Γαμηλιώνα. Την αρχαιότητα του
θεσμού μαρτυρεί το ότι υπεύθυνος για την τέλεσή του στους κλασικούς χρόνους ήταν
ο άρχων-βασιλεύς, δηλαδή ο άρχων που στην ετήσια θυσία του έπρεπε να εκτελέσει
τις υποχρεώσεις του βασιλέως των αρχαϊκών χρόνων ως θρησκευτικού και πολιτικού
ηγέτου. Επίσης η ύπαρξη μηνός Ληναιώνος σε πολλές ιωνικές πόλεις, π. χ. τη
Δήλο, τη Σμύρνη, την Έφεσο, την Κύζικο, τη Λάμψακο, κ. ά., μαρτυρεί την
καθιέρωση της εορτής από τους Ίωνες προ της δημιουργίας των αποικιών τους.
Το
όνομα της εορτής προέρχεται από το «Λήναι» (ή «Ληναί»), ονομασία των Βακχών που
πρωτοσυναντάται στον Ηράκλειτο μαζί με άλλων μελών της βακχικής λατρείας:
«νυκτιπόλοις, βάκχοις, λήναις, μύσταις». Έκτοτε σημαίνει τις Μαινάδες, και το
ρήμα «ληναΐζειν» έχει την έννοια του «βακχεύειν». Παραστάσεις μαιναδικών
δρωμένωνστα Λήναια διασώζουν αγγειογραφίες: Μαινάδες με θύρσους, λαμπάδες και τύμπανα
χορεύουν εκστατικούς χορούς γύρω από το δένδρο-εικόνα του βλαστικού θεού, ενώ
μια τους σηκώνει στα χέρια ένα κατσίκι. Η νυκτερινή ιερουργία περιελάμβανε και
διασπαραγμό, όπως διαφαίνεται από το συσχετισμό με μια «αγροικικήνωδήν, ή και αυτή περιείχε τον Διονύσου σπαραγμόν».
Τον
βλαστικό-εποχικό χαρακτήρα του Διονύσου-Ληναίου μαρτυρεί ο ορφικός ύμνος του,
όπου αυτός καλείται «σπέρμα πολύμνηστον
(= που το θυμούνται συχνά με ευγνωμοσύνη)» και «ιερόν άνθος»’ είναι αυτός που
φέρει καλούς καρπούς και τους αυξάνει, ιδιαιτέρως τον καρπό που φέρνει
ευφροσύνη (φερέκαρπε, … ευτραφές, εύκαρπε, πολυγηθέα καρπόν αέξων).
Κατά
τον Ησύχιο, το Ληναίον ήταν μια τοποθεσία των Αθηνών με μεγάλο περίβολο, όπου
βρισκόταν το ιερό του Διονύσου Ληναίου’ εκεί όπου τελούντο οι δραματικοί αγώνες
των Ληναίων προτού κτισθεί το θέατρο του Διονύσου. Επομένως τα Λήναια πρέπει να
είναι αρχαιότερα από τις εορτές του Διονυσίου Ελευθερέως, που εισήχθησαν στην
Αθήνα στα μέσα του 6ου π. Χ. αιώνος, αλλά και από τα «κατ’ άστυ»
Διονύσια.
Όπως αναφέρει ο
Αριστοτέλης (Αθην. Πολίτ. 57.1), τα Διονύσια
τα επί Ληναίωι είναι «πομπή τε και αγών» δηλαδή περιελάμβαναν πομπή και
δραματικούς αγώνες επομένως, θα διαρκούσαν οπωσδήποτε τέσσερις ημέρες. Αν μάλιστα
ληφθεί υπόψη ότι οι επιγραφικές μαρτυρίες αφήνουν κενές τις ημερομηνίες 12-21
από συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου, και ότι στις 19 Γαμηλιώνος στεφάνωσαν
με κισσό τον Διόνυσο-Στύλο (κιττώσεις
Διονύσου), μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο ότι το διάστημα 12-19
του
μηνός εκάλυπτε οπωσδήποτε τις εορταστικές εκδηλώσεις των Ληναίων. Ο Στύλος
είναι ανεικονική παράσταση του Διονύσου, την οποία ανθρωπόμορφιζαν κρεμώντας
ένα προσωπείο (πολλές φορές από κληματόξυλο ή ξύλο συκιάς), και αποτελεί
μακρινό απόγονο-υποκατάστατο του ιερού κλαριού ή δενδρου του πρωταρχικού εποχικού
δράματος.
Τον
5ον αιώνα ο άρχων-βασιλεύς εκλεγόταν διά κλήρου μεταξύ όλων των
Αθηναίων πολιτών. Ο βασιλεύς μόνος οργάνωνε τους δραματικούς αγώνες, η
σπουδαιότητα των οποίων φαίνεται από τις σωζόμενες κωμωδίες του Αριστοφάνους που
παρουσιάσθησαν εκεί: Βάτραχοι 405 π. Χ., Λυσιστράτη 411 π. Χ. , Σφήκες 422 π.
Χ., Ιππείς 424 π. Χ., Αχαρνείς 425 π. Χ. Όμως στην οργάνωση της πομπής και την
προσφορά θυσίας προς τον Διόνυσο εκ μέρους της πόλεως ο βασιλεύς συνεπικουρείτο
από τέσσερις «επιμελητές» των Ελευσινίων Μυστηρίων, δυο από τους οποίους επίσης
κληρώνονταν, ενώ οι άλλοι δυο προέρχονταν ανά ένας από τα δυο ιερατικά γένη της
Ελευσίνας, δηλαδή των Ευμολπιδών και των Κυρήκων. Αυτά συνετέλεσαν σε περαιτέρω
συσχετίσεις των Ελευσινίων θεοτήτων με τον Διόνυσο ο οποίος ταυτίζεται με τον
Βάκχο-Ιακχο και με τον ίδιο τον Πλούτωνα. Έτσι στα Λήναια του 5ου
αι. π. Χ. ο «Δαδούχος» των Ελευσινίων Μυστρίων προέτρεπε τους πιστούς: «καλείτε θεόν» και εκείνοι αναφωνούσαν: «Σεμελήιε Ιακχε Πλουτοδότα». Την εξουσία
του Διονύσου στον πάνω και στον κάτω κόσμο μαρτυρεί και ένα απόσπασμα του
Ευριπίδη, κατά το οποίο μεταξύ των ουρανίων θεών ο Διόνυσος μεταχειρίζεται το
σκήπτρο του Διός, ενώ μετέχει της εξουσίας των χθονίων του Άδη: « συ γαρ έν τε θεοίς τοις ουρανίδαις/ σκήπτρον
του Διός μεταχειρίζεις/ χθονίων τ’ Αΐδηι μετέχεις αρχής».
ΠΗΓΗ: Εφημερίδα Η
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Επτά Ημέρες, Κυριακή 31/12/2000





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου