μια σκέψη

Στην αγγειογραφία του Αμάσεως απεικονίζεται η διαδικασία του τρύγου και της οινοποίησης.
Διαφέρει σε κάτι από τις αντίστοιχες σημερινές εργασίες ;



Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Ο τρυγητός του μόχθου και της γιορτής

Στα νησιά μας, η συγκομιδή των σταφυλιών γινόταν μέχρι πριν
από λίγα χρόνια όπως περιγράφεται σε κείμενο των Αλεξανδρινών
χρόνων

Της Σταυρούλα Κουράκου

Είχα κατά νουν τον Ιούλιο, πάνω στον περκασμό των σταφυλιών1, να επισκεφθούμε ένα κτήμα -έναν «παράδεισον πάγκαλον» -όμως το καλοκαίρι «πέρασε σαν ρίγος» και να που έφθασε και ο τρύγος.

«Kι ήταν το κτήμα ένα πανώριο περιβόλι απλωμένο σ' αψηλή πλαγιά, γιομάτο από δεντρά, μηλιές, αγριοαχλαδιές και ροδιές και ελιές πιο πέρα ήταν αψηλά κλήματα απλωμένα πάνω στις μηλιές και τις αγριοαχλαδιές που πέρκαζαν τα σταφύλια τους, σα να παραβγαίνανε στον καρπό με τα δεντρά. Τόσα ήταν τα καρπερά.
Μα ήταν εκεί που κυπαρίσσια και βαγιές και πλατάνια και πεύκα.

Πάνω σ' όλα τούτα ήταν κισσός αντί για κλήματα και το κισσοκάρπι του, σαν που ήτανε μεγάλο και μαύρο, έμοιαζε με σταφύλι. Από μέσα ήταν τα φρουτόδεντρα, σα να τα φύλαγαν κι απόξω ήτανε γύρω γύρω τ' άκαρπα, σα φράχτης καμωμένος με ανθρώπινο χέρι μα και τούτα τα ερικύκλωνε φράχτης από ξερολιθιά...

Ηταν κι αλέες με λουλούδια, που άλλα φυτρώνανε μονάχα τους, κι άλλο τα κανάκευε η τέχνη... Kι ήταν ο καλοκαίρι αυτό το μέρος σύσκιο, κι είχε άνθια την άνοιξη και φρούτα το χινόπωρο και μια χάρη ξεχωριστά κάθε εποχή».

Τα κτίσματα

Δεν θα μπρούσε να πει κανείς ποιας εποχής είναι αυτό το κτήμα, γιατί από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα έτσι είναι πολλά περιβόλια, όπως του Αλκίνοου στο νησί των Φαιάκων. Ομως όσα
δεν μπορεί να μαρτυρήσει το φυσικό περιβάλλον, μας το λένε τα κτίσματα.

«Kι ίσα ίσα στη μέση ήταν χτισμένα ναός και βωμός του Διόνυσου γύρω στον βωμό ήταν κισσός και τριγύρω στον ναό ήταν κλήματα. Kαι μέσα ο ναός είχε ζωγραφιές από τη ζωή του Διονύσου: τη Σεμέλη να γεννάη, την Αριάνδη να κοιμάται, το Λυκούργο αλυσοδεμένο, τον Πανθέα ξεσκισμένο ήταν ακόμα και Ινδοί νικημένοι και Τυρρηνοί με αλλαγμένη θωριά παντού Σάτυροι που πατούσαν σταφύλια, παντού Μαινάδες που χόρευαν και τον Πάνα δεν τον είχανε ξεχάσει παρά καθισμένος κι αυτός σ' έναν βράχο έπαιζε φλογέρα, και φαινόταν πως έπαιζε τον ίδιο σκοπό για τα
πατήματα των Σάτυρων και για τον χορό των Μαινάδων2».

Μοναδική περιγραφή

Πού τα θυμήθηκε τα «Ποιμενικά» του Λόγγου, θα αναρωτηθούν όσοι έχουν διαβάσει τη μετάφραση του Γεώργου Ζευγώλη ή έτυχε να την έχουν διδαχθεί από τον καθηγητή Γιώργη Γιατρομανωλάκη στο πρώτο έτος της Φιλοσοφικής. Οι λόγοι είναι πολλοί, ας αρχίσουμε από τον πρώτο: Το δεύτερο βιβλίο αυτού του μυθιστορήματος των αλςξανδρινών χρόνων -γνωστό μας πιο πολύ με τον τίτλο «Των κατά Δάφνιν και Χλόην»- αρχίζει με μια σκηνή τρύγου πρόκειται -απ' όσα είμαι σε θέση να γνωρίζω- μια μοναδική περιγραφή τρυγητού στους αρχαίους χρόνους. Kαι η
μετάφραση του Ζευγώλη είναι τόσο ποιητική, που δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις, το ίδιο το γοητευτικό πρωτότυπο ή την ολοζώντανη απόδοσή του στα νεοελληνικά.

Αυτή η ζωντάνια της περιγραφής αποτελεί τον δεύτερο λόγο, για τον οποίο διάλεξα αυτό το κείμενο για να χαιρετίσουμε τον φετινό τρύγο, τον τρύγο του μόχθου, αλλά και της γιορτής και
της προσμονής του καλού κρασιού.

«Ηταν πια αρχές του χινόπωρου, το τρυγητό πάνω στη βράση του, κι όλα δοουλεύανε στον κάμπο τούτος έφτιανε τους ληνούς, κείνος καθάριζε τα πιθάρια, κι άλλος έπλεκε μ' αλυγαριές καλάθια κάποιος κύτταζε να διορθώση το κλαδοκόπι για να τρυγάη τα σταφύλια, ένας ζητούσε πέτρα να μπορή να τρίψη τα κρασοστάφυλα, κι άλλος έκοβε και ξεφλούδιζε ξερά κλωνάρια αλυγαριάς, για να τ' ανάβη και να του φωτάνε να κουβαλάη τη νύχτα το μούστο.

Αφήσανε λοιπόν κι ο Δάφνης με τη Χλόη τα γιδοπρόβατα και δίνανε στους άλλους χέρι. Εκείνος έφερνε στα πανέρια σταφύλια, τάβαζε στους ληνούς και τα πατούσε κι έριχνε το κρασί στα
πιθάρια κι αυτή έκανε φαΐ για τους τρυγητάδες, τους κέρναγε παλιότερο κρασί και τρυγούσε τα χαμηλά αμπελοκλήματα. Μα θα πεις στη Λέσβο όλα τα κλήματα είναι χαμηλά δεν είναι κει οι
λογής-λογής κληματαριές, παρά βλέπουμε στη γης κι απλώνουνται σαν τον κισσό κι ένα
μωρό, που μόλις βγήκαν τα χέρια του από τα σπάργανα, θα μπορούσε να πιάσει τα σταφύλια.

Ο τρύγος

»Kι όπως κάνουν πάντα στη γιορτή του Διόνυσου και στου κρασιού το βγάλσιμο, οι γυναίκες τρέχανε να βοηθήσουν από τα γειτονικά χτήματα κι έτρωγαν το Δάφνη με τα μάτια τους, λέγοντας πως η ομορφιά του ήταν ίδια κι απαράλλαχτη με του Διόνυσου την ομορφιά μια μάλιστα, πιο θαρρετή από τις άλλες, φίλησε τον Δάφνη φλογίζοντάς τον και στενοχωρώντας τη Χλόη. Kι οι άντρες από τα πατητήρια βγάζανε λογής - λογής φωνάγματα στη Χλόη και πηδάγανε με περισσότερη τρέλλα απ' ό,τι οι Σάτυροι για τις Μαινάδες και παρακαλούσαν τους θεούς να τους κάνουν πρόβατα για να την έχουν βόσκισσα...»3. Στο περιβόλι με το ναό του Διονύσου -ιστορημένο όπως μεταγενέστερα οι εκκλησίες των χριστιανών αγίων- υπήρχαν κλήματα που επειδή ποτίζονταν μαζί με τα δέντρα ήταν «αναδενδράδες», στηρίζονταν δηλαδή πάνω στα
καρποφόρα δέντρα το νερό ευνοεί τη βλάστηση και επιτρέπει τη διαμόρφωση σε υψηλά σχήματα. Αντίθετα στον κάμπο, όπου τα κλήματα δέχονταν μόνο το νερό της βροχής, τα φυτά ήταν κλαδεμένα τόσο χαμηλά, ώστε οι κληματόβεργες σέρνονταν στο χώμα. Στο βιβλίο του Tournefort4 βρίσκουμε τα κλήματαστη Νάξο του 17ου αιώνα ν' απλώνονται στη γη όπως περιγράφει ο Λόγγος τ' αμπέλια στη Λέσβο, και είδα εγώ η ίδια αυτές τις «απλωταριές» στην Πάρο5. Επί δεκαοκτώ αιώνες η διαμόρφωση των κλημάτων έμεινε στα νησιά του Αιγαίου η ίδια, γιατί χάρις στα
χαμηλά σχήματα άντεχαν στις ξηροθερμικές συνθήκες χωρίς να παθαίνουν θερμικό στρες και χωρίς να σπάζουν οι κληματόβεργες από τα ισχυρά μελτέμια στα οποία κανένας «χάρακας» δεν άντεχε να μείνει όρθιος και να στηρίξει τα φυτά.

Σε κανένα άλλο αρχαίο κείμενο δεν προβάλλεται τόσο παραστατικά η διαφορά ανάμεσα στην ποτιστική και ξηρική αμπελοκαλλιέργεια6. Αυτός ήταν ο τέταρτος λόγος επιλογής των «Ποιμενικών». Γι' αυτό έχω ξαναγράψει ότι τα κλήματα στις αττικές αγγειογραφίες ενέχουν θέση διακοσμητικού στοιχείου και όχι απόδειξης της διαμόρφωσης των κλημάτων σε ξηροθερμικές
περιοχές όπως η Αττική.

Τα «Ποιμενικά» -με εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια του Γεώργου Ζευγώλη- εκδόθηκαν το 1939, όταν δίδασκε ως φιλόλογος στις τελευταίες γυμνασιακές τάξεις της Σχολής Λαζαροπούλου.
Διαβάζοντας κατά καιρούς κείμενα της Kυριακάτικης «K» θυμήθηκε -οποία θαυμαστή μνήμη δασκάλου- ότι στις νεώτερες τάξεις υπήρχε μια μαθήτρια Σταυρούλα Kουράκου. Αναρωτήθηκε εάν πρόκειται για το ίδιο «παιδί», με αναζήτησε και βεβαιώθηκε. Ετσι, το 2000 απέκτησα τα «Ποιμενικά», που μου πρόσφερε μαζί με το «έποικοι Kρητικοί στ' Απειράθου της Νάξου»7, έργο
ερευνητικό μακράς πνοής για το οποίο βραβεύθηκε το 1999 από την Ακαδημία Αθηνών.

 Το σημερινό κείμενο του αφιερώνεται με πολλή συγκίνηση και όλο τον σεβασμό της Σταυρούλας του '40.


Εφημερίδα Καθημερινή, Kυριακή, 26 Aυγούστου 2001



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου